The Old Testament of the Holy Bible

Γένεση 1

1 ΣΤΗΝ αρχή δημιούργησε ο Θεός τον ουρανό και τη γη. 2 Και η γη ήταν άμορφη και έρημη· και σκοτάδι υπήρχε επάνω στο πρόσωπο της αβύσσου. Και Πνεύμα Θεού φερόταν επάνω στην επιφάνεια των νερών. 3 Και είπε ο Θεός: Ας γίνει φως· και έγινε φως· 4 και είδε ο Θεός το φως ότι ήταν καλό· και διαχώρισε ο Θεός το φως από το σκοτάδι· 5 και ονόμασε ο Θεός το φως Ημέρα· και το σκοτάδι το ονόμασε Νύχτα. Και έγινε εσπέρα, και έγινε πρωί, ημέρα πρώτη. 6 Και είπε ο Θεός: Ας γίνει στερέωμα ανάμεσα στα νερά, και ας διαχωρίζει τα νερά από τα νερά. 7 Και δημιούργησε ο Θεός το στερέωμα, και διαχώρισε τα νερά που ήσαν κάτω από το στερέωμα από τα νερά που ήσαν επάνω από το στερέωμα. Και έγινε έτσι. 8 Και ονόμασε ο Θεός το στερέωμα ουρανό. Και έγινε εσπέρα, και έγινε πρωί, ημέρα δεύτερη. 9 Και είπε ο Θεός: Ας μαζευτούν τα νερά που είναι κάτω από τον ουρανό σε έναν τόπο, και ας φανεί η ξηρά. Και έγινε έτσι. 10 Και ονόμασε ο Θεός την ξηρά Γη· και τη συγκέντρωση των νερών ονόμασε Θάλασσες· και είδε ο Θεός ότι ήταν καλό. 11 Και είπε ο Θεός: Ας βλαστήσει η γη χλωρό χορτάρι, που κάνει σπόρο, και καρποφόρο δέντρο που κάνει καρπό σύμφωνα με το είδος του, του οποίου το σπέρμα να είναι μέσα του επάνω στη γη. Και έγινε έτσι. 12 Και η γη βλάστησε χλωρό χορτάρι, χορτάρι που κάνει σπόρο σύμφωνα με το είδος του, και δέντρο καρποφόρο, του οποίου το σπέρμα είναι μέσα του, σύμφωνα με το είδος του· και είδε ο Θεός ότι ήταν καλό. 13 Και έγινε εσπέρα, και έγινε πρωί, ημέρα τρίτη. 14 Και είπε ο Θεός: Ας γίνουν φωστήρες στο στερέωμα του ουρανού, για να διαχωρίζουν την ημέρα από τη νύχτα· κι ας είναι για σημεία, και καιρούς, και ημέρες, και χρόνους· 15 και ας είναι για φωστήρες στο στερέωμα του ουρανού, για να φέγγουν επάνω στη γη. Και έγινε έτσι. 16 Και έκανε ο Θεός τούς δύο φωστήρες τους μεγάλους, τον φωστήρα τον μεγάλο για να εξουσιάζει επάνω στην ημέρα, και τον φωστήρα τον μικρότερο για να εξουσιάζει επάνω στη νύχτα· και τα αστέρια· 17 και τα έβαλε ο Θεός στο στερέωμα του ουρανού, για να φέγγουν επάνω στη γη, 18 και να εξουσιάζουν επάνω στην ημέρα, και επάνω στη νύχτα, και να διαχωρίζουν το φως από το σκοτάδι. Και είδε ο Θεός ότι ήταν καλό. 19 Και έγινε εσπέρα, και έγινε πρωί, ημέρα τέταρτη. 20 Και είπε ο Θεός: Ας γεννήσουν τα νερά θαλάσσια ζώα σε αφθονία και πουλιά που πετούν επάνω από τη γη προς το στερέωμα του ουρανού. 21 Και δημιούργησε ο Θεός τα μεγάλα κήτη, και κάθε έμψυχο που κινείται, τα οποία γέννησαν με αφθονία τα νερά σύμφωνα με το είδος τους, και κάθε πουλί φτερωτό σύμφωνα με το είδος του. Και ο Θεός είδε ότι ήταν καλό. 22 Και ο Θεός τα ευλόγησε, λέγοντας: Αυξάνεστε και πληθύνεστε, και γεμίστε τα νερά μέσα στις θάλασσες· και τα πουλιά ας πληθύνονται επάνω στη γη. 23 Και έγινε εσπέρα, και έγινε πρωί, ημέρα πέμπτη. 24 Και είπε ο Θεός: Ας γεννήσει η γη έμψυχα ζώα σύμφωνα με το είδος τους, κτήνη, και ερπετά και ζώα της γης σύμφωνα με το είδος τους. Και έγινε έτσι. 25 Και έκανε ο Θεός τα ζώα της γης σύμφωνα με το είδος τους, και τα κτήνη σύμφωνα με το είδος τους, και κάθε ερπετό της γης σύμφωνα με το είδος του. Και είδε ο Θεός ότι ήταν καλό. 26 Και είπε ο Θεός: Ας κάνουμε άνθρωπο σύμφωνα με τη δική μας εικόνα, σύμφωνα με τη δική μας ομοίωση· και ας εξουσιάζει επάνω στα ψάρια τής θάλασσας, κι επάνω στα πουλιά τού ουρανού, κι επάνω στα κτήνη, κι επάνω σε ολόκληρη τη γη, κι επάνω σε κάθε ερπετό, που σέρνεται επάνω στη γη. 27 Και ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο σύμφωνα με τη δική του εικόνα· σύμφωνα με την εικόνα τού Θεού τον δημιούργησε· αρσενικό και θηλυκό τούς δημιούργησε· 28 και τους ευλόγησε ο Θεός· και είπε σ' αυτούς ο Θεός: Αυξάνεστε και πληθύνεστε και γεμίστε τη γη, και κυριεύστε την, και εξουσιάζετε επάνω στα ψάρια τής θάλασσας, κι επάνω στα πουλιά τού ουρανού κι επάνω σε κάθε ζώο που κινείται επάνω στη γη. 29 Και είπε ο Θεός: Δέστε, σας έδωσα κάθε χορτάρι που κάνει σπόρο, που είναι επάνω στο πρόσωπο ολόκληρης της γης, και κάθε δέντρο, που έχει μέσα του καρπό, δέντρο που κάνει σπόρο· αυτά θα είναι σε σας για τροφή· 30 και σε όλα τα ζώα τής γης, και σε όλα τα πουλιά τού ουρανού, και σε κάθε ερπετό που σέρνεται επάνω στη γη, και έχει μέσα του ψυχή που ζει, έδωσα κάθε χλωρό χορτάρι για τροφή. Και έγινε έτσι. 31 Και είδε ο Θεός όλα όσα δημιούργησε· και να, ήσαν πολύ καλά. Και έγινε εσπέρα, και έγινε πρωί, ημέρα έκτη.

Γένεση 2

1 Και συντελέστηκαν ο ουρανός και η γη, και ολόκληρη η στρατιά τους. 2 Και ο Θεός είχε συντελεσμένα κατά την έβδομη ημέρα τα έργα του, που έκανε· και αναπαύθηκε την έβδομη ημέρα από όλα τα έργα του, που έκανε. 3 Και ο Θεός ευλόγησε την έβδομη ημέρα, και την αγίασε· επειδή, σ' αυτήν αναπαύθηκε από όλα τα έργα του, που έκτισε και έκανε ο Θεός. 4 ΑΥΤΗ είναι η γένεση του ουρανού και της γης, όταν αυτά κτίστηκαν, κατά την ημέρα που Κύριος ο Θεός δημιούργησε τη γη και τον ουρανό, 5 και όλα τα φυτά τού χωραφιού, πριν γίνουν επάνω στη γη, και κάθε χορτάρι τού χωραφιού, πριν βλαστήσει· επειδή, ο Κύριος ο Θεός δεν είχε βρέξει επάνω στη γη, και άνθρωπος δεν υπήρχε για να εργάζεται τη γη· 6 και ανέβαινε ατμός από τη γη, και πότιζε ολόκληρο το πρόσωπο της γης. 7 Και ο Κύριος ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο από χώμα τής γης· και εμφύσησε στους μυκτήρες του πνοή ζωής, και έγινε ο άνθρωπος σε ψυχή που ζει. 8 Και ο Κύριος ο Θεός φύτεψε έναν παράδεισο στην Εδέμ προς τα Ανατολικά, και έβαλε εκεί τον άνθρωπο, που έπλασε. 9 Και ο Κύριος ο Θεός έκανε να βλαστήσει από τη γη κάθε δέντρο ωραίο στην όραση, και καλό στη γεύση· και το δέντρο τής ζωής στο μέσον του παραδείσου, και το δέντρο τής γνώσης τού καλού και του κακού. 10 Και έβγαινε ένας ποταμός από την Εδέμ για να ποτίζει τον παράδεισο, και από εκεί διαχωριζόταν σε τέσσερις κλάδους. 11 Το όνομα του ενός είναι Φισών· αυτός είναι που περικυκλώνει ολόκληρη τη γη Αβιλά· όπου βρίσκεται το χρυσάφι, 12 και το χρυσάφι εκείνης της γης είναι καλό· εκεί βρίσκεται το βδέλλιο, και η πέτρα ονυχίτης. 13 Και το όνομα του δεύτερου ποταμού είναι Γιών· αυτός είναι που περικυκλώνει ολόκληρη τη γη Χους. 14 Και το όνομα του τρίτου ποταμού είναι Τίγρης· αυτός είναι που ρέει προς τα Ανατολικά τής Ασσυρίας. Και ο τέταρτος ποταμός, αυτός είναι ο Ευφράτης. 15 Και ο Κύριος ο Θεός πήρε τον άνθρωπο, και τον έβαλε στον παράδεισο της Εδέμ για να τον εργάζεται, και να τον φυλάττει. 16 Και ο Κύριος ο Θεός έδωσε προσταγή στον Αδάμ, λέγοντας: Από κάθε δέντρο του παραδείσου θα τρως ελεύθερα, 17 από το δέντρο τής γνώσης τού καλού και του κακού, όμως, δεν θα φας απ' αυτό· επειδή, την ίδια ημέρα που θα φας απ' αυτό, θα πεθάνεις οπωσδήποτε. 18 Και ο Κύριος ο Θεός είπε: Δεν είναι καλό ο άνθρωπος να είναι μόνος· θα κάνω σ' αυτόν βοηθόν όμοιον μ' αυτόν. 19 Και ο Κύριος ο Θεός έπλασε από τη γη όλα τα ζώα τού αγρού, και όλα τα πουλιά τού ουρανού, και τα έφερε προς τον Αδάμ, για να δει πώς θα τα ονομάσει· και ό,τι όνομα θα έδινε ο Αδάμ σε κάθε έμψυχο, αυτό και να είναι το όνομά του. 20 Και ο Αδάμ έδωσε ονόματα σε όλα τα κτήνη, και σε όλα τα πουλιά τού ουρανού και σε όλα τα ζώα τού χωραφιού· στον Αδάμ, όμως, δεν βρισκόταν βοηθός όμοιος μ' αυτόν. 21 Και ο Κύριος ο Θεός επέβαλε έκσταση στον Αδάμ, και κοιμήθηκε· και πήρε μία από τις πλευρές του και έκλεισε με σάρκα τον τόπο της. 22 Και κατασκεύασε ο Κύριος ο Θεός την πλευρά, που πήρε από τον Αδάμ, σε γυναίκα, και την έφερε στον Αδάμ. 23 Και ο Αδάμ είπε: Τούτο είναι τώρα κόκαλο από τα κόκαλά μου, και σάρκα από τη σάρκα μου· αυτή θα ονομαστεί Ανδρίδα, επειδή πάρθηκε από τον άνδρα. 24 Γι' αυτό, ο άνθρωπος θα αφήσει τον πατέρα του και τη μητέρα του, και θα προσκολληθεί στη γυναίκα του· και θα είναι οι δύο σε μία σάρκα. 25 Και ήσαν και οι δύο γυμνοί, ο Αδάμ και η γυναίκα του, και δεν ντρέπονταν.

Γένεση 3

1 ΤΟ φίδι, μάλιστα, ήταν το φρονιμότερο από όλα τα ζώα τού χωραφιού, που έκανε ο Κύριος ο Θεός· και το φίδι είπε στη γυναίκα: Στ' αλήθεια, είπε ο Θεός: Μη φάτε από κάθε δέντρο τού παραδείσου; 2 Και η γυναίκα είπε στο φίδι: Από τον καρπό των δέντρων τού παραδείσου μπορούμε να φάμε· 3 από τον καρπό, όμως, του δέντρου, που είναι στο μέσον του παραδείσου, ο Θεός είπε: Μη φάτε απ' αυτόν, μήτε να τον αγγίξετε, για να μη πεθάνετε. 4 Και το φίδι είπε στη γυναίκα: Σίγουρα δεν θα πεθάνετε, 5 αλλ' ο Θεός ξέρει ότι την ίδια ημέρα που θα φάτε απ' αυτόν, τα μάτια σας θα ανοιχτούν, και θα είστε σαν θεοί, γνωρίζοντας το καλό και το κακό. 6 Και η γυναίκα είδε ότι το δέντρο ήταν καλό για τροφή, και ότι ήταν αρεστό στα μάτια, και το δέντρο ήταν επιθυμητό στο να δίνει γνώση· και αφού πήρε από τον καρπό του, έφαγε· και έδωσε και στον άνδρα της μαζί της, κι αυτός έφαγε. 7 Κι ανοίχτηκαν τα μάτια και των δύο και γνώρισαν ότι ήσαν γυμνοί· και αφού έρραψαν φύλλα συκιάς, έφτιαξαν για τον εαυτό τους περιζώματα. 8 Και άκουσαν τη φωνή τού Κυρίου τού Θεού, να περπατάει στον παράδεισο προς το δειλινό· και ο Αδάμ και η γυναίκα του κρύφτηκαν από το πρόσωπο του Κυρίου τού Θεού, ανάμεσα στα δέντρα τού παραδείσου. 9 Και ο Κύριος ο Θεός κάλεσε τον Αδάμ, και του είπε: Πού είσαι; 10 Κι εκείνος είπε: Άκουσα τη φωνή σου στον παράδεισο, και φοβήθηκα, επειδή είμαι γυμνός· και κρύφτηκα. 11 Και ο Θεός τού είπε: Ποιος σου φανέρωσε ότι είσαι γυμνός; Μήπως έφαγες από το δέντρο, από το οποίο σε πρόσταξα να μη φας; 12 Και ο Αδάμ είπε: Η γυναίκα που μου έδωσες για να είναι μαζί μου, αυτή μου έδωσε από το δέντρο και έφαγα. 13 Και ο Κύριος ο Θεός είπε στη γυναίκα: Τι είναι τούτο που έκανες; Και η γυναίκα είπε: Το φίδι με εξαπάτησε, και έφαγα. 14 Και ο Κύριος ο Θεός είπε στο φίδι: Επειδή έκανες τούτο, επικατάρατο να είσαι ανάμεσα σε όλα τα κτήνη, και όλα τα ζώα τού χωραφιού· επάνω στην κοιλιά σου θα περπατάς, και θα τρως χώμα, όλες τις ημέρες τής ζωής σου· 15 και θα στήσω έχθρα ανάμεσα σε σένα και στη γυναίκα, κι ανάμεσα στο σπέρμα σου και στο σπέρμα της· αυτό θα σου συντρίψει το κεφάλι, κι εσύ θα του λογχίσεις τη φτέρνα του. 16 Και στη γυναίκα είπε: Θα υπερπληθύνω τις λύπες σου και τους πόνους της κυοφορίας σου· με λύπες θα γεννάς παιδιά· και στον άνδρα σου θα είναι η επιθυμία σου, κι αυτός θα σε εξουσιάζει. 17 Και στον Αδάμ είπε: Επειδή υπάκουσες στον λόγο τής γυναίκας σου, και έφαγες από το δέντρο, από το οποίο σε είχα προστάξει λέγοντας: Μη φας απ' αυτό, καταραμένη να είναι η γη εξαιτίας σου· με λύπες θα τρως τους καρπούς της όλες τις ημέρες τής ζωής σου· 18 αγκάθια δε και τριβόλια θα βλαστάνει σε σένα· και θα τρως το χορτάρι τού χωραφιού· 19 με τον ιδρώτα του προσώπου σου θα τρως το ψωμί σου, μέχρις ότου επιστρέψεις στη γη, από την οποία πάρθηκες· επειδή, γη είσαι και σε γη θα επιστρέψεις. 20 Και ο Αδάμ αποκάλεσε το όνομα της γυναίκας του Εύα· επειδή, αυτή ήταν η μητέρα όλων των ζωντανών ανθρώπων. 21 Και ο Κύριος ο Θεός έκανε στον Αδάμ και στη γυναίκα του δερμάτινους χιτώνες, και τους έντυσε. 22 Και ο Κύριος ο Θεός είπε: Δέστε, ο Αδάμ έγινε σαν ένας από μας, στο να γνωρίζει το καλό και το κακό· και τώρα μήπως απλώσει το χέρι του και πάρει από το δέντρο τής ζωής και φάει, και ζήσει αιώνια· 23 γι' αυτό, ο Κύριος ο Θεός τον έβγαλε έξω από τον παράδεισο της Εδέμ, για να εργάζεται τη γη από την οποία πάρθηκε. 24 Και έδιωξε τον Αδάμ· και στα ανατολικά τού παραδείσου της Εδέμ έβαλε τα Χερουβείμ, και τη ρομφαία τη φλόγινη, την περιστρεφόμενη, για να φυλάττουν τον δρόμο τού δέντρου τής ζωής.

Γένεση 4

1 ΚΑΙ ο Αδάμ γνώρισε τη γυναίκα του Εύα· κι εκείνη συνέλαβε, και γέννησε τον Κάιν· και είπε: Απέκτησα άνθρωπον με τη βοήθεια του Κυρίου. 2 Κι επιπλέον γέννησε τον αδελφό του τον Άβελ. Και ο Άβελ ήταν βοσκός προβάτων, ενώ ο Κάιν ήταν γεωργός. 3 Και ύστερα από ημέρες ο Κάιν πρόσφερε από τους καρπούς της γης προσφορά στον Κύριο. 4 Και ο Άβελ πρόσφερε κι αυτός από τα πρωτότοκα των προβάτων του, και από το πάχος τους. Και ο Κύριος κοίταξε με ευμένεια επάνω στον Άβελ, κι επάνω στην προσφορά του· 5 επάνω στον Κάιν, όμως, κι επάνω στην προσφορά του δεν κοίταξε. Και ο Κάιν αγανάκτησε πάρα πολύ, και κατσούφιασε το πρόσωπό του. 6 Και ο Κύριος είπε στον Κάιν: Γιατί αγανάκτησες; Και γιατί κατσούφιασε το πρόσωπό σου; 7 Αν εσύ ενεργείς σωστά, δεν θα είσαι ευπρόσδεκτος; Αν, όμως, δεν ενεργείς σωστά, στην πόρτα βρίσκεται η αμαρτία. Αλλά, σε σένα θα είναι η επιθυμία του, κι εσύ θα εξουσιάζεις επάνω του. 8 Και ο Κάιν είπε στον Άβελ τον αδελφό του: Πάμε στην πεδιάδα· κι ενώ ήσαν στην πεδιάδα, αφού ο Κάιν σηκώθηκε ενάντια στον αδελφό του, τον φόνευσε. 9 Και ο Κύριος είπε στον Κάιν: Πού είναι ο Άβελ, ο αδελφός σου; Κι εκείνος είπε: Δεν ξέρω· μήπως φύλακας του αδελφού μου είμαι εγώ; 10 Και ο Θεός είπε: Τι έκανες; Η φωνή του αίματος του αδελφού σου βοά σε μένα από τη γη· 11 και, τώρα, επικατάρατος να είσαι από τη γη, που άνοιξε το στόμα της για να δεχθεί το αίμα του αδελφού σου από το χέρι σου· 12 όταν εργάζεσαι τη γη, στο εξής δεν θα σου δίνει τον καρπό της· περιφερόμενος και φυγάδας θα είσαι επάνω στη γη. 13 Και ο Κάιν είπε στον Κύριο: Η αμαρτία μου είναι μεγαλύτερη από ό,τι να συγχωρεθεί· 14 δες, εσύ με καταδιώκεις σήμερα από το πρόσωπο της γης, και από το πρόσωπό σου θα κρυφτώ, και θα είμαι περιφερόμενος και φυγάδας επάνω στη γη· και οποιοσδήποτε με βρει, θα με φονεύσει. 15 Και ο Κύριος είπε σ' αυτόν: Γι' αυτό, οποιοσδήποτε φονεύσει τον Κάιν θα τιμωρηθεί επταπλάσια. Και ο Κύριος έβαλε ένα σημάδι στον Κάιν, για να μη τον φονεύσει οποιοσδήποτε τον βρει. 16 Και ο Κάιν βγήκε έξω από το πρόσωπο του Κυρίου, και κατοίκησε στη γη Νωδ, προς τα ανατολικά της Εδέμ. 17 Και ο Κάιν γνώρισε τη γυναίκα του, κι εκείνη συνέλαβε, και γέννησε τον Ενώχ· έκτιζε μάλιστα μια πόλη, και αποκάλεσε το όνομα της πόλης σύμφωνα με το όνομα του γιου του, Ενώχ. 18 Και στον Ενώχ γεννήθηκε ο Ιράδ· και ο Ιράδ γέννησε τον Μεχουϊαήλ· και ο Μεχουϊαήλ γέννησε τον Μεθουσαήλ· και ο Μεθουσαήλ γέννησε τον Λάμεχ. 19 Και ο Λάμεχ πήρε για τον εαυτό του δύο γυναίκες· το όνομα της μιας ήταν Αδά, και το όνομα της άλλης, Σιλλά. 20 Και η Αδά γέννησε τον Ιαβάλ· αυτός ήταν ο πατέρας εκείνων που κατοικούσαν σε σκηνές και έτρεφαν κτήνη. 21 Και το όνομα του αδελφού του ήταν Ιουβάλ· αυτός ήταν πατέρας όλων εκείνων που έπαιζαν κιθάρα και αυλό. 22 Η Σιλλά δε κι αυτή γέννησε τον Θουβάλ-κάιν· που ήταν τεχνίτης χαλκού, κάθε εργαλείου από χαλκό και σίδερο· και αδελφή τού Θουβάλ-κάιν ήταν η Νααμά. 23 Και ο Λάμεχ είπε στις γυναίκες του: Αδά και Σιλλά, ακούστε τη φωνή μου· γυναίκες τού Λάμεχ, ακροαστείτε τα λόγια μου· επειδή, σε πληγή μου σκότωσα έναν άνδρα· και σε μάστιγά μου έναν νέο άνθρωπο. 24 Επειδή, ο μεν Κάιν θα λάβει επταπλάσια εκδίκηση· ο Λάμεχ, όμως, 70 φορές επτά. 25 Και ο Αδάμ γνώρισε ξανά τη γυναίκα του, και γέννησε γιο, και αποκάλεσε το όνομά του Σηθ, λέγοντας ότι ο Θεός μού έδωσε ένα άλλο σπέρμα αντί του Άβελ, τον οποίο φόνευσε ο Κάιν. 26 Και στον Σηθ, παρόμοια, γεννήθηκε γιος· και αποκάλεσε το όνομά του Ενώς. Τότε έγινε αρχή να ονομάζονται με το όνομα του Κυρίου.

Γένεση 5

1 ΤΟΥΤΟ είναι το βιβλίο τής γενεαλογίας του ανθρώπου. Την ημέρα που ο Θεός δημιούργησε τον Αδάμ, τον δημιούργησε σύμφωνα με την εικόνα τού Θεού. 2 Αρσενικό και θηλυκό τούς δημιούργησε· και τους ευλόγησε και αποκάλεσε το όνομά τους Αδάμ, την ημέρα που τους δημιούργησε. 3 Και ο Αδάμ έζησε 130 χρόνια, και γέννησε γιο, σύμφωνα με την ομοίωσή του, σύμφωνα με την εικόνα του, και αποκάλεσε το όνομά του Σηθ· 4 και οι ημέρες τού Αδάμ, αφού γέννησε τον Σηθ, έγιναν 800 χρόνια· και γέννησε γιους και θυγατέρες· 5 και όλες οι ημέρες του Αδάμ, που έζησε, έγιναν 930 χρόνια· και πέθανε. 6 Και ο Σηθ έζησε 105 χρόνια, και γέννησε τον Ενώς· 7 και ο Σηθ, αφού γέννησε τον Ενώς, έζησε 807 χρόνια, και γέννησε γιους και θυγατέρες· 8 και όλες οι ημέρες τού Σηθ έγιναν 912 χρόνια· και πέθανε. 9 Και ο Ενώς έζησε 90 χρόνια και γέννησε τον Καϊνάν· 10 και ο Ενώς, αφού γέννησε τον Καϊνάν, έζησε 815 χρόνια, και γέννησε γιους και θυγατέρες· 11 και όλες οι ημέρες τού Ενώς έγιναν 905 χρόνια· και πέθανε. 12 Και ο Καϊνάν έζησε 70 χρόνια, και γέννησε τον Μααλαλεήλ· 13 και ο Καϊνάν, αφού γέννησε τον Μααλαλεήλ, έζησε 840 χρόνια, και γέννησε γιους και θυγατέρες· 14 και όλες οι ημέρες τού Καϊνάν έγιναν 910 χρόνια· και πέθανε. 15 Και ο Μααλαλεήλ έζησε 65 χρόνια, και γέννησε τον Ιάρεδ· 16 και ο Μααλαλεήλ, αφού γέννησε τον Ιάρεδ, έζησε 830 χρόνια, και γέννησε γιους και θυγατέρες· 17 και όλες οι ημέρες τού Μααλαλεήλ έγιναν 895 χρόνια· και πέθανε. 18 Και ο Ιάρεδ έζησε 162 χρόνια, και γέννησε τον Ενώχ· 19 και ο Ιάρεδ, αφού γέννησε τον Ενώχ, έζησε 800 χρόνια, και γέννησε γιους και θυγατέρες· 20 και όλες οι ημέρες τού Ιάρεδ έγιναν 962 χρόνια· και πέθανε. 21 Και ο Ενώχ έζησε 65 χρόνια, και γέννησε τον Μαθουσάλα· 22 και ο Ενώχ περπάτησε μαζί με τον Θεό, αφού γέννησε τον Μαθουσάλα, 300 χρόνια, και γέννησε γιους και θυγατέρες· 23 και όλες οι ημέρες τού Ενώχ έγιναν 365 χρόνια. 24 Και ο Ενώχ περπάτησε μαζί με τον Θεό, και δεν βρισκόταν πλέον· επειδή, τον μετέθεσε ο Θεός. 25 Και ο Μαθουσάλα έζησε 187 χρόνια, και γέννησε τον Λάμεχ· 26 και ο Μαθουσάλα, αφού γέννησε τον Λάμεχ, έζησε 782 χρόνια, και γέννησε γιους και θυγατέρες· 27 και όλες οι ημέρες τού Μαθουσάλα έγιναν 969 χρόνια· και πέθανε. 28 Και ο Λάμεχ έζησε 182 χρόνια, και γέννησε γιο· 29 και αποκάλεσε το όνομά του Νώε, λέγοντας: Αυτός θα μας ανακουφίσει από το έργο μας, και από τον μόχθο των χεριών μας, εξαιτίας της γης, που ο Κύριος καταράστηκε. 30 Και ο Λάμεχ, αφού γέννησε τον Νώε, έζησε 595 χρόνια, και γέννησε γιους και θυγατέρες· 31 και όλες οι ημέρες τού Λάμεχ έγιναν 777 χρόνια· και πέθανε. 32 Και ο Νώε ήταν ηλικίας 500 χρόνων· και ο Νώε γέννησε τον Σημ, τον Χαμ, και τον Ιάφεθ.

Γένεση 6

1 ΚΑΙ όταν οι άνθρωποι άρχισαν να πληθύνονται επάνω στο πρόσωπο της γης, και γεννήθηκαν σ' αυτούς θυγατέρες, 2 βλέποντας οι γιοι τού Θεού τις θυγατέρες των ανθρώπων, ότι ήσαν ωραίες, πήραν για τον εαυτό τους γυναίκες από όλες όσες διάλεξαν. 3 Και ο Κύριος είπε: Δεν θα παραμείνει το πνεύμα μου πάντοτε μαζί με τον άνθρωπο, επειδή είναι σάρκα· οι ημέρες του θα είναι ακόμα 120 χρόνια. 4 Κατά τις ημέρες εκείνες ήσαν οι γίγαντες επάνω στη γη, κι ακόμα, ύστερα, αφού οι γιοι του Θεού είχαν μπει μέσα στις θυγατέρες των ανθρώπων, κι αυτές τεκνοποίησαν σ' αυτούς· εκείνοι ήσαν οι δυνατοί, οι ονομαστοί άνδρες από παλιά. 5 Και ο Κύριος είδε ότι η κακία τού ανθρώπου πληθυνόταν επάνω στη γη, και όλοι οι σκοποί των διαλογισμών της καρδιάς του ήσαν μόνον κακία όλες τις ημέρες. 6 Και ο Κύριος μεταμελήθηκε ότι δημιούργησε τον άνθρωπο επάνω στη γη· και λυπήθηκε στην καρδιά του. 7 Και ο Κύριος είπε: Θα εξαλείψω τον άνθρωπο που δημιούργησα από το πρόσωπο της γης· από άνθρωπον μέχρι κτήνος, μέχρι ερπετό και μέχρι πουλί τού ουρανού· επειδή, μεταμελήθηκα ότι τους δημιούργησα. 8 Ο Νώε, όμως, βρήκε χάρη μπροστά στον Κύριο. 9 Αυτή είναι η γενεαλογία του Νώε. Ο Νώε ήταν δίκαιος άνθρωπος, τέλειος ανάμεσα στους συγχρόνους του· ο Νώε περπάτησε μαζί με τον Θεό. 10 Και ο Νώε γέννησε τρεις γιους, τον Σημ, τον Χαμ, και τον Ιάφεθ. 11 Και η γη διαφθάρηκε μπροστά στον Θεό, και η γη γέμισε ολοκληρωτικά από αδικία. 12 Και ο Θεός είδε τη γη, και να, ήταν διεφθαρμένη· επειδή, κάθε σάρκα είχε διαφθείρει τον δρόμο της επάνω στη γη. 13 Και ο Θεός είπε στον Νώε: Το τέλος κάθε σάρκας ήρθε μπροστά μου, επειδή η γη γέμισε ολοκληρωτικά αδικία απ' αυτούς· και δες, θα εξολοθρεύσω αυτούς και τη γη. 14 Φτιάξε για τον εαυτό σου μια κιβωτό από ξύλα Γόφερ· σε δωμάτια θα φτιάξεις την κιβωτό, και θα την αλείψεις από μέσα κι απέξω με πίσσα. 15 Και θα την κάνεις ως εξής· το μεν μήκος τής κιβωτού θα είναι 300 πήχες· το δε πλάτος της, 50 πήχες· και το ύψος της, 30 πήχες. 16 Θα φτιάξεις μια στέγη στην κιβωτό, και θα την τελειώσεις από επάνω σε μία πήχη· και την πόρτα της κιβωτού θα τη βάλεις από τα πλάγια· θα τη φτιάξεις κατώγεια, διώροφα και τριώροφα· 17 κι εγώ, πρόσεξε, εγώ επιφέρω κατακλυσμό των νερών επάνω στη γη, για να εξολοθρεύσω κάθε σάρκα, που έχει μέσα της πνεύμα ζωής κάτω από τον ουρανό· κάθε τι που βρίσκεται επάνω στη γη, θα πεθάνει. 18 Και θα στήσω τη διαθήκη μου σε σένα· και θα μπεις μέσα στην κιβωτό, εσύ και οι γιοι σου, και η γυναίκα σου, και οι γυναίκες των γιων σου μαζί σου. 19 Και από κάθε ζώο κάθε είδους σάρκας, ανά δύο από όλα, θα βάλεις μέσα στην κιβωτό, για να φυλάξεις τη ζωή τους μαζί σου· αρσενικό και θηλυκό θα είναι. 20 Από τα πουλιά, σύμφωνα με το είδος τους, και από τα κτήνη, σύμφωνα με το είδος τους, από όλα τα ερπετά τής γης, σύμφωνα με το είδος τους, ανά δύο από όλα θα μπουν μέσα μαζί σου, για να φυλάξεις τη ζωή τους. 21 Κι εσύ, πάρε για τον εαυτό σου από κάθε φαγητό, που τρώγεται, και συγκέντρωσέ το κοντά σου· και θα είναι σε σένα, και σ' αυτά, για τροφή. 22 Και ο Νώε έκανε σύμφωνα με όλα όσα τον πρόσταξε ο Θεός· έτσι έκανε.

Γένεση 7

1 ΚΑΙ ο Κύριος είπε στον Νώε: Μπες μέσα στην κιβωτό εσύ, και ολόκληρη η οικογένειά σου· επειδή, σε είδα δίκαιο μπροστά μου σ' αυτή τη γενεά· 2 από όλα τα κτήνη τα καθαρά πάρε μαζί σου ανά επτά, το αρσενικό και το θηλυκό του· και από τα κτήνη τα μη καθαρά ανά δύο, το αρσενικό και το θηλυκό του· 3 και από τα πουλιά τού ουρανού ανά επτά, αρσενικό και θηλυκό· για να διατηρήσεις σπέρμα επάνω στο πρόσωπο ολόκληρης της γης· 4 επειδή, μετά από ακόμα επτά ημέρες εγώ φέρνω βροχή επάνω στη γη 40 ημέρες και 40 νύχτες· και θα εξαλείψω από το πρόσωπο της γης κάθε τι που υπάρχει, το οποίο δημιούργησα. 5 Και ο Νώε έκανε σύμφωνα με όλα όσα πρόσταξε σ' αυτόν ο Κύριος. 6 Και ο Νώε ήταν 600 χρόνων, όταν έγινε ο κατακλυσμός των νερών επάνω στη γη. 7 Και ο Νώε μπήκε μέσα στην κιβωτό, και οι γιοι του, και η γυναίκα του, και οι γυναίκες των γιων του μαζί του, εξαιτίας των νερών του κατακλυσμού. 8 Από τα κτήνη τα καθαρά, και από τα κτήνη τα μη καθαρά, και από τα πουλιά, και από όλα εκείνα που σέρνονται επάνω στη γη, 9 ανά δύο μπήκαν μαζί μέσα προς τον Νώε στην κιβωτό, αρσενικό και θηλυκό, καθώς ο Κύριος πρόσταξε στον Νώε. 10 Και ύστερα από επτά ημέρες, τα νερά τού κατακλυσμού έπεσαν επάνω στη γη. 11 Τον 600ό χρόνο τής ζωής τού Νώε, τον δεύτερο μήνα, τη 17η ημέρα τού μήνα, αυτή την ίδια ημέρα σχίστηκαν όλες οι πηγές τής μεγάλης αβύσσου, και οι καταρράκτες των ουρανών ανοίχτηκαν. 12 Και έγινε ραγδαία βροχή επάνω στη γη για 40 ημέρες και 40 νύχτες. 13 Και κατά την ίδια εκείνη ημέρα μπήκε μέσα στην κιβωτό ο Νώε, και οι γιοι τού Νώε, ο Σημ, και ο Χαμ, και ο Ιάφεθ, και η γυναίκα τού Νώε, και οι τρεις γυναίκες των γιων του μαζί τους· 14 αυτοί, και όλα τα ζώα σύμφωνα με το είδος τους, και όλα τα κτήνη σύμφωνα με το είδος τους, και όλα τα ερπετά που σέρνονται επάνω στη γη σύμφωνα με το είδος τους, και όλα τα πουλιά σύμφωνα με το είδος τους, και κάθε φτερωτό από κάθε είδος. 15 Και μπήκαν μέσα στην κιβωτό προς τον Νώε, ανά δύο από κάθε σάρκα που έχει πνεύμα ζωής. 16 Και εκείνα που έμπαιναν μέσα, μπήκαν μέσα αρσενικό και θηλυκό από κάθε σάρκα, καθώς τον πρόσταξε ο Θεός, και ο Κύριος έκλεισε την κιβωτό από επάνω του. 17 Και ο κατακλυσμός έγινε για 40 ημέρες επάνω στη γη· και τα νερά πλήθυναν, και σήκωσαν την κιβωτό, και σηκώθηκε ψηλά από τη γη. 18 Και δυνάμωναν τα νερά, και πληθύνονταν υπερβολικά επάνω στη γη· και η κιβωτός φερόταν επάνω στην επιφάνεια των νερών. 19 Και τα νερά υπερδυνάμωναν σε υπερβολικό βαθμό επάνω στη γη· και σκεπάστηκαν όλα τα ψηλά βουνά, που είναι κάτω από ολόκληρο τον ουρανό. 20 15 πήχες πιο ψηλά υψώθηκαν τα νερά, και σκεπάστηκαν τα βουνά. 21 Και πέθανε κάθε κινούμενη σάρκα επάνω στη γη, από τα πουλιά, και από τα κτήνη, και από τα ζώα, και από όλα τα ερπετά που σέρνονται επάνω στη γη, και κάθε άνθρωπος. 22 Από όλα τα όντα επάνω στην ξηρά, όλα όσα είχαν πνοή ζωής στους μυκτήρες τους, πέθαναν. 23 Και εξαλείφθηκε κάθε τι που υπήρχε επάνω στο πρόσωπο της γης, από άνθρωπο μέχρι κτήνος, μέχρι ερπετό, και μέχρι πουλί τού ουρανού, και εξαλείφθηκαν από τη γη· έμενε δε μόνον ο Νώε, και όσα ήσαν μαζί του μέσα στην κιβωτό. 24 Και δυνάμωναν τα νερά επάνω στη γη για 150 ημέρες.

Γένεση 8

1 ΚΑΙ ο Θεός θυμήθηκε τον Νώε, και όλα τα ζώα, και όλα τα κτήνη, που ήσαν μαζί του μέσα στην κιβωτό· και ο Θεός έστειλε άνεμο επάνω στη γη, και στάθηκαν τα νερά. 2 Και κλείστηκαν οι πηγές τής αβύσσου, και οι καταρράκτες τού ουρανού· και κρατήθηκε η ραγδαία βροχή από τους ουρανούς. 3 Και αποσύρονταν τα νερά από τη γη συνεχώς· και λιγόστευαν τα νερά ύστερα από τις 150 ημέρες. 4 Και η κιβωτός κάθησε τη 17η ημέρα τού έβδομου μήνα επάνω στα βουνά Αραράτ. 5 Και τα νερά λιγόστευαν συνεχώς μέχρι τον δέκατο μήνα· την πρώτη ημέρα τού δέκατου μήνα φάνηκαν οι κορυφές των βουνών. 6 Και μετά 40 ημέρες ο Νώε άνοιξε τη θυρίδα τής κιβωτού, που είχε κάνει· 7 και έστειλε τον κόρακα, ο οποίος βγαίνοντας πήγαινε κι ερχόταν, μέχρις ότου ξεράθηκαν τα νερά από τη γη. 8 Και έστειλε το περιστέρι έπειτα απ' αυτόν, για να δει αν σταμάτησαν τα νερά από το πρόσωπο της γης· 9 και το περιστέρι μη βρίσκοντας ανάπαυση στα πόδια του, ξαναγύρισε σ' αυτόν στην κιβωτό, επειδή τα νερά ήσαν επάνω στο πρόσωπο ολόκληρης της γης. Κι απλώνοντας το χέρι του, το έπιασε και το έφερε μέσα στην κιβωτό κοντά του. 10 Και περίμενε ακόμα άλλες επτά ημέρες, και έστειλε ξανά το περιστέρι από την κιβωτό· 11 και το περιστέρι ξαναγύρισε σ' αυτόν προς το δειλινό, και να, στο στόμα του υπήρχε ένα φύλλο ελιάς, αποκομμένο· και ο Νώε γνώρισε ότι τα νερά σταμάτησαν από τη γη. 12 Και περίμενε ακόμα άλλες επτά ημέρες, και έστειλε το περιστέρι· και δεν ξαναγύρισε πλέον σ' αυτόν. 13 Και στον 601ο χρόνο τού Νώε, την πρώτη ημέρα τού πρώτου μήνα, εξέλιπαν τα νερά από τη γη· και ο Νώε σήκωσε τη στέγη τής κιβωτού, και είδε, και να, εξέλιπε το νερό από το πρόσωπο της γης. 14 Και την 27η ημέρα του δεύτερου μήνα η γη στέγνωσε. 15 Και ο Θεός μίλησε στον Νώε, λέγοντας: 16 Βγες έξω από την κιβωτό, εσύ, και η γυναίκα σου, και οι γιοι σου, και οι γυναίκες των γιων σου μαζί σου· 17 όλα τα ζώα που είναι μαζί σου, από κάθε σάρκα, και τα πουλιά και τα κτήνη, και κάθε ερπετό που σέρνεται επάνω στη γη, να τα βγάλεις έξω μαζί σου, και ας πολλαπλασιαστούν επάνω στη γη, και ας αυξηθούν, και ας πληθύνουν επάνω στη γη. 18 Και βγήκε έξω ο Νώε, και οι γιοι του, και η γυναίκα του, και οι γυναίκες των γιων του μαζί του· 19 όλα τα ζώα, όλα τα ερπετά, και όλα τα πουλιά, κάθε τι που κινείται επάνω στη γη, σύμφωνα με τα είδη τους, βγήκαν έξω από την κιβωτό. 20 Και ο Νώε έκτισε ένα θυσιαστήριο στον Κύριο· και πήρε από κάθε καθαρό κτήνος, και από κάθε καθαρό πουλί, και πρόσφερε ολοκαυτώματα επάνω στο θυσιαστήριο. 21 Και ο Κύριος οσφράνθηκε οσμή ευωδίας· και ο Κύριος είπε στην καρδιά του: Δεν θα καταραστώ στο εξής τη γη εξαιτίας του ανθρώπου· επειδή, ο λογισμός της καρδιάς τού ανθρώπου είναι κακός από τη νηπιότητά του· ούτε θα πατάξω στο εξής όλα όσα ζουν, καθώς έκανα· 22 όσον καιρό η γη μένει, σπορά και θερισμός, και ψύχος και καύμα, και καλοκαίρι και χειμώνας, και ημέρα και νύχτα, δεν θα παύσουν να υπάρχουν.

Γένεση 9

1 ΚΑΙ ο Θεός ευλόγησε τον Νώε, και τους γιους του· και τους είπε: Αυξάνεστε και πληθύνεστε, και γεμίστε τη γη· 2 και ο φόβος σας, και ο τρόμος σας, θα είναι επάνω σε όλα τα ζώα τής γης, κι επάνω σε όλα τα πουλιά τού ουρανού, επάνω σε κάθε τι που σέρνεται επάνω στη γη, κι επάνω σε όλα τα ψάρια τής θάλασσας· στα χέρια σας δόθηκαν· 3 κάθε τι που κινείται, το οποίο ζει, θα είναι σε σας για τροφή· μέχρι το χλωρό χορτάρι, σας έδωσα τα πάντα· 4 κρέας, όμως, με τη ζωή του, με το αίμα του, δεν θα φάτε· 5 και θα εκζητήσω εξάπαντος το αίμα σας, το αίμα της ζωής σας· από το χέρι κάθε ζώου θα το εκζητήσω, και από το χέρι τού ανθρώπου· από το χέρι τού κάθε αδελφού θα εκζητήσω τη ζωή τού ανθρώπου· 6 όποιος χύσει αίμα ανθρώπου, από άνθρωπο θα χυθεί το αίμα του· επειδή, σύμφωνα με την εικόνα τού Θεού ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο· 7 κι εσείς αυξάνεστε και πληθύνεστε, πολλαπλασιάζεστε επάνω στη γη, και πληθύνεστε επάνω σ' αυτή. 8 Και ο Θεός είπε στον Νώε, και στους γιους του μαζί του, λέγοντας: 9 Κι εγώ, δες, στήνω τη διαθήκη μου σε σας, και στο σπέρμα σας μετά από σας· 10 και σε κάθε έμψυχο ζώο, που είναι μαζί σας, από τα πουλιά, από τα κτήνη, και από όλα τα ζώα της γης, που είναι μαζί σας· από κάθε ένα που βγήκε από την κιβωτό, μέχρι κάθε ζώο της γης· 11 και στήνω τη διαθήκη μου σε σας· και στο εξής δεν θα εξολοθρευτεί καμιά σάρκα από τα νερά του κατακλυσμού· ούτε θα υπάρξει πλέον κατακλυσμός για να φθείρει τη γη. 12 Και ο Θεός είπε: Τούτο είναι το σημείο τής διαθήκης, που εγώ κάνω ανάμεσα σε μένα και σε σας και σε κάθε έμψυχο ζώο, που είναι μαζί σας, σε αιώνιες γενεές. 13 Βάζω το τόξο μου στο σύννεφο, και θα είναι σε σημείο διαθήκης ανάμεσα σε μένα και στη γη· 14 και όταν συγκεντρώσω σύννεφα επάνω στη γη, θα φανεί το τόξο στα σύννεφα· 15 και θα θυμηθώ τη διαθήκη μου, ανάμεσα σε μένα και σε σας, και σε κάθε έμψυχο ζώο από κάθε σάρκα· και τα νερά δεν θα είναι πλέον για κατακλυσμό για να εξαλείψουν κάθε σάρκα· 16 και το τόξο θα είναι στο σύννεφο· και θα το βλέπω, για να θυμάμαι την παντοτινή διαθήκη, τη διαθήκη ανάμεσα στον Θεό και σε κάθε έμψυχο ζώο από κάθε σάρκα, που υπάρχει επάνω στη γη. 17 Και ο Θεός είπε στον Νώε: Τούτο είναι το σημείο τής διαθήκης, που έστησα ανάμεσα σε μένα και σε κάθε σάρκα, που υπάρχει επάνω στη γη. 18 Και οι γιοι τού Νώε, που βγήκαν από την κιβωτό, ήσαν ο Σημ, και ο Χαμ, και ο Ιάφεθ. Και ο Χαμ ήταν ο πατέρας τού Χαναάν. 19 Αυτοί οι τρεις είναι οι γιοι τού Νώε, και απ' αυτούς διασκορπίστηκαν σε ολόκληρη τη γη. 20 Και ο Νώε άρχισε να είναι γεωργός, και φύτεψε ένα αμπέλι· 21 και ήπιε από το κρασί, και μέθυσε, και γυμνώθηκε μέσα στη σκηνή του. 22 Και ο Χαμ, ο πατέρας τού Χαναάν, είδε τη γύμνωση του πατέρα του· και το ανήγγειλε στους δύο αδελφούς του έξω. 23 Και παίρνοντας ο Σημ και ο Ιάφεθ το ένδυμα, το έβαλαν επάνω στις δύο πλάτες τους· και περπατώντας πισώπλατα, σκέπασαν τη γύμνωση του πατέρα τους· και τα πρόσωπά τους ήσαν προς τα πίσω και δεν είδαν τη γύμνωση του πατέρα τους. 24 Και όταν ο Νώε συνήλθε από το κρασί του, έμαθε όσα έκανε σ' αυτόν ο γιος του ο νεότερος. 25 Και είπε: Επικατάρατος ο Χαναάν· θα είναι δούλος των δούλων στους αδελφούς του. 26 Και είπε: Ευλογητός ο Κύριος ο Θεό τού Σημ· και ο Χαναάν θα είναι σ' αυτόν δούλος· 27 ο Θεός θα πλατύνει τον Ιάφεθ, και θα κατοικήσει στις σκηνές τού Σημ, και ο Χαναάν θα είναι σ' αυτόν δούλος. 28 Και ο Νώε έζησε μετά τον κατακλυσμό 350 χρόνια. 29 Και όλες οι ημέρες τού Νώε έγιναν 950 χρόνια· και πέθανε.

Γένεση 10

1 ΚΑΙ οι γενεαλογίες των γιων τού Νώε, του Σημ, του Χαμ και του Ιάφεθ είναι αυτές· και γεννήθηκαν σ' αυτούς γιοι μετά τον κατακλυσμό. 2 Οι γιοι τού Ιάφεθ ήσαν ο Γομέρ, και ο Μαγώγ, και ο Μαδαϊ, και ο Ιαυάν, και ο Θουβάλ, και ο Μεσέχ, και ο Θειράς. 3 Και οι γιοι τού Γομέρ, ήσαν ο Ασχενάζ, και ο Ριφάθ, και ο Θωγαρμά. 4 Και οι γιοι τού Ιαυάν, ήσαν ο Ελεισά, και ο Θαρσείς, ο Κιττείμ, και ο Δωδανείμ. 5 Απ' αυτούς μοιράστηκαν τα νησιά των εθνών στους τόπους τους· του καθενός σύμφωνα με τη γλώσσα του, σύμφωνα με τις φυλές τους, στα έθνη τους. 6 Και οι γιοι τού Χαμ, ήσαν ο Χους, και ο Μισραϊμ, και ο Φουθ, και ο Χαναάν. 7 Και οι γιοι τού Χους ήσαν ο Σεβά, και ο Αβιλά, και ο Σαβθά, και ο Ρααμά, και ο Σαβθεκά· και οι γιοι τού Ρααμά ήσαν ο Σεβά και ο Δαιδάν. 8 Και ο Χους γέννησε τον Νεβρώδ. Αυτός άρχισε να είναι ισχυρός επάνω στη γη· 9 αυτός ήταν ισχυρός κυνηγός μπροστά στον Κύριο· γι' αυτό και λέγεται: Όπως ο Νεβρώδ, ισχυρός κυνηγός μπροστά στον Κύριο· 10 και η αρχή τής βασιλείας του στάθηκε η Βαβυλώνα, και η Ερέχ, και η Αχάδ, και η Χαλνέ, στη γη Σεναάρ. 11 Από εκείνη τη γη βγήκε ο Ασσούρ, και οικοδόμησε τη Νινευή, και την πόλη Ρεχωβώθ, και τη Χαλάχ, 12 και τη Ρεσέν, ανάμεσα στη Νινευή και τη Χαλάχ· αυτή είναι η μεγάλη πόλη. 13 Και ο Μισραϊμ γέννησε τους Λουδείμ, και τους Ανανείμ, και τους Λεαβείμ, και τους Ναφθουχείμ, 14 και τους Πατρουσείμ, και τους Χασλουχείμ, από τους οποίους βγήκαν οι Φιλισταίοι, και τους Χαφθορείμ. 15 Και ο Χαναάν γέννησε τον Σιδώνα, τον πρωτότοκό του, και τον Χετταίο, 16 και τον Ιεβουσαίο, και τον Αμορραίο, και τον Γεργεσαίο, 17 και τον Ευαίο, και τον Αρουκαίο, και τον Ασενναίο, 18 και τον Αρβάδιο, και τον Σαμαραίο, και τον Αμαθαίο. Και ύστερα απ' αυτό διασπάρθηκαν οι φυλές των Χαναναίων. 19 Και τα όρια των Χαναναίων ήσαν από τη Σιδώνα, καθώς πηγαίνει κανείς στα Γέραρα, μέχρι τη Γάζα, και καθώς πηγαίνει κανείς στα Σόδομα και Γόμορρα, και προς την Αδαμά και τη Σεβωείμ, μέχρι τη Λασά. 20 Αυτοί είναι οι γιοι τού Χαμ, σύμφωνα με τις φυλές τους, σύμφωνα με τις γλώσσες τους, στους τόπους τους, στα έθνη τους. 21 Και στον Σημ, τον πατέρα όλων των γιων τού Έβερ, τον αδελφό τού Ιάφεθ τού μεγαλύτερου, γεννήθηκαν και σ' αυτόν γιοι. 22 Οι γιοι τού Σημ ήσαν ο Ελάμ, και ο Ασσούρ, και ο Αρφαξάδ, και ο Λουδ, και ο Αράμ. 23 Και οι γιοι τού Αράμ, ήσαν ο Ουζ, και ο Ουλ, και ο Γεθέρ, και ο Μας. 24 Και ο Αρφαξάδ γέννησε τον Σαλά· και ο Σαλά γέννησε τον Έβερ. 25 Και στον Έβερ γεννήθηκαν δύο γιοι· το όνομα του ενός, Φαλέγ· επειδή, στις ημέρες του διαμερίστηκε η γη· και το όνομα του αδελφού του ήταν Ιοκτάν. 26 Και ο Ιοκτάν γέννησε τον Αλμωδάδ, και τον Σαλέφ, και τον Ασαρμαβέθ, και τον Ιαράχ, 27 και τον Αδωράμ, και τον Ουζάλ, και τον Δικλά, 28 και τον Οβάλ, και τον Αβιμαήλ, και τον Σεβά, 29 και τον Οφείρ, και τον Αβιλά, και τον Ιωαβάβ· όλοι αυτοί ήσαν γιοι τού Ιοκτάν. 30 Και η κατοικία τους ήταν από τη Μησά, καθώς πηγαίνει κανείς προς τη Σεφαρά, στο βουνό της Ανατολής. 31 Αυτοί είναι οι γιοι τού Σημ, σύμφωνα με τις φυλές τους, σύμφωνα με τις γλώσσες τους, στους τόπους τους, σύμφωνα με τα έθνη τους. 32 Αυτές είναι οι φυλές των γιων τού Νώε, σύμφωνα με τις γενεές τους, στα έθνη τους· και απ' αυτούς διασπάρθηκαν τα έθνη επάνω στη γη μετά τον κατακλυσμό.

Γένεση 11

1 ΚΑΙ ολόκληρη η γη ήταν μιας γλώσσας, και μιας φωνής. 2 Και όταν κίνησαν από την ανατολή, βρήκαν μια πεδιάδα στη γη Σεναάρ· και κατοίκησαν εκεί. 3 Και ο ένας είπε στον άλλον: Ελάτε, ας κάνουμε πλίθες, και ας τις ψήσουμε σε φωτιά· και η μεν πλίθα τούς χρησίμευσε αντί για πέτρα, η δε άσφαλτος τους χρησίμευσε αντί για πηλό. 4 Και είπαν: Ελάτε, ας κτίσουμε για μας μια πόλη και έναν πύργο, που η κορυφή του να φτάνει μέχρι τον ουρανό· και ας αποκτήσουμε για μας όνομα, μήπως και διασπαρούμε επάνω στο πρόσωπο της γης. 5 Και ο Κύριος κατέβηκε για να δει την πόλη και τον πύργο, που οικοδόμησαν οι γιοι των ανθρώπων. 6 Και ο Κύριος είπε: Να, ένας λαός, και όλοι έχουν μία γλώσσα, και άρχισαν να το πραγματοποιούν· και τώρα δεν θα εμποδιστεί σ' αυτούς κάθε τι που σκοπεύουν να κάνουν· 7 ελάτε, ας κατέβουμε, και ας συγχύσουμε εκεί τη γλώσσα τους, για να μη καταλαβαίνει ο ένας τη γλώσσα τού άλλου. 8 Και από εκεί ο Κύριος τους διασκόρπισε επάνω στο πρόσωπο ολόκληρης της γης· και σταμάτησαν να κτίζουν την πόλη. 9 Γι' αυτό, το όνομά της ονομάστηκε Βαβέλ· επειδή, εκεί ο Κύριος σύγχυσε τη γλώσσα ολόκληρης της γης· και από εκεί ο Κύριος τους διασκόρπισε επάνω στο πρόσωπο ολόκληρης της γης. 10 ΑΥΤΗ είναι η γενεαλογία του Σημ. Ο Σημ ήταν 100 χρόνων, όταν γέννησε τον Αρφαξάδ, δύο χρόνια μετά τον κατακλυσμό· 11 και ο Σημ έζησε, αφού γέννησε τον Αρφαξάδ, 500 χρόνια, και γέννησε γιους και θυγατέρες. 12 Και ο Αρφαξάδ έζησε 35 χρόνια, και γέννησε τον Σαλά· 13 και ο Αρφαξάδ έζησε, αφού γέννησε τον Σαλά, 403 χρόνια, και γέννησε γιους και θυγατέρες. 14 Και ο Σαλά έζησε 30 χρόνια, και γέννησε τον Έβερ· 15 και ο Σαλά έζησε, αφού γέννησε τον Έβερ, 403 χρόνια, και γέννησε γιους και θυγατέρες. 16 Και ο Έβερ έζησε 34 χρόνια, και γέννησε τον Φαλέγ· 17 και ο Έβερ έζησε, αφού γέννησε τον Φαλέγ, 430 χρόνια, και γέννησε γιους και θυγατέρες. 18 Και ο Φαλέγ έζησε 30 χρόνια, και γέννησε τον Ραγαύ· 19 και ο Φαλέγ έζησε, αφού γέννησε τον Ραγαύ, 209 χρόνια, και γέννησε γιους και θυγατέρες. 20 Και ο Ραγαύ έζησε 32 χρόνια, και γέννησε τον Σερούχ· 21 και ο Ραγαύ έζησε, αφού γέννησε τον Σερούχ, 207 χρόνια, και γέννησε γιους και θυγατέρες. 22 Και ο Σερούχ έζησε 30 χρόνια, και γέννησε τον Ναχώρ· 23 και ο Σερούχ έζησε, αφού γέννησε τον Ναχώρ, 200 χρόνια, και γέννησε γιους και θυγατέρες. 24 Και ο Ναχώρ έζησε 29 χρόνια, και γέννησε τον Θάρα· 25 και ο Ναχώρ έζησε, αφού γέννησε τον Θάρα, 119 χρόνια, και γέννησε γιους και θυγατέρες. 26 Και ο Θάρα έζησε 70 χρόνια, και γέννησε τον Άβραμ, τον Ναχώρ, και τον Αρράν. 27 ΚΑΙ αυτή είναι η γενεαλογία τού Θάρα: Ο Θάρα γέννησε τον Άβραμ, τον Ναχώρ, και τον Αρράν· και ο Αρράν γέννησε τον Λωτ. 28 Και ο Αρράν πέθανε μπροστά στον Θάρα τον πατέρα του, στον τόπο της γέννησής του, στην Ουρ των Χαλδαίων. 29 Και ο Άβραμ και ο Ναχώρ πήραν για τον εαυτό τους γυναίκες· το όνομα της γυναίκας τού Άβραμ, ήταν Σάρα· και το όνομα της γυναίκας τού Ναχώρ, ήταν Μελχά, θυγατέρα τού Αρράν, πατέρα τής Μελχά και πατέρα τού Ιεσχά. 30 Και η Σάρα ήταν στείρα, δεν είχε παιδί. 31 Και ο Θάρα πήρε τον γιο του, τον Άβραμ, και τον Λωτ, τον γιο τού Αρράν, τον εγγονό του, και τη νύφη του, τη Σάρα, τη γυναίκα τού Άβραμ, του γιου του· και μαζί βγήκαν από την Ουρ των Χαλδαίων για να πάνε στη γη Χαναάν· και ήρθαν μέχρι τη Χαρράν, και κατοίκησαν εκεί. 32 Και οι ημέρες τού Θάρα έγιναν 205 χρόνια· και ο Θάρα πέθανε στη Χαρράν.

Γένεση 12

1 ΚΑΙ ο Κύριος είπε στον Άβραμ: Βγες έξω από τη γη σου, και από τη συγγένειά σου, και από την οικογένεια του πατέρα σου, στη γη που θα σου δείξω· 2 και θα σε κάνω να γίνεις ένα μεγάλο έθνος· και θα σε ευλογήσω, και θα μεγαλύνω το όνομά σου· και θα είσαι για ευλογία· 3 και θα ευλογήσω εκείνους που σε ευλογούν, και θα καταραστώ εκείνους που σε καταριούνται· και μέσα από σένα θα ευλογηθούν όλες οι φυλές τής γης. 4 Και ο Άβραμ πήγε, καθώς του είπε ο Κύριος· και μαζί του πήγε και ο Λωτ· και ο Άβραμ ήταν ηλικίας 75 χρόνων, όταν βγήκε από τη Χαρράν. 5 Και ο Άβραμ πήρε τη Σάρα, τη γυναίκα του, και τον γιο τού αδελφού του, τον Λωτ, και όλα τα υπάρχοντά τους, όσα είχαν αποκτήσει, και τους ανθρώπους που είχαν αποκτήσει στη Χαρράν, και βγήκαν για να πάνε στη γη Χαναάν· και ήρθαν στη γη Χαναάν. 6 Και ο Άβραμ διαπέρασε εκείνη τη γη μέχρι τον τόπο Συχέμ, μέχρι τη βελανιδιά Μορέχ· και οι Χαναναίοι κατοικούσαν τότε σ' αυτή τη γη. 7 Και ο Κύριος φάνηκε στον Άβραμ, και του είπε: Στο σπέρμα σου θα δώσω αυτή τη γη. Και έκτισε εκεί θυσιαστήριο στον Κύριο, που φάνηκε σ' αυτόν. 8 Και από εκεί μετέβηκε στο βουνό, που είναι προς τα μεσημβρινά τής Βαιθήλ, και έστησε τη σκηνή του, έχοντας τη Βαιθήλ προς τα δυτικά, και τη Γαι προς τα ανατολικά· και έκτισε εκεί θυσιαστήριο στον Κύριο, και επικαλέστηκε το όνομα του Κυρίου. 9 Και ο Άβραμ μετασκήνωσε οδοιπορώντας και προχωρώντας προς τα μεσημβρινά. 10 Και έγινε πείνα σ' αυτή τη γη· και ο Άβραμ κατέβηκε στην Αίγυπτο για να παροικήσει εκεί· επειδή, η πείνα στη γη ήταν βαριά. 11 Και όταν πλησίαζε να μπει μέσα στην Αίγυπτο, είπε στη Σάρα, τη γυναίκα του: Δες, γνωρίζω ότι είσαι μια όμορφη γυναίκα· 12 θα συμβεί, λοιπόν, ώστε καθώς σε δουν οι Αιγύπτιοι θα πουν: Γυναίκα του είναι αυτή· και θα με φονεύσουν, εσένα όμως θα σε διαφυλάξουν ζωντανή· 13 πες, λοιπόν, ότι είσαι αδελφή μου, για να γίνει σε μένα καλό εξαιτίας σου, και να διαφυλαχθεί η ζωή μου, για χάρη σου. 14 ΚΑΙ όταν ο Άβραμ μπήκε μέσα στην Αίγυπτο, είδαν οι Αιγύπτιοι τη γυναίκα ότι ήταν υπερβολικά ωραία. 15 Και οι άρχοντες του Φαραώ την είδαν, και την επαίνεσαν στον Φαραώ· και πήραν τη γυναίκα στο σπίτι του Φαραώ. 16 Και μεταχειρίστηκαν τον Άβραμ καλά για χάρη της· και είχε πρόβατα, και βόδια, και γαϊδούρια, και δούλους, και δούλες, και θηλυκά γαϊδούρια και καμήλες. 17 Και ο Κύριος έρριξε στον Φαραώ και στην οικογένειά του μεγάλες πληγές εξαιτίας της Σάρας τής γυναίκας τού Άβραμ· 18 και ο Φαραώ κάλεσε τον Άβραμ, και του είπε: Τι είναι αυτό που μου έκανες; Γιατί δεν μου φανέρωσες ότι αυτή είναι γυναίκα σου; 19 Γιατί είπες: Αυτή είναι αδελφή μου; Και την πήρα στον εαυτό μου για γυναίκα· και τώρα, να η γυναίκα σου· παρ' την, και πήγαινε. 20 Και ο Φαραώ διόρισε ανθρώπους γι' αυτόν· και τον πρόπεμψαν με συνοδεία, και τη γυναίκα του, και όλα όσα είχε.

Γένεση 13

1 ΚΑΙ ο Άβραμ ανέβηκε από την Αίγυπτο, αυτός και η γυναίκα του και όλα όσα είχε, και ο Λωτ μαζί του, προς τα μεσημβρινά. 2 Και ο Άβραμ ήταν υπερβολικά πλούσιος σε κτήνη, σε ασήμι, και σε χρυσάφι, 3 και πήγε οδεύοντας από τα μεσημβρινά μέχρι τη Βαιθήλ, μέχρι τον τόπο όπου ήταν η σκηνή του την προηγούμενη φορά, ανάμεσα στη Βαιθήλ και στη Γαι· 4 στον τόπο τού θυσιαστηρίου, που είχε κάνει εκεί αρχικά· και εκεί ο Άβραμ επικαλέστηκε το όνομα του Κυρίου. 5 Ακόμα και ο Λωτ, που συμπορευόταν μαζί με τον Άβραμ, είχε πρόβατα και βόδια και σκηνές. 6 Και δεν τους χωρούσε η γη για να κατοικούν μαζί· επειδή, τα υπάρχοντά τους ήσαν πολλά, και δεν μπορούσαν να κατοικούν μαζί. 7 Και έγινε φιλονικία ανάμεσα στους βοσκούς των κτηνών τού Άβραμ, και στους βοσκούς των κτηνών τού Λωτ· και οι Χαναναίοι και οι Φερεζαίοι κατοικούσαν τότε στη γη. 8 Και ο Άβραμ είπε στον Λωτ: Ας μη είναι, παρακαλώ, φιλονικία ανάμεσα σε μένα και σε σένα, κι ανάμεσα στους βοσκούς μου και στους βοσκούς σου· επειδή, εμείς είμαστε αδελφοί· 9 δεν είναι ολόκληρη η γη μπροστά σου; Διαχώρισε, λοιπόν, τον εαυτό σου από μένα· αν εσύ πας στα αριστερά, εγώ πηγαίνω στα δεξιά· και αν εσύ στα δεξιά, εγώ στα αριστερά. 10 Και αφού ο Λωτ σήκωσε τα μάτια του ψηλά, είδε ολόκληρη την περίχωρο του Ιορδάνη, ότι ποτιζόταν ολόκληρη, πριν ο Κύριος να καταστρέψει τα Σόδομα και τα Γόμορρα, ήταν σαν παράδεισος του Κυρίου, όπως η γη της Αιγύπτου, μέχρι να πάει κανείς στη Σηγώρ. 11 Και ο Λωτ διάλεξε για τον εαυτό του ολόκληρη την περίχωρο του Ιορδάνη· και ο Λωτ μετασκήνωσε προς τα ανατολικά, και διαχωρίστηκαν ο ένας από τον άλλον. 12 Ο μεν Άβραμ κατοίκησε στη γη Χαναάν· ο δε Λωτ κατοίκησε ανάμεσα στις πόλεις τής περιχώρου, και έστησε τις σκηνές του μέχρι τα Σόδομα. 13 Και οι άνθρωποι των Σοδόμων ήσαν κακοί, και υπερβολικά αμαρτωλοί μπροστά στον Κύριο. 14 Και ο Κύριος είπε στον Άβραμ, αφού ο Λωτ είχε διαχωριστεί απ' αυτόν: Σήκωσε τώρα τα μάτια σου ψηλά και δες από τον τόπο όπου είσαι, προς τα βορινά και τα μεσημβρινά, και τα ανατολικά και τα δυτικά· 15 επειδή, ολόκληρη τη γη που βλέπεις θα τη δώσω σε σένα, και στο σπέρμα σου, μέχρι τον αιώνα· 16 και θα κάνω το σπέρμα σου σαν την άμμο τής γης· ώστε αν μπορεί κανείς να απαριθμήσει την άμμο τής γης, θα μπορεί να απαριθμηθεί και το σπέρμα σου· 17 και αφού σηκωθείς, διάσχισε τη γη, και κατά το μάκρος της, και κατά το πλάτος της· επειδή, σε σένα θα τη δώσω. 18 Και ο Άβραμ σήκωσε τη σκηνή του, και όταν ήρθε κατοίκησε κοντά στις βελανιδιές Μαμβρή, που είναι στη Χεβρών· και έκτισε εκεί θυσιαστήριο στον Κύριο.

Γένεση 14

1 ΚΑΙ στις ημέρες τού Αμαρφέλ, βασιλιά της Σενναάρ, του Αριώχ, βασιλιά τής Ελλασάρ, του Χοδολλογομόρ, βασιλιά τής Ελάμ, και του Θαργάλ, βασιλιά των εθνών, 2 αυτοί έκαναν πόλεμο με τον Βερά, βασιλιά των Σοδόμων, και τον Βαρσά, βασιλιά των Γομόρρων, τον Σενναάβ, βασιλιά τής Αδαμά, και τον Σεμοβόρ, βασιλιά τής Σεβωείμ, και τον βασιλιά τής Βελά· αυτή είναι η Σηγώρ. 3 Όλοι αυτοί ενώθηκαν μαζί στην κοιλάδα Σιδδίμ, που είναι η αλμυρή θάλασσα. 4 12 χρόνια δούλευαν στον Χοδολλογομόρ· και τον 13ο αποστάτησαν. 5 Και τον 14ο χρόνο ήρθε ο Χοδολλογομόρ, και οι βασιλιάδες που ήσαν μαζί του, και πάταξαν τους Ραφαείμ στην Ασταρώθ-καρναϊμ, και τους Ζουζείμ στην Αμ, και τους Εμμαίους στη Σαυή-κιριαθαϊμ, 6 και τους Χορραίους στο βουνό τους, το Σηείρ, μέχρι την πεδιάδα Φαράν, που είναι στην έρημο. 7 Και επέστρεψαν και ήρθαν στην Εν-μισπάτ, που είναι η Κάδης· και πάταξαν ολόκληρη την περιοχή τού Αμαλήκ, και τους Αμορραίους που κατοικούσαν στην Ασασών-θαμάρ. 8 Και βγήκε ο βασιλιάς των Σοδόμων, και ο βασιλιάς των Γομόρρων, και ο βασιλιάς τής Αδαμά, και ο βασιλιάς των Σεβωείμ, και ο βασιλιάς τής Βελά, που είναι η Σηγώρ· και συγκρότησαν μάχη μαζί τους στην κοιλάδα Σιδδίμ, 9 μαζί με τον Χοδολλογομόρ βασιλιά τής Ελάμ, και τον Θαργάλ βασιλιά των εθνών, και τον Αμαρφέλ βασιλιά τής Σενναάρ, και τον Αριώχ βασιλιά τής Ελλασάρ· τέσσερις βασιλιάδες ενάντια σε πέντε. 10 Και η κοιλάδα Σιδδίμ ήταν γεμάτη από φρέατα ασφάλτου· και οι βασιλιάδες των Σοδόμων και των Γομόρρων τράπηκαν σε φυγή, και έπεσαν εκεί· και εκείνοι που εναπέμειναν έφυγαν στο βουνό. 11 Και πήραν όλα τα υπάρχοντα των Σοδόμων και των Γομόρρων, και ολόκληρη τη ζωοτροφία τους, και αναχώρησαν. 12 Πήραν ακόμα και τον Λωτ, τον γιο τού αδελφού τού Άβραμ, που κατοικούσε στα Σόδομα, και τα υπάρχοντά του, και αναχώρησαν. 13 Και κάποιος από τους διασωθέντες πήγε και το ανήγγειλε στον Άβραμ τον Εβραίο, που κατοικούσε κοντά στις βελανιδιές Μαμβρή,του Αμορραίου, αδελφού τού Εσχώλ, και αδελφού τού Ανήρ, που ήσαν σύμμαχοι του Άβραμ. 14 Και όταν ο Άβραμ άκουσε ότι αιχμαλωτίστηκε ο αδελφός του, εξόπλισε 318 από τους δούλους του, που είχαν γεννηθεί στο σπίτι του, και τους καταδίωξε μέχρι τη Δαν. 15 Και αφού χώρισε τους δικούς του, όρμησε εναντίον τους τη νύχτα, αυτός και οι δούλοι του, και τους πάταξε, και τους καταδίωξε μέχρι τη Χοβά, που είναι προς τα αριστερά τής Δαμασκού. 16 Και επανέφερε όλα τα υπάρχοντα, κι ακόμα επανέφερε και τον αδελφό του τον Λωτ, και τα υπάρχοντά του, ακόμα μάλιστα και τις γυναίκες, και τον λαό. 17 Και ο βασιλιάς των Σοδόμων βγήκε σε συνάντησή του, αφού γύρισε από την καταστροφή του Χοδολλογομόρ, και των βασιλιάδων του, στην κοιλάδα Σαυή, που είναι η κοιλάδα τού βασιλιά. 18 Και ο Μελχισεδέκ, ο βασιλιάς τής Σαλήμ, έφερε έξω ψωμί και κρασί· και ήταν ιερέας τού Θεού τού υψίστου. 19 Και τον ευλόγησε, και είπε: Ευλογημένος ο Άβραμ από τον Θεό τον ύψιστο, που έκτισε τον ουρανό και τη γη· 20 και ευλογημένος ο Θεός ο ύψιστος, που παρέδωσε τους εχθρούς σου στο χέρι σου. Και ο Άβραμ έδωσε σ' αυτόν ένα δέκατο από όλα. 21 Και ο βασιλιάς των Σοδόμων είπε στον Άβραμ: Δώσε μου τους ανθρώπους, και πάρε τα υπάρχοντα για τον εαυτό σου. 22 Και ο Άβραμ είπε στον βασιλιά των Σοδόμων: Εγώ ύψωσα το χέρι μου στον Κύριο, τον Θεό τον ύψιστο, που έκτισε τον ουρανό και τη γη, 23 ότι δεν θα πάρω από όλα τα δικά σου από κλωστή μέχρι λουρί παπουτσιού, για να μη πεις: Εγώ πλούτισα τον Άβραμ· 24 εκτός μόνον από εκείνο, που έφαγαν οι νέοι, και το μερίδιο των ανθρώπων που ήρθαν μαζί μου, του Ανήρ, του Εσχώλ, και του Μαμβρή· αυτοί ας πάρουν το μερίδιό τους.

Γένεση 15

1 ΥΣΤΕΡΑ από τα πράγματα αυτά, έγινε λόγος τού Κυρίου στον Άβραμ, σε όραμα, λέγοντας: Μη φοβάσαι, Άβραμ· εγώ είμαι ο υπερασπιστής σου· ο μισθός σου θα είναι υπερβολικά μεγάλος. 2 Και ο Άβραμ είπε: Δέσποτα Κύριε, τι θα μου δώσεις, ενώ απέρχομαι άτεκνος, και ο κληρονόμος του σπιτιού μου είναι αυτός ο Ελιέζερ από τη Δαμασκό; 3 Είπε ακόμα ο Άβραμ: Δες, δεν έδωσες σε μένα σπέρμα· και να, θα με κληρονομήσει ο υπηρέτης μου. 4 Και να, έγινε σ' αυτόν λόγος τού Κυρίου, λέγοντας: Δεν θα σε κληρονομήσει αυτός· αλλ' εκείνος που θα βγει από τα σπλάχνα σου, αυτός θα σε κληρονομήσει. 5 Και τον έφερε έξω, και είπε: Κοίταξε τώρα ψηλά στον ουρανό, και απαρίθμησε τα αστέρια, αν μπορείς να τα απαριθμήσεις· και του είπε: Έτσι θα είναι το σπέρμα σου. 6 Και πίστεψε στον Κύριο· και λογαριάστηκε σ' αυτόν για δικαιοσύνη. 7 Και του είπε: Εγώ είμαι ο Κύριος, που σε έβγαλα από την Ουρ των Χαλδαίων, για να σου δώσω αυτή τη γη για κληρονομιά. 8 Κι εκείνος είπε: Δέσποτα Κύριε, από πού θα γνωρίσω ότι θα την κληρονομήσω; 9 Και του είπε: Πάρε για μένα μία δάμαλη τριών χρόνων, και μία κατσίκα τριών χρόνων, και ένα αρσενικό κριάρι τριών χρόνων, και μια τρυγόνα και ένα περιστέρι. 10 Και πήρε σ' αυτόν όλα αυτά, και τα έσχισε στο μέσον, και έβαλε κάθε ένα κομμάτι απέναντι στο όμοιό του· τα πουλιά, όμως, δεν τα έσχισε, 11 και κατέβηκαν τα όρνια επάνω στα πτώματα, και ο Άβραμ τα έδιωξε. 12 Και κατά τη δύση τού ήλιου, έπεσε έκσταση επάνω στον Άβραμ· και να, ένας μεγάλος σκοτεινός φόβος πέφτει επάνω του. 13 Και ο Κύριος είπε στον Άβραμ: Να ξέρεις με σιγουριά ότι το σπέρμα σου θα παροικήσει σε γη όχι δική τους, και θα τους υποδουλώσουν, και θα τους καταθλίψουν, 400 χρόνια· 14 το έθνος, όμως, στο οποίο θα υποδουλωθεί, εγώ θα το κρίνω· ύστερα δε απ' αυτά, θα βγουν με πολλά υπάρχοντα· 15 εσύ, όμως, θα απέλθεις στους πατέρες σου με ειρήνη· θα ταφείς σε καλά γηρατειά· 16 και στην τέταρτη γενεά θα επιστρέψουν εδώ· επειδή, δεν αναπληρώθηκε ακόμα η ανομία των Αμορραίων. 17 Και όταν ο ήλιος έδυσε και έγινε πυκνό σκοτάδι, να, ένα καμίνι που κάπνιζε, και μια λαμπάδα φωτιάς, η οποία διαπέρασε ανάμεσα σε τούτα τα διχοτομημένα. 18 Εκείνη την ημέρα ο Κύριος έκανε διαθήκη στον Άβραμ, λέγοντας: Στο σπέρμα σου έδωσα αυτή τη γη, από τον ποταμό τής Αιγύπτου μέχρι τον ποταμό τον μεγάλο, τον ποταμό Ευφράτη· 19 τους Κεναίους, και τους Κενεζαίους, και τους Κεδμωναίους, 20 και τους Χετταίους, και τους Φερεζαίους, και τους Ραφαείμ, 21 και τους Αμορραίους, και τους Χαναναίους, και τους Γεργεσαίους, και τους Ιεβουσαίους.

Γένεση 16

1 ΚΑΙ η Σάρα, η γυναίκα τού Άβραμ, δεν τεκνοποιούσε σ' αυτόν· και είχε μια Αιγύπτια δούλη, που ονομαζόταν Άγαρ. 2 Και η Σάρα είπε στον Άβραμ: Δες, ο Κύριος με απέκλεισε από την τεκνοποιία· μπες, λοιπόν, στη δούλη μου, ίσως αποκτήσω παιδί απ' αυτή. Και ο Άβραμ υπάκουσε στον λόγο τής Σάρας. 3 Και η Σάρα, η γυναίκα τού Άβραμ, πήρε την Άγαρ, την Αιγύπτια, τη δούλη της, αφού ο Άβραμ είχε κατοικήσει δέκα χρόνια στη γη Χαναάν, και την έδωσε στον άνδρα της τον Άβραμ, για να είναι γυναίκα του. 4 Και μπήκε στην Άγαρ, και εκείνη συνέλαβε· και όταν είδε ότι συνέλαβε, η κυρία της καταφρονιόταν μπροστά της. 5 Και η Σάρα είπε στον Άβραμ: Εξαιτίας σου αδικούμαι. Εγώ έδωσα τη δούλη μου στον κόρφο σου· και αφού είδε ότι συνέλαβε, εγώ καταφρονήθηκα μπροστά της· ας κρίνει ο Κύριος ανάμεσα σε μένα και σε σένα. 6 Και ο Άβραμ είπε στη Σάρα: Δες, η δούλη σου είναι στο χέρι σου· κάνε σ' αυτήν όπως φαίνεται αρεστό στα μάτια σου. Και η Σάρα τη μεταχειρίστηκε άσχημα, κι εκείνη έφυγε από το πρόσωπό της. 7 Και τη βρήκε ένας άγγελος του Κυρίου κοντά σε μια πηγή νερού, στην έρημο, κοντά στην πηγή προς τον δρόμο τής Σουρ· 8 και της είπε: Άγαρ, δούλη τής Σάρας, από πού έρχεσαι και πού πηγαίνεις; Κι εκείνη είπε: Φεύγω από το πρόσωπο της κυρίας μου της Σάρας. 9 Και ο άγγελος του Κυρίου τής είπε: Επίστρεψε στην κυρία σου, και ταπεινώσου κάτω από τα χέρια της. 10 Ο άγγελος του Κυρίου τής είπε ακόμα: Θα πληθύνω υπερβολικά το σπέρμα σου, ώστε να μη απαριθμείται λόγω του πλήθους του. 11 Και ο άγγελος του Κυρίου τής είπε: Δες, εσύ είσαι έγκυος, και θα γεννήσεις γιο, και θα αποκαλέσεις το όνομά του Ισμαήλ· επειδή, ο Κύριος άκουσε τη θλίψη σου· 12 κι αυτός θα είναι άγριος άνθρωπος· το χέρι του θα είναι ενάντια σε όλους, και το χέρι όλων ενάντια σ' αυτόν· και θα κατοικήσει κατά πρόσωπο όλων των αδελφών του. 13 Και η Άγαρ αποκάλεσε το όνομα του Κυρίου, που της μιλούσε: Εσύ είσαι ο Θεός, που με είδες· επειδή είπε: Εγώ είδα, ακόμα, εδώ εκείνον που με είδε; 14 Γι' αυτό, το πηγάδι εκείνο ονομάστηκε Πηγάδι Λαχαϊ-ροϊ· να, βρίσκεται ανάμεσα στην Κάδης και τη Βαράδ. 15 Και η Άγαρ γέννησε στον Άβραμ έναν γιο· και ο Άβραμ αποκάλεσε το όνομα αυτού του γιου, που γέννησε η Άγαρ, Ισμαήλ. 16 Και ο Άβραμ ήταν 86 χρόνων, όταν η Άγαρ γέννησε τον Ισμαήλ στον Άβραμ.

Γένεση 17

1 ΚΑΙ όταν ο Άβραμ ήταν 99 χρόνων, ο Κύριος φάνηκε στον Άβραμ, και του είπε: Εγώ είμαι ο Θεός ο Παντοκράτορας· περπάτα μπροστά μου, και να είσαι τέλειος. 2 Και θα στήσω τη διαθήκη μου ανάμεσα σε μένα και σε σένα· και θα σε πληθύνω σε υπερβολικό βαθμό. 3 Και ο Άβραμ έπεσε επάνω στο πρόσωπό του· και ο Θεός τού μίλησε, λέγοντας: 4 Εγώ, δες, η διαθήκη μου είναι σε σένα· και θα γίνεις πατέρας πλήθους εθνών· 5 και δεν θα αποκαλείται πλέον το όνομά σου Άβραμ, αλλά το όνομά σου θα είναι Αβραάμ· επειδή, σε κατέστησα πατέρα πολλών εθνών· 6 και θα σε αυξήσω σε υπερβολικό βαθμό, και θα σε καταστήσω σε έθνη, και από σένα θα βγουν βασιλιάδες· 7 και θα στήσω τη διαθήκη μου ανάμεσα σε μένα και σε σένα, και στο σπέρμα σου μετά από σένα στις γενεές τους, σε μια αιώνια διαθήκη, για να είμαι Θεός σε σένα και στο σπέρμα σου μετά από σένα· 8 και θα δώσω σε σένα, και στο σπέρμα σου μετά από σένα, τη γη τής παροικίας σου, ολόκληρη τη γη Χαναάν, σε αιώνια κατάσχεση· και θα είμαι ο Θεός τους. 9 Και ο Θεός είπε στον Αβραάμ: Εσύ θα φυλάξεις τη διαθήκη μου, και το σπέρμα σου μετά από σένα στις γενεές τους. 10 Τούτη είναι η διαθήκη μου, την οποία θα φυλάξετε ανάμεσα σε μένα και σε σας, και το σπέρμα σου μετά από σένα: Κάθε αρσενικό σας θα περιτέμνεται. 11 Και θα περιτέμνετε τη σάρκα της ακροβυστίας σας, και θα είναι για σημείο τής διαθήκης μου ανάμεσα σε μένα και σε σας· 12 και ένα παιδί οκτώ ημερών θα περιτέμνεται μεταξύ σας, κάθε αρσενικό στις γενεές σας, εκείνος που γεννιέται στο σπίτι, και ο αγορασμένος με αργύρια από κάθε ξένον, που δεν είναι από το σπέρμα σου· 13 εξάπαντος θα περιτέμνεται εκείνος που γεννιέται στο σπίτι σου, και ο αγορασμένος σε σένα με αργύρια· και θα είναι η διαθήκη μου επάνω στη σάρκα σας για αιώνια διαθήκη· 14 και το απερίτμητο αρσενικό, στο οποίο δεν θα περιτεμνόταν η σάρκα τής ακροβυστίας του, εκείνη η ψυχή θα εξολοθρευτεί μέσα από τον λαό της· παρέβηκε τη διαθήκη μου. 15 Και ο Θεός είπε στον Αβραάμ: Τη γυναίκα σου Σάρα, δεν θα αποκαλέσεις πλέον το όνομά της Σάρα, αλλά το όνομά της θα είναι Σάρρα. 16 Και θα την ευλογήσω, κι ακόμα θα σου δώσω απ' αυτή έναν γιο· και θα την ευλογήσω, και θα γίνει μητέρα πολλών εθνών· βασιλιάδες λαών θα βγουν απ' αυτή. 17 Και ο Αβραάμ έπεσε επάνω στο πρόσωπό του, και γέλασε, και είπε στην καρδιά του: Σε άνθρωπον 100 χρόνων θα γεννηθεί παιδί; Και η Σάρρα, γυναίκα 90 χρόνων, θα γεννήσει; 18 Και ο Αβραάμ είπε στον Θεό: Είθε να ζήσει μπροστά σου ο Ισμαήλ! 19 Και ο Θεός είπε: Ναι, η γυναίκα σου η Σάρρα θα γεννήσει σε σένα έναν γιο, και θα αποκαλέσεις το όνομά του Ισαάκ· και θα στήσω τη διαθήκη μου σ' αυτόν για αιώνια διαθήκη, και στο σπέρμα του ύστερα απ' αυτόν· 20 Και για τον Ισμαήλ σε εισάκουσα· δες, τον ευλόγησα, και θα τον αυξήσω, και θα τον πληθύνω σε υπερβολικά μεγάλο βαθμό· θα γεννήσει 12 άρχοντες, και θα τον κάνω μεγάλο έθνος· 21 αλλά, τη διαθήκη μου θα τη στήσω στον Ισαάκ, τον οποίο θα γεννήσει σε σένα η Σάρρα τον ερχόμενο χρόνο, την ίδια αυτή εποχή. 22 Και αφού τέλειωσε να μιλάει μαζί του, ο Θεός ανέβηκε από τον Αβραάμ. 23 Και ο Αβραάμ πήρε τον γιο του τον Ισμαήλ, και όλους τούς γεννημένους στο σπίτι του, και όλους τούς αγορασμένους απ' αυτόν με αργύρια, κάθε αρσενικό τού σπιτιού τού Αβραάμ, και έκανε περιτομή της σάρκας τής ακροβυστίας τους, την ίδια εκείνη ημέρα, καθώς του είπε ο Θεός. 24 Και ο Αβραάμ ήταν 99 χρόνων, όταν περιτμήθηκε στη σάρκα τής ακροβυστίας του. 25 Και ο Ισμαήλ, ο γιος του, ήταν 13 χρόνων, όταν περιτμήθηκε η σάρκα της ακροβυστίας του. 26 Την ίδια εκείνη ημέρα περιτμήθηκε ο Αβραάμ, και ο Ισμαήλ ο γιος του· 27 και όλοι οι άνθρωποι του σπιτιού του, οι γεννημένοι στο σπίτι, και οι αγορασμένοι με αργύρια από τους αλλογενείς, περιτμήθηκαν μαζί του.

Γένεση 18

1 ΚΑΙ ο Κύριος φάνηκε σ' αυτόν στις βελανιδιές Μαμβρή, ενώ καθόταν στην είσοδο της σκηνής στον καύσωνα της ημέρας. 2 Και αφού σήκωσε τα μάτια του, είδε· και να, τρεις άνδρες όρθιοι μπροστά του· και μόλις τους είδε, έσπευσε σε προϋπάντησή τους από την είσοδο της σκηνής, και προσκύνησε μέχρι το έδαφος· 3 και είπε: Κύριέ μου, αν βρήκα χάρη στα μάτια σου, μη προσπεράσεις, παρακαλώ, τον δούλο σου· 4 ας φερθεί, παρακαλώ, λίγο νερό, και πλύντε τα πόδια σας, και αναπαυθείτε κάτω από το δέντρο· 5 κι εγώ θα φέρω λίγο ψωμί, και στηρίξτε την καρδιά σας· έπειτα, θα προχωρήσετε· επειδή, γι' αυτό περάσατε από τον δούλο σας. Κι εκείνοι είπαν: Κάνε έτσι, καθώς είπες. 6 Και ο Αβραάμ έσπευσε στη σκηνή στη Σάρρα, και είπε: Βιάσου, ζύμωσε τρία μέτρα σιμιγδάλι, και κάνε ψωμιά στη στάχτη. 7 Και ο Αβραάμ έτρεξε στα βόδια, και πήρε ένα μοσχάρι απαλό και καλό, και το έδωσε στον δούλο· κι εκείνος έσπευσε να το ετοιμάσει· 8 έπειτα,πήρε βούτυρο και γάλα, και το μοσχάρι, που ετοίμασε, και τα έβαλε μπροστά τους· κι αυτός στεκόταν κοντά τους κάτω από το δέντρο· κι αυτοί έφαγαν. 9 Και του είπαν: Πού είναι η γυναίκα σου η Σάρρα; Κι εκείνος είπε: Να, μέσα στη σκηνή. 10 Και είπε: Θα επιστρέψω σε σένα εξάπαντος κατά την ίδια αυτή εποχή τού χρόνου· και να, η γυναίκα σου η Σάρρα θα έχει έναν γιο. Και η Σάρρα άκουσε στην είσοδο της σκηνής, που ήταν πίσω απ' αυτόν. 11 Και ο Αβραάμ και η Σάρρα ήσαν γέροντες, προχωρημένοι σε ηλικία· στη Σάρρα είχαν σταματήσει να γίνονται τα γυναικεία. 12 Και η Σάρρα γέλασε από μέσα της, λέγοντας: Αφού γέρασα θα γίνει σε μένα ηδονή; Και ο κύριός μου είναι γέροντας. 13 Και είπε ο Κύριος στον Αβραάμ: Γιατί γέλασε η Σάρρα, λέγοντας: Αφού εγώ γέρασα, πραγματικά θα γεννήσω; 14 Είναι τίποτα αδύνατο στον Κύριο; Στον ορισμένο καιρό θα επιστρέψω σε σένα, κατά την ίδια αυτή εποχή τού χρόνου, και η Σάρρα θα έχει έναν γιο. 15 Τότε, η Σάρρα αρνήθηκε, λέγοντας: Δεν γέλασα· επειδή, φοβήθηκε. Κι εκείνος είπε: Όχι, αλλά γέλασες. 16 Και αφού οι άνδρες σηκώθηκαν από εκεί κατευθύνθηκαν στα Σόδομα· και ο Αβραάμ πορευόταν μαζί τους για να τους συμπροπέμψει. 17 Και ο Κύριος είπε: Θα κρύψω εγώ από τον Αβραάμ οτιδήποτε κάνω; 18 Και ο Αβραάμ θα γίνει εξάπαντος μεγάλο έθνος και δυνατό· και διαμέσου αυτού θα ευλογηθούν όλα τα έθνη της γης· 19 επειδή, τον γνωρίζω, ότι θα διατάξει τους γιους του και την οικογένειά του, ύστερα απ' αυτόν και θα φυλάξουν τον δρόμο τού Κυρίου, για να εκτελούν δικαιοσύνη και κρίση, ώστε ο Κύριος να επιφέρει επάνω στον Αβραάμ τα όσα μίλησε σ' αυτόν. 20 Και ο Κύριος είπε: Η κραυγή των Σοδόμων και των Γομόρρων πλήθυνε και η αμαρτία τους είναι υπερβολικά βαριά· 21 Θα κατέβω, λοιπόν, και θα δω αν έπραξαν ολοκληρωτικά σύμφωνα με την κραυγή που έρχεται σε μένα· και θα γνωρίσω, μήπως όχι. 22 Και όταν οι άνδρες αναχώρησαν από εκεί, πήγαν στα Σόδομα· και ο Αβραάμ στεκόταν ακόμα μπροστά στον Κύριο. 23 Και καθώς ο Αβραάμ πλησίασε, είπε: Μήπως θα καταστρέψεις τον δίκαιο μαζί με τον ασεβή; 24 Αν είναι στην πόλη 50 δίκαιοι, άραγε θα τους καταστρέψεις; Και δεν θα συγχωρούσες τον τόπο χάρη των 50 δικαίων που βρίσκονται σ' αυτόν; 25 Μη γένοιτο ποτέ εσύ να πράξεις ένα τέτοιο πράγμα, να θανατώσεις μαζί, δίκαιο και ασεβή, και ο δίκαιος να είναι όπως και ο ασεβής! Μη γένοιτο ποτέ σε σένα! Εκείνος που κρίνει ολόκληρη τη γη δεν θα κάνει κρίση; 26 Και είπε ο Κύριος: Αν βρω στα Σόδομα 50 δικαίους μέσα στην πόλη, θα συγχωρήσω σε ολόκληρο τον τόπο για χάρη τους. 27 Και αποκρινόμενος ο Αβραάμ είπε: Δες, τώρα τόλμησα να μιλήσω στον Κύριό μου, ενώ είμαι χώμα και στάχτη· 28 αν λείψουν πέντε από τους 50 δικαίους, θα καταστρέψεις ολόκληρη την πόλη εξαιτίας των πέντε; Και είπε: Δεν θα την καταστρέψω, αν βρω εκεί 45. 29 Και ο Αβραάμ πρόσθεσε ακόμα να του μιλήσει, και είπε: Αν βρεθούν εκεί 40; Και είπε: Δεν θα την καταστρέψω, εξαιτίας των 40. 30 Και ο Αβραάμ είπε: Ας μη παροξυνθεί ο Κύριός μου αν μιλήσω ξανά· αν βρεθούν εκεί 30; Και είπε: Δεν θα την καταστρέψω, αν βρω εκεί 30. 31 Και ο Αβραάμ είπε: Δες, τώρα τόλμησα να μιλήσω στον Κύριό μου· αν βρεθούν εκεί 20; Και είπε: Δεν θα την καταστρέψω, εξαιτίας των 20. 32 Και ο Αβραάμ είπε: Ας μη παροξυνθεί ο Κύριός μου, αν μιλήσω ακόμα μια φορά· αν βρεθούν εκεί 10; Και είπε: Δεν θα την καταστρέψω, εξαιτίας των 10. 33 Και ο Κύριος αναχώρησε, αφού έπαυσε να μιλάει στον Αβραάμ· και ο Αβραάμ επέστρεψε στον τόπο του.

Γένεση 19

1 ΚΑΙ οι δύο άγγελοι ήρθαν το δειλινό στα Σόδομα· και ο Λωτ καθόταν δίπλα στην πύλη των Σοδόμων· ο δε Λωτ, βλέποντάς τους, σηκώθηκε σε συνάντησή τους, και προσκύνησε με το πρόσωπό του μέχρι το έδαφος· 2 και είπε: Να, κύριοί μου, στραφείτε, παρακαλώ, στο σπίτι τού δούλου σας, και διανυχτερεύστε, και πλύντε τα πόδια σας· και αφού σηκωθείτε το πρωί, θα πάτε στον δρόμο σας. Κι εκείνοι είπαν: Όχι, αλλά θα διανυχτερεύσουμε στην πλατεία. 3 Και αφού τους βίασε πολύ, στράφηκαν σ' αυτόν, και μπήκαν μέσα στο σπίτι του· και τους έκανε συμπόσιο, και έψησε άζυμα, και έφαγαν. 4 Και πριν κοιμηθούν, οι άνδρες τής πόλης, οι άνδρες των Σοδόμων, περικύκλωσαν το σπίτι, νέοι και γέροντες, ολόκληρος ο λαός μαζί, από παντού· 5 και έκραζαν στον Λωτ, και του έλεγαν: Πού είναι οι άνδρες, εκείνοι που μπήκαν μέσα σε σένα τη νύχτα; Βγάλ' τους έξω σε μας, για να τους γνωρίσουμε. 6 Και ο Λωτ βγήκε σ' αυτούς στο πρόθυρο, και έκλεισε πίσω του την πόρτα, 7 και είπε: Μη, αδελφοί μου, μη πράξετε ένα τέτοιο κακό· 8 δέστε, έχω δύο θυγατέρες, που δεν γνώρισαν άνδρα· να σας τις φέρω, λοιπόν, έξω· και κάντε σ' αυτές, όπως σας φανεί αρεστό· μόνον σ' αυτούς τους άνδρες να μη πράξετε τίποτε, επειδή για τούτο μπήκαν κάτω από τη σκιά τής στέγης μου. 9 Κι εκείνοι είπαν: Φύγε από εκεί. Και είπαν ακόμα: Αυτός ήρθε για να παροικήσει· θέλει να γίνει και κριτής; Τώρα θα κακοποιήσουμε μάλλον εσένα παρά εκείνους. Και βίαζαν υπερβολικά τον άνθρωπο, τον Λωτ, και πλησίασαν για να σπάσουν την πόρτα. 10 Κι απλώνοντας οι άνδρες τα χέρια τους, τράβηξαν τον Λωτ κοντά τους στο σπίτι, και έκλεισαν την πόρτα· 11 και τους ανθρώπους, εκείνους που ήσαν στην πόρτα τού σπιτιού, τους χτύπησαν με αορασία από τον μικρό μέχρι τον μεγάλο, ώστε απέκαναν να ζητούν την πόρτα. 12 Και οι άνδρες είπαν στον Λωτ: Έχεις εδώ κάποιον άλλον; Γαμπρό ή γιους ή θυγατέρες ή οποιονδήποτε άλλον έχεις στην πόλη, να τους βγάλεις έξω από τον τόπο· 13 επειδή, εμείς καταστρέφουμε τούτο τον τόπο, για τον λόγο ότι η κραυγή τους μεγάλωσε μπροστά στον Κύριο· και μας έστειλε ο Κύριος για να τον καταστρέψουμε. 14 Βγήκε, λοιπόν, ο Λωτ και μίλησε στους γαμπρούς του, εκείνους που επρόκειτο να πάρουν τις θυγατέρες του, και είπε: Σηκωθείτε, βγείτε έξω από τούτο τον τόπο· επειδή, ο Κύριος καταστρέφει την πόλη. Αλλά, φάνηκε στους γαμπρούς του σαν αστεϊζόμενος. 15 Και όταν έγινε αυγή, οι άγγελοι βίαζαν τον Λωτ, λέγοντας: Σήκω, πάρε τη γυναίκα σου, και τις δύο θυγατέρες σου, που βρίσκονται εδώ, για να μη καταστραφείς κι εσύ μαζί με την ανομία τής πόλης. 16 Και επειδή καθυστερούσε, πιάνοντας οι άνδρες το χέρι του, και το χέρι τής γυναίκας του, και τα χέρια των δύο θυγατέρων του (επειδή, ο Κύριος τον σπλαχνίστηκε), τον έβγαλαν και τον πήγαν έξω από την πόλη. 17 Και όταν τους έβγαλαν έξω, ο Κύριος είπε: Διάσωσε τη ζωή σου· μη περιβλέψεις πίσω σου, και μη σταθείς σε ολόκληρη την περίχωρο· διάσωσε τον εαυτό σου στο βουνό, για να μη καταστραφείς. 18 Και ο Λωτ τούς είπε: Μη, παρακαλώ, Κύριε· 19 δες, ο δούλος σου βρήκε χάρη μπροστά σου, και μεγάλυνες το έλεός σου, που έκανες σε μένα, φυλάττοντας τη ζωή μου· αλλ' εγώ δεν θα μπορέσω να διασωθώ στο βουνό, μήπως με προφτάσει το κακό, και πεθάνω· 20 δες, παρακαλώ, η πόλη αυτή είναι κοντά, ώστε να καταφύγω εκεί, και είναι μικρή· εκεί, παρακαλώ, να διασωθώ· δεν είναι μικρή; Και θα ζήσει η ψυχή μου. 21 Και ο Κύριος είπε σ' αυτόν: Να, σε εισάκουσα και σε τούτο το πράγμα, να μη καταστρέψω την πόλη, για την οποία μίλησες· 22 βιάσου να διασωθείς εκεί· επειδή, δεν θα μπορέσω να κάνω τίποτε, μέχρις ότου φτάσεις εκεί· γι' αυτό, αποκάλεσε το όνομα της πόλης, Σηγώρ. 23 Ο ήλιος ανέτειλε επάνω στη γη, όταν ο Λωτ μπήκε στη Σηγώρ. 24 Και έβρεξε ο Κύριος επάνω στα Σόδομα και τα Γόμορρα θειάφι και φωτιά από τον Κύριο του ουρανού· 25 και κατέστρεψε αυτές τις πόλεις, και όλα τα περίχωρα, και όλους τους κατοίκους των πόλεων, και τα φυτά τής γης. 26 Αλλ' η γυναίκα του, πίσω απ' αυτόν, καθώς κοίταξε ολόγυρα, έγινε στήλη από αλάτι. 27 Και ο Αβραάμ, καθώς σηκώθηκε ενωρίς το πρωί, ήρθε στον τόπο όπου είχε σταθεί μπροστά στον Κύριο· 28 και κοιτάζοντας επάνω στα Σόδομα και τα Γόμορρα, κι επάνω σε ολόκληρη τη γη τής περιχώρου, είδε, και να, καπνός ανέβαινε από τη γη, σαν καπνός από καμίνι. 29 Έτσι, λοιπόν, όταν ο Θεός κατέστρεψε τις πόλεις της περιχώρου, θυμήθηκε ο Θεός τον Αβραάμ, και εξαπέστειλε τον Λωτ από μέσα από την καταστροφή, όταν κατέστρεφε τις πόλεις, στις οποίες κατοικούσε ο Λωτ. 30 Και ο Λωτ ανέβηκε από τη Σηγώρ, και κατοίκησε στο βουνό, και μαζί του οι δύο θυγατέρες του, επειδή φοβήθηκε να κατοικήσει στη Σηγώρ· και κατοίκησε σε σπήλαιο, αυτός και οι δύο θυγατέρες του. 31 Και η μεγαλύτερη είπε στη νεότερη: Ο πατέρας μας είναι γέροντας, και άνθρωπος δεν υπάρχει επάνω στη γη για να μπει μέσα προς εμάς, σύμφωνα με τη συνήθεια ολόκληρης της γης· 32 έλα, ας ποτίσουμε τον πατέρα μας κρασί, και ας κοιμηθούμε μαζί του, και ας αναστήσουμε σπέρμα από τον πατέρα μας. 33 Πότισαν, λοιπόν, τον πατέρα τους κρασί κατά τη νύχτα εκείνη· και η μεγαλύτερη μπήκε μέσα, και κοιμήθηκε με τον πατέρα της· κι εκείνος δεν κατάλαβε ούτε πότε αυτή πλάγιασε, και πότε σηκώθηκε. 34 Και την επαύριο η μεγαλύτερη είπε στη νεότερη: Δες, εγώ κοιμήθηκα χθες τη νύχτα με τον πατέρα μας· ας τον ποτίσουμε κρασί και τούτη τη νύχτα, και μπαίνοντας μέσα εσύ, κοιμήσου μαζί του, και ας αναστήσουμε σπέρμα από τον πατέρα μας. 35 Πότισαν, λοιπόν, κι εκείνη τη νύχτα τον πατέρα τους κρασί, και αφού σηκώθηκε η νεότερη, κοιμήθηκε μαζί του· κι εκείνος δεν κατάλαβε ούτε πότε αυτή πλάγιασε, και πότε σηκώθηκε. 36 Και συνέλαβαν οι δύο θυγατέρες του Λωτ από τον πατέρα τους. 37 Και η μεγαλύτερη γέννησε γιο, και αποκάλεσε το όνομά του Μωάβ· αυτός είναι ο πατέρας των Μωαβιτών μέχρι σήμερα. 38 Αλλά και η νεότερη γέννησε γιο, και αποκάλεσε το όνομά του Βεν-αμμί· αυτός είναι ο πατέρας των Αμμωνιτών μέχρι σήμερα.

Γένεση 20

1 ΚΑΙ ο Αβραάμ κίνησε από εκεί προς τη γη που βρίσκεται προς τα μεσημβρινά, και κατοίκησε ανάμεσα στην Κάδης και στη Σουρ· και παροίκησε στα Γέραρα. 2 Και ο Αβραάμ είπε για τη γυναίκα του τη Σάρρα: Είναι αδελφή μου. Και ο Αβιμέλεχ, ο βασιλιάς των Γεράρων, έστειλε και πήρε τη Σάρρα. 3 Και ο Θεός ήρθε στον Αβιμέλεχ σε όνειρο τη νύχτα, και του είπε: Δες, εσύ πεθαίνεις εξαιτίας τής γυναίκας που πήρες· επειδή, είναι παντρεμένη με άνδρα. 4 Και ο Αβιμέλεχ δεν είχε πλησιάσει σ' αυτή· και είπε: Κύριε, θα θανάτωνες ένα έθνος, ακόμα και έναν δίκαιο; 5 Αυτός δεν μου είπε: Είναι αδελφή μου; Κι αυτή πάλι, αυτή είπε: Είναι αδελφός μου. Με ευθύτητα της καρδιάς μου, και με καθαρότητα των χεριών μου το έπραξα αυτό. 6 Και ο Θεός είπε σ' αυτόν σε όνειρο: Κι εγώ γνώρισα ότι με ευθύτητα της καρδιάς σου το έπραξες· γι' αυτό κι εγώ σε εμπόδισα από το να αμαρτήσεις σε μένα· γι' αυτό, δεν σε άφησα να την αγγίξεις· 7 τώρα, λοιπόν, απόδωσε τη γυναίκα στον άνθρωπο, επειδή είναι προφήτης· και θα προσευχηθεί για σένα, και θα ζήσεις· αλλά, αν δεν την αποδώσεις, να ξέρεις ότι εξάπαντος θα πεθάνεις, εσύ, και όλα όσα έχεις. 8 Και ο Αβιμέλεχ σηκώθηκε ενωρίς το πρωί, κάλεσε όλους τους δούλους του και μίλησε όλα αυτά τα λόγια σε επήκοό τους· και οι άνθρωποι φοβήθηκαν υπερβολικά. 9 Και ο Αβιμέλεχ κάλεσε τον Αβραάμ και του είπε: Τι μας έκανες; Και ποιο αμάρτημα έκανα σε σένα, ώστε να φέρεις επάνω μου, κι επάνω στο βασίλειό μου, μια μεγάλη αμαρτία; Έκανες σε μένα ένα πράγμα, το οποίο δεν έπρεπε να γίνει. 10 Και ο Αβιμέλεχ είπε στον Αβραάμ: Τι είδες, ώστε να κάνεις αυτό το πράγμα; 11 Και ο Αβραάμ είπε: Επειδή, εγώ είπα: Βέβαια, δεν υπάρχει φόβος Θεού σε τούτο τον τόπο· και θα με θανατώσουν εξαιτίας της γυναίκας μου· 12 κι όμως, στ' αλήθεια είναι αδελφή μου, θυγατέρα του πατέρα μου, αλλ' όχι θυγατέρα τής μητέρας μου· και έγινε γυναίκα μου· 13 και όταν ο Θεός με έκανε να βγω έξω από την οικογένεια του πατέρα μου, της είπα: Αυτή τη χάρη θα κάνεις σε μένα· σε κάθε τόπο, όπου αν πάμε, να λες για μένα: Αυτός είναι αδελφός μου. 14 Και ο Αβιμέλεχ πήρε πρόβατα, και βόδια, και δούλους, και δούλες, και τα έδωσε στον Αβραάμ, και απέδωσε σ' αυτόν τη γυναίκα του τη Σάρρα. 15 Και ο Αβιμέλεχ είπε: Δες, η γη μου μπροστά σου· κατοίκησε όπου σου αρέσει· 16 και στη Σάρρα είπε: Δες, έδωσα 1.000 αργύρια στον αδελφό σου· να, αυτός είναι σε σένα σκέπη των ματιών σου σε όλους όσους είναι μαζί σου και σε όλους τους άλλους. Έτσι επιπλήχθηκε αυτή. 17 Και ο Αβραάμ προσευχήθηκε στον Θεό· και ο Θεός θεράπευσε τον Αβιμέλεχ, και τη γυναίκα του, και τις θεράπαινές του, και τεκνοποίησαν. 18 Επειδή, 0ο Κύριος είχε κλείσει ολοκληρωτικά κάθε μήτρα στο σπίτι τού Αβιμέλεχ, εξαιτίας της Σάρρας, της γυναίκας τού Αβραάμ.

Γένεση 21

1 ΚΑΙ ο Κύριος επισκέφθηκε τη Σάρρα, καθώς είχε πει· και ο Κύριος έκανε στη Σάρρα καθώς είχε μιλήσει. 2 Και η Σάρρα συνέλαβε, και γέννησε στον Αβραάμ έναν γιο στα γηρατειά του· κατά την εποχή, που του είχε πει ο Θεός. 3 Και ο Αβραάμ αποκάλεσε το όνομα αυτού του γιου, που γεννήθηκε σ' αυτόν, τον οποίο η Σάρρα γέννησε σ' αυτόν, Ισαάκ. 4 Και ο Αβραάμ έκανε περιτομή στον γιο του τον Ισαάκ την όγδοη ημέρα, καθώς τον είχε προστάξει ο Θεός. 5 Και ο Αβραάμ ήταν 100 χρόνων, όταν γεννήθηκε σ' αυτόν ο γιος του ο Ισαάκ. 6 Και η Σάρρα είπε: Ο Θεός με έκανε να γελάω· όποιος ακούσει, θα γελάει μαζί μου. 7 Και είπε: Ποιος θα έλεγε στον Αβραάμ, ότι η Σάρρα θα θήλαζε παιδιά; Επειδή, γέννησα γιο στα γηρατειά μου. 8 Και το παιδί μεγάλωσε, και απογαλακτίστηκε· και ο Αβραάμ έκανε μεγάλο συμπόσιο, την ημέρα που απογαλακτίστηκε ο Ισαάκ. 9 Και η Σάρρα είδε τον γιο τής Άγαρ τής Αιγύπτιας, που γέννησε στον Αβραάμ, να περιγελάει τον Ισαάκ. 10 Και είπε στον Αβραάμ: Διώξε αυτή τη δούλη και τον γιο της· επειδή, δεν θα κληρονομήσει ο γιος αυτής της δούλης μαζί με τον γιο μου, τον Ισαάκ. 11 Και το πράγμα φάνηκε υπερβολικά σκληρό στα μάτια τού Αβραάμ, για τον γιο του. 12 Και ο Θεός είπε στον Αβραάμ: Ας μη φανεί σκληρό στα μάτια σου για το παιδί, και για τη δούλη σου· σε όλα όσα σου πει η Σάρρα, να ακούσεις τα λόγια της· επειδή, στον Ισαάκ θα κληθεί σπέρμα σε σένα· 13 και τον γιο τής δούλης θα τον καταστήσω έθνος· επειδή, είναι σπέρμα σου. 14 Και αφού ο Αβραάμ σηκώθηκε ενωρίς το πρωί, πήρε ψωμιά, και ένα ασκί με νερό, και τα έδωσε στην Άγαρ, βάζοντάς τα επάνω στον ώμο της· και το παιδί, και την έδιωξε. Κι εκείνη, καθώς αναχώρησε, περιπλανιόταν στην έρημο Βηρ-σαβεέ. 15 Και αφού τέλειωσε το νερό από το ασκί, έρριξε το παιδί κάτω από έναν θάμνο· 16 και αφού ήρθε κάθησε απέναντι, σε απόσταση μέχρι βολής ενός τόξου· επειδή, είπε: Να μη δω τον θάνατο του παιδιού. Και κάθησε απέναντι και ύψωσε τη φωνή της, και έκλαψε. 17 Και ο Θεός εισάκουσε τη φωνή τού παιδιού· και ένας άγγελος του Θεού φώναξε από τον ουρανό στην Άγαρ, και της είπε: Τι έχεις, Άγαρ; Μη φοβάσαι· επειδή, ο Θεός άκουσε τη φωνή τού παιδιού από τον τόπο όπου βρίσκεται· 18 σήκω, πάρε το παιδί, και κράτα το με το χέρι σου· επειδή, θα το καταστήσω μεγάλο έθνος. 19 Και ο Θεός άνοιξε τα μάτια της, και σαν είδε ένα πηγάδι με νερό, πήγε και γέμισε το ασκί με νερό, και πότισε το παιδί. 20 Και ο Θεός ήταν μαζί με το παιδί, και μεγάλωσε, και κατοίκησε στην έρημο και έγινε τοξότης. 21 Και κατοίκησε στην έρημο Φαράν· και η μητέρα του πήρε σ' αυτόν μία γυναίκα από τη γη τής Αιγύπτου. 22 ΚΑΙ κατά τον καιρό εκείνο ο Αβιμέλεχ, μαζί με τον Φιχόλ, τον αρχιστράτηγο της δύναμής του, είπε στον Αβραάμ, λέγοντας: Ο Θεός είναι μαζί σου σε όλα όσα κάνεις· 23 τώρα, λοιπόν, να μου ορκιστείς στον Θεό, εδώ, ότι δεν θα φανείς ψεύτης σε μένα ούτε στον γιο μου ούτε στα εγγόνια μου· αλλά, σύμφωνα με το έλεος που έκανα σε σένα θα κάνεις κι εσύ σε μένα, και στη γη όπου παροίκησες. 24 Και ο Αβραάμ είπε: Εγώ θα ορκιστώ. 25 Και ο Αβραάμ έλεγξε τον Αβιμέλεχ για το πηγάδι τού νερού, που άρπαξαν οι δούλοι τού Αβιμέλεχ. 26 Και ο Αβιμέλεχ είπε: Δεν ξέρω ποιος έκανε αυτό το πράγμα· ούτε κι εσύ μου το φανέρωσες και ούτε εγώ άκουσα γι' αυτό, παρά σήμερα. 27 Και ο Αβραάμ παίρνοντας πρόβατα, και βόδια, έδωσε στον Αβιμέλεχ· και έκαναν και οι δύο συνθήκη. 28 Και ο Αβραάμ έβαλε κατά μέρος επτά θηλυκά αρνιά τού ποιμνίου. 29 Και ο Αβιμέλεχ είπε στον Αβραάμ: Τι είναι τούτα τα επτά θηλυκά αρνιά, που έβαλες κατά μέρος; 30 Κι εκείνος είπε: Ότι αυτά τα επτά θηλυκά αρνιά θα πάρεις από το χέρι μου, για να είναι σε μένα ως μαρτυρία ότι εγώ έσκαψα αυτό το πηγάδι. 31 Γι' αυτό, ονόμασε εκείνο τον τόπο Βηρ-σαβεέ· επειδή, εκεί ορκίστηκαν και οι δύο. 32 Και έκαναν συνθήκη στη Βηρ-σαβεέ. Και σηκώθηκε ο Αβιμέλεχ, και ο Φιχόλ, ο αρχιστράτηγος της δύναμής του, και επέστρεψαν στη γη των Φιλισταίων. 33 Και ο Αβραάμ φύτεψε έναν δρυμό στη Βηρ-σαβεέ· και επικαλέστηκε εκεί το όνομα του Κυρίου, του αιώνιου Θεού. 34 Και ο Αβραάμ παροίκησε στη γη των Φιλισταίων πολλές ημέρες.

Γένεση 22

1 ΚΑΙ ύστερα από τα πράγματα αυτά, ο Θεός δοκίμασε τον Αβραάμ, και του είπε: Αβραάμ· κι εκείνος είπε: Εδώ είμαι. 2 Και είπε: Πάρε τώρα τον γιο σου τον μονογενή, που αγάπησες, τον Ισαάκ, και πήγαινε στον τόπο Μοριά, και πρόσφερέ τον εκεί σε ολοκαύτωμα επάνω σε ένα από τα βουνά, που θα σου πω. 3 Και αφού ο Αβραάμ σηκώθηκε ενωρίς το πρωί, σαμάρωσε το γαϊδούρι του, και πήρε μαζί του δύο από τους δούλους του, και τον γιο του τον Ισαάκ· και αφού έσχισε ξύλα για την ολοκαύτωση, σηκώθηκε, και πήγε στον τόπο που του είπε ο Θεός. 4 Και την τρίτη ημέρα, υψώνοντας τα μάτια του ο Αβραάμ, είδε τον τόπο από μακριά. 5 Και ο Αβραάμ είπε στους δούλους του: Εσείς καθήστε αυτού μαζί με το γαϊδούρι· εγώ δε και το παιδάκι θα πάμε μέχρις εκεί· και όταν προσκυνήσουμε, θα επιστρέψουμε σε σας. 6 Και αφού ο Αβραάμ πήρε τα ξύλα της ολοκαύτωσης, τα έβαλε επάνω στον Ισαάκ τον γιο του· και πήρε στο χέρι του φωτιά, και τη μάχαιρα, και πήγαιναν και οι δύο μαζί. 7 Τότε, ο Ισαάκ μίλησε στον Αβραάμ τον πατέρα του, και είπε: Πατέρα μου. Κι εκείνος είπε: Εδώ είμαι, παιδί μου. Και ο Ισαάκ είπε: Να η φωτιά και τα ξύλα· αλλά, πού είναι το πρόβατο για την ολοκαύτωση; 8 Και ο Αβραάμ είπε: Ο Θεός, παιδί μου, θα προβλέψει για τον εαυτό του το πρόβατο για την ολοκαύτωση. Και πορεύονταν οι δύο μαζί. 9 Και αφού έφτασαν στον τόπο, που του είχε πει ο Θεός, ο Αβραάμ οικοδόμησε εκεί το θυσιαστήριο, και τακτοποίησε τα ξύλα, και αφού έδεσε τον Ισαάκ τον γιο του, τον έβαλε επάνω στο θυσιαστήριο, επάνω στα ξύλα· 10 κι απλώνοντας ο Αβραάμ το χέρι του, πήρε τη μάχαιρα για να σφάξει τον γιο του. 11 Και ο άγγελος του Κυρίου τού φώναξε από τον ουρανό, και είπε: Αβραάμ, Αβραάμ. Κι εκείνος είπε: Εδώ είμαι. 12 Και είπε: Μη επιβάλεις το χέρι σου επάνω στο παιδάκι, και μη του κάνεις τίποτε· επειδή, τώρα γνώρισα ότι εσύ φοβάσαι τον Θεό, δεδομένου ότι δεν λυπήθηκες τον γιο σου τον μονογενή για μένα. 13 Και υψώνοντας ο Αβραάμ τα μάτια του, είδε· και να, πίσω του ήταν ένα κριάρι, που κρατιόταν από τα κέρατά του σε ένα πυκνόκλαδο φυτό· και αφού ήρθε ο Αβραάμ, πήρε το κριάρι, και το πρόσφερε σε ολοκαύτωμα, αντί του δικού του γιου. 14 Και ο Αβραάμ αποκάλεσε το όνομα εκείνου του τόπου Ιεοβά-ιρέ· όπως λέγεται και σήμερα: Στο βουνό αυτό θα εμφανιστεί ο Κύριος. 15 Και ο άγγελος του Κυρίου φώναξε μια δεύτερη φορά στον Αβραάμ από τον ουρανό. 16 Και είπε: Ορκίστηκα στον εαυτό μου, λέει ο Κύριος, ότι, επειδή έπραξες αυτό το πράγμα, και δεν λυπήθηκες τον γιο σου, τον μονογενή σου, 17 ότι εξάπαντος θα σε ευλογήσω, και εξάπαντος θα πληθύνω το σπέρμα σου σαν τα αστέρια τού ουρανού, και σαν την άμμο που είναι κοντά στο χείλος τής θάλασσας· και το σπέρμα σου θα κυριεύσει τις πύλες των εχθρών σου· 18 και διαμέσου του σπέρματός σου θα ευλογηθούν όλα τα έθνη τής γης, επειδή υπάκουσες στη φωνή μου. 19 Και ο Αβραάμ επέστρεψε στους δούλους του· και αφού σηκώθηκαν, πήγαν μαζί στη Βηρ-σαβεέ· και ο Αβραάμ κατοίκησε στη Βηρ-σαβεέ. 20 ΚΑΙ ύστερα από τα πράγματα αυτά, ανήγγειλαν στον Αβραάμ, λέγοντας: Δες, η Μελχά γέννησε κι αυτή γιους στον Ναχώρ τον αδελφό σου· 21 τον πρωτότοκό του τον Ουζ και τον αδελφό του τον Βουζ, και τον Κεμουήλ τον πατέρα τού Αράμ, 22 και τον Κεσέδ, και τον Αζαύ, και τον Φαλδές, και τον Ιελδάφ, και τον Βαθουήλ. 23 Και ο Βαθουήλ γέννησε τη Ρεβέκκα· αυτούς τους οκτώ γέννησε η Μελχά στον Ναχώρ τον αδελφό τού Αβραάμ. 24 Και η παλλακή του, η ονομαζόμενη Ρευμά, γέννησε κι αυτή τον Ταβέκ, και τον Γαάμ, και τον Ταχάς, και τον Μααχά.

Γένεση 23

1 ΚΑΙ η Σάρρα έζησε 127 χρόνια· αυτά είναι τα χρόνια τής ζωής τής Σάρρας. 2 Και η Σάρρα πέθανε στην Κιριάθ-αρβά· αυτή είναι η Χεβρών στη γη Χαναάν· και ο Αβραάμ ήρθε για να κλάψει τη Σάρρα, και να την πενθήσει. 3 Και αφού ο Αβραάμ σηκώθηκε μπροστά από τον νεκρό του, μίλησε στους γιους τού Χετ, λέγοντας: 4 Εγώ είμαι ξένος και πάροικος, μεταξύ σας· δώστε μου ένα κτήμα τάφου ανάμεσά σας, για να θάψω τον νεκρό μου από μπροστά μου. 5 Και οι γιοι τού Χετ αποκρίθηκαν στον Αβραάμ, λέγοντάς του: 6 Άκουσέ μας, κύριέ μου· εσύ είσαι μεταξύ μας ηγεμόνας από τον Θεό· θάψε τον νεκρό σου στο εκλεκτότερο από τα μνήματά μας· κανένας από μας δεν θα σου αρνηθεί το μνήμα του, για να θάψεις τον νεκρό σου. 7 Τότε, αφού ο Αβραάμ σηκώθηκε, προσκύνησε προς τον λαό τού τόπου, προς τους γιους τού Χετ· 8 και μίλησε σ' αυτούς, λέγοντας: Αν ευαρεστείται η ψυχή σας να θάψω τον νεκρό μου από μπροστά μου, ακούστε με, και μεσιτεύστε για μένα στον Εφρών, τον γιο τού Σωάρ, 9 και ας μου δώσει το σπήλαιό του, Μαχπελάχ, εκείνο στην άκρη τού χωραφιού του· ας μου το δώσει σε πλήρη τιμή, για κτήμα τάφου ανάμεσά σας. 10 Και ο Εφρών καθόταν ανάμεσα στους γιους τού Χετ· και ο Εφρών, ο Χετταίος, αποκρίθηκε στον Αβραάμ σε επήκοο των γιων τού Χετ, όλων εκείνων που έμπαιναν στην πύλη τής πόλης του, λέγοντας: 11 Όχι, κύριέ μου, άκουσέ με· σου δίνω το χωράφι, σου δίνω και το σπήλαιο, που είναι μέσα στο χωράφι, παρουσία των γιων τού λαού μου τα δίνω σε σένα· θάψε τον νεκρό σου. 12 Και ο Αβραάμ προσκύνησε μπροστά στον λαό τού τόπου· 13 και είπε στον Εφρών σε επήκοο του λαού τού τόπου, λέγοντας: Αν εσύ θέλεις, άκουσέ με, παρακαλώ· θα σου δώσω το ασήμι για το χωράφι· πάρ' το από μένα, και θα θάψω τον νεκρό μου εκεί. 14 Και ο Εφρών αποκρίθηκε στον Αβραάμ, λέγοντάς του: 15 Άκουσέ με, κύριέ μου: Γη για 400 σίκλους ασήμι, τι είναι ανάμεσα σε μένα και σε σένα; Θάψε, λοιπόν, τον νεκρό σου. 16 Και ο Αβραάμ άκουσε τον Εφρών· και ο Αβραάμ ζύγισε στον Εφρών το ασήμι, που είπε σε επήκοο των γιων τού Χετ, 400 σίκλους ασήμι, δεκτό ανάμεσα σε εμπόρους. 17 Και το χωράφι τού Εφρών, που ήταν στη Μαχπελάχ, μπροστά στη Μαμβρή, το χωράφι και το σπήλαιο που βρισκόταν σ' αυτό, και όλα τα δέντρα που ήσαν στο χωράφι και σε όλα τα όρια ολόγυρα, ασφαλίστηκαν 18 στον Αβραάμ για κτήμα, μπροστά στους γιους τού Χετ, μπροστά σε όλους εκείνους που έμπαιναν στην πύλη τής πόλης του. 19 Και ύστερα απ' αυτά, ο Αβραάμ έθαψε τη γυναίκα του τη Σάρρα στο σπήλαιο του χωραφιού Μαχπελάχ, μπροστά στη Μαμβρή· αυτή είναι η Χεβρών στη γη Χαναάν. 20 Και το χωράφι, και το σπήλαιο που υπήρχε σ' αυτό, ασφαλίστηκαν στον Αβραάμ για κτήμα τάφου από τους γιους τού Χετ.

Γένεση 24

1 ΚΑΙ ο Αβραάμ ήταν γέροντας, προχωρημένος στην ηλικία· και ο Κύριος ευλόγησε τον Αβραάμ σε όλα. 2 Και ο Αβραάμ είπε στον δούλο του, τον γεροντότερο του σπιτιού του, τον επιστάτη σε όλα τα υπάρχοντά του: Βάλε, παρακαλώ, το χέρι σου κάτω από τον μηρό μου· 3 και θα σε ορκίσω στον Κύριο, τον Θεό τού ουρανού και τον Θεό τής γης, ότι δεν θα πάρεις στον γιο μου γυναίκα από τις θυγατέρες των Χαναναίων, ανάμεσα στις οποίες εγώ κατοικώ· 4 αλλά, στον τόπο μου, και στη συγγένειά μου θα πας, και θα πάρεις γυναίκα στον γιο μου τον Ισαάκ. 5 Και ο δούλος τού είπε: Ίσως η γυναίκα δεν θελήσει να με ακολουθήσει σε τούτη τη γη· πρέπει να φέρω τον γιο σου στη γη από την οποία βγήκες; 6 Και ο Αβραάμ τού είπε: Πρόσεχε, μη φέρεις τον γιο μου εκεί· 7 ο Κύριος ο Θεός τού ουρανού, που με πήρε από την οικογένεια του πατέρα μου, και από τη γη τής γέννησής μου, και μίλησε σε μένα, και ορκίστηκε σε μένα, λέγοντας: Στο σπέρμα σου θα δώσω τούτη τη γη, αυτός θα αποστείλει τον άγγελό του μπροστά σου· και θα πάρεις γυναίκα στον γιο μου από εκεί· 8 και αν η γυναίκα δεν θέλει να σε ακολουθήσει, τότε θα είσαι ελεύθερος από τον όρκο μου αυτόν· μόνον, μη φέρεις τον γιο μου εκεί. 9 Και ο δούλος έβαλε το χέρι του κάτω από τον μηρό τού Αβραάμ τού κυρίου του, και ορκίστηκε σ' αυτόν για τούτο το πράγμα. 10 Και ο δούλος πήρε δέκα καμήλες από τις καμήλες τού κυρίου του, και αναχώρησε, φέρνοντας μαζί του από όλα τα αγαθά τού κυρίου του· και αφού σηκώθηκε, πήγε στη Μεσοποταμία, στην πόλη τού Ναχώρ. 11 Και γονάτισε τις καμήλες έξω από την πόλη κοντά στο πηγάδι του νερού, προς το δειλινό, όταν βγαίνουν οι γυναίκες για να αντλήσουν νερό. 12 Και είπε: Κύριε Θεέ τού κυρίου μου, του Αβραάμ, δώσε μου, παρακαλώ, σήμερα ένα καλό συνάντημα, και κάνε έλεος στον κύριό μου, τον Αβραάμ· 13 δες, εγώ στέκομαι κοντά στην πηγή τού νερού· και οι θυγατέρες των κατοίκων τής πόλης βγαίνουν για να αντλήσουν νερό· 14 και η κόρη στην οποία θα πω: Γύρε τη στάμνα σου, παρακαλώ, για να πιω, κι αυτή θα πει: Πιες, και θα ποτίσω και τις καμήλες σου, αυτή ας είναι εκείνη, την οποία ετοίμασες στον δούλο σου τον Ισαάκ· και απ' αυτό θα γνωρίσω ότι έκανες έλεος στον κύριό μου. 15 Και πριν αυτός σταματήσει να μιλάει, να, έβγαινε η Ρεβέκκα, που γεννήθηκε στον Βαθουήλ, τον γιο τής Μελχάς, της γυναίκας τού Ναχώρ, αδελφού τού Αβραάμ, έχοντας τη στάμνα της επάνω στον ώμο της. 16 Και η κόρη ήταν υπερβολικά ωραία στην όψη, παρθένα, και άνδρας δεν την είχε γνωρίσει· αφού, λοιπόν, κατέβηκε στην πηγή, γέμισε τη στάμνα της, κι ανέβαινε. 17 Και τρέχοντας ο δούλος σε συνάντησή της, είπε: Πότισέ με, παρακαλώ, λίγο νερό από τη στάμνα σου. 18 Κι εκείνη είπε: Πιες, κύριέ μου· και έσπευσε και κατέβασε τη στάμνα της επάνω στον βραχίονά της, και τον πότισε. 19 Και αφού έπαυσε να τον ποτίζει, είπε: Και για τις καμήλες σου θα αντλήσω, μέχρις ότου πιουν όλες. 20 Κι αμέσως άδειασε τη στάμνα της στην ποτίστρα, και έτρεξε ακόμα στο πηγάδι για να αντλήσει, και άντλησε για όλες τις καμήλες του. 21 Και ο άνθρωπος, ενώ θαύμαζε γι' αυτή, σιωπούσε, για να γνωρίσει αν ο Κύριος κατευόδωσε τον δρόμο του ή όχι. 22 Και αφού έπαυσαν οι καμήλες να πίνουν, ο άνθρωπος πήρε χρυσά σκουλαρίκια βάρους μισού σίκλου, και δύο βραχιόλια για τα χέρια της, βάρους δέκα σίκλων χρυσάφι· 23 και είπε: Τίνος θυγατέρα είσαι εσύ; Πες μου, παρακαλώ· στο σπίτι τού πατέρα σου είναι τόπος για μας, για κατάλυμα; 24 Κι εκείνη τού είπε: Είμαι θυγατέρα τού Βαθουήλ, του γιου τής Μελχάς, που γέννησε στον Ναχώρ. 25 Του είπε ακόμα: Υπάρχουν σε μας και άχυρα, και πολλή τροφή, και τόπος για κατάλυμα. 26 Τότε ο άνθρωπος έκλινε και προσκύνησε τον Κύριο· 27 και είπε: Ευλογητός ο Κύριος ο Θεός τού κυρίου μου, του Αβραάμ, ο οποίος δεν εγκατέλειψε το έλεός του και την αλήθεια του από τον κύριό μου· ο Κύριος με κατευόδωσε στην οικογένεια των αδελφών τού κυρίου μου. 28 Και αφού η κόρη έτρεξε, ανήγγειλε στην οικογένεια της μητέρας της αυτά τα πράγματα. 29 Και η Ρεβέκκα είχε έναν αδελφό, που ονομαζόταν Λάβαν· και ο Λάβαν έτρεξε στον άνθρωπο έξω στην πηγή, 30 και καθώς είδε τα σκουλαρίκια, και τα βραχιόλια στα χέρια τής αδελφής του, και καθώς άκουσε τα λόγια τής Ρεβέκκας, της αδελφής του, να λέει: Έτσι μου μίλησε ο άνθρωπος, ήρθε στον άνθρωπο· και να, στεκόταν κοντά στις καμήλες δίπλα στην πηγή. 31 Και είπε: Έλα μέσα, ευλογημένε τού Κυρίου· γιατί στέκεσαι έξω; Επειδή, εγώ ετοίμασα το σπίτι, και τόπο για τις καμήλες. 32 Και ο άνθρωπος μπήκε στο σπίτι, κι εκείνος ξεφόρτωσε τις καμήλες, και έδωσε άχυρα και τροφή στις καμήλες, και νερό για νίψιμο των ποδιών του, και των ποδιών των ανθρώπων εκείνων που ήσαν μαζί του. 33 Και μπροστά του παρατέθηκε φαγητό· αυτός, όμως, είπε: Δεν θα φάω μέχρις ότου μιλήσω τον λόγο μου. Κι εκείνος είπε: Μίλησε. 34 Και είπε: Εγώ είμαι δούλος τού Αβραάμ. 35 Και ο Κύριος ευλόγησε τον κύριό μου υπερβολικά, και έγινε μεγάλος· και έδωσε σ' αυτόν πρόβατα, και βόδια, και ασήμι, και χρυσάφι, και δούλους, και δούλες, και καμήλες, και γαϊδούρια. 36 Και η Σάρρα, η γυναίκα τού κυρίου μου, γέννησε έναν γιο στον κύριό μου, αφού γέρασε· και έδωσε σ' αυτόν όλα όσα έχει. 37 Και ο κύριός μου με όρκισε, λέγοντας: Δεν θα πάρεις γυναίκα στον γιο μου από τις θυγατέρες των Χαναναίων, στη γη των οποίων εγώ κατοικώ· 38 αλλά θα πας στην οικογένεια του πατέρα μου, και στη συγγένειά μου, και θα πάρεις γυναίκα στον γιο μου. 39 Και είπα στον κύριό μου: Ίσως δεν θελήσει η γυναίκα να με ακολουθήσει. 40 Κι εκείνος μού είπε: Ο Κύριος, μπροστά στον οποίο περπάτησα, θα αποστείλει τον άγγελό του μαζί σου, και θα κατευοδώσει τον δρόμο σου και θα πάρεις γυναίκα στον γιο μου από τη συγγένειά μου, και από την οικογένεια του πατέρα μου· 41 τότε θα είσαι ελεύθερος από τον ορκισμό μου· όταν πας στη συγγένειά μου, και δεν δώσουν σε σένα, τότε θα είσαι ελεύθερος από τον ορκισμό μου. 42 Και καθώς ήρθα σήμερα στην πηγή, είπα: Κύριε, ο Θεός τού κυρίου μου Αβραάμ, κατευόδωσε, παρακαλώ, τον δρόμο μου, στον οποίο εγώ πηγαίνω· 43 δες, εγώ στέκομαι κοντά στην πηγή τού νερού· και η κόρη η οποία βγαίνει για να αντλήσει, και στην οποία θα πω: Πότισέ με, παρακαλώ, λίγο νερό από τη στάμνα σου, 44 κι αυτή μου πει: Κι εσύ πιες, και για τις καμήλες σου ακόμα θα αντλήσω, αυτή ας είναι η γυναίκα, που ετοίμασε ο Κύριος για τον γιο τού κυρίου μου. 45 Και πριν πάψω να μιλάω μέσα στην καρδιά μου, να, η Ρεβέκκα έβγαινε, κρατώντας τη στάμνα της επάνω στον ώμο της· και κατέβηκε στην πηγή, και άντλησε· και της είπα: Πότισέ με, παρακαλώ. 46 Κι εκείνη έσπευσε και κατέβασε τη στάμνα της από επάνω της, και είπε: Πιες, και θα ποτίσω και τις καμήλες σου· ήπια, λοιπόν, και πότισε και τις καμήλες. 47 Και τη ρώτησα, και είπα: Τίνος θυγατέρα είσαι; Κι εκείνη είπε: Θυγατέρα τού Βαθουήλ, γιου τού Ναχώρ, που γέννησε σ' αυτόν η Μελχά· και έβαλα τα σκουλαρίκια στο πρόσωπό της, και τα βραχιόλια στα χέρια της. 48 Και αφού έκλινα, προσκύνησα τον Κύριο· και ευλόγησα τον Κύριο τον Θεό τού κυρίου μου Αβραάμ, που με κατευόδωσε στον αληθινό δρόμο, για να πάρω τη θυγατέρα τού αδελφού τού κυρίου μου στον γιο του. 49 Τώρα, λοιπόν, αν θέλετε να κάνετε έλεος και αλήθεια στον κύριό μου, πείτε μου· ειδεμή, πείτε μου, για να στραφώ δεξιά ή αριστερά. 50 Και αφού αποκρίθηκαν ο Λάβαν και ο Βαθουήλ, είπαν: Από τον Κύριο βγήκε το πράγμα· εμείς δεν μπορούμε να σου πούμε κακό ή καλό· 51 να, η Ρεβέκκα είναι μπροστά σου· πάρ' την και πήγαινε· και ας είναι γυναίκα τού γιου τού κυρίου σου, καθώς μίλησε ο Κύριος. 52 Και όταν ο δούλος τού Αβραάμ άκουσε τα λόγια τους, προσκύνησε μέχρις εδάφους τον Κύριο. 53 Και ο δούλος βγάζοντας ασημένια σκεύη και χρυσά σκεύη, και ενδύματα, έδωσε στη Ρεβέκκα· έδωσε ακόμα δώρα στον αδελφό της, και στη μητέρα της. 54 Και έφαγαν και ήπιαν, αυτός, και οι άνθρωποι που ήσαν μαζί του, και διανυχτέρευσαν· και αφού σηκώθηκαν το πρωί, είπε: Εξαποστείλτε με στον κύριό μου. 55 Και ο αδελφός της και η μητέρα της είπαν: Ας μείνει η κόρη μαζί μας μερικές ημέρες, τουλάχιστον δέκα· έπειτα θα φύγει. 56 Και τους είπε: Μη με κρατάτε, επειδή, ο Κύριος κατευόδωσε τον δρόμο μου· εξαποστείλτε με να πάω στον κύριό μου. 57 Κι εκείνοι είπαν: Ας καλέσουμε την κόρη, και ας ρωτήσουμε τη γνώμη της. 58 Και κάλεσαν τη Ρεβέκκα, και της είπαν: Πηγαίνεις με τούτο τον άνθρωπο; Κι εκείνη είπε: Πηγαίνω. 59 Και εξαπέστειλαν τη Ρεβέκκα, την αδελφή τους, και την τροφό της, και τον δούλο τού Αβραάμ, και τους ανθρώπους του. 60 Και ευλόγησαν τη Ρεβέκκα, και της είπαν: Αδελφή μας είσαι, είθε να γίνεις σε χιλιάδες μυριάδων, και το σπέρμα σου να εξουσιάσει τις πύλες των εχθρών του! 61 Και η Ρεβέκκα σηκώθηκε, και οι υπηρέτριές της, και κάθησαν επάνω στις καμήλες, και ακολούθησαν τον άνθρωπο· και ο δούλος πήρε τη Ρεβέκκα, και αναχώρησε. 62 Και ο Ισαάκ επέστρεφε από το πηγάδι Λαχαϊ-ροϊ· επειδή, κατοικούσε στη γη τής μεσημβρίας. 63 Και ο Ισαάκ βγήκε να προσευχηθεί στην πεδιάδα κατά το δειλινό· και καθώς ύψωσε τα μάτια του, είδε, και να, έρχονταν καμήλες. 64 Και καθώς η Ρεβέκκα ύψωσε τα μάτια της, είδε τον Ισαάκ, και πήδηξε από την καμήλα. 65 Επειδή, είχε πει στον δούλο: Ποιος είναι ο άνθρωπος εκείνος που έρχεται μέσα από την πεδιάδα σε συνάντησή μας; Και ο δούλος είχε πει: Είναι ο κύριός μου. Κι αυτή, παίρνοντας την καλύπτρα, σκεπάστηκε. 66 Και διηγήθηκε ο δούλος στον Ισαάκ όλα όσα είχε πράξει. 67 Και ο Ισαάκ την έφερε στη σκηνή τής μητέρας του, της Σάρρας· και πήρε τη Ρεβέκκα, και έγινε γυναίκα του, και την αγάπησε· και παρηγορήθηκε ο Ισαάκ για τη μητέρα του.

Γένεση 25

1 Ο ΑΒΡΑΑΜ, μάλιστα, πήρε και άλλη γυναίκα, που ονομαζόταν Χεττούρα. 2 Κι αυτή γέννησε σ' αυτόν τον Ζεμβρά, και τον Ιοξάν, και τον Μαδάν, και τον Μαδιάμ, και τον Ιεσβώκ, και τον Σουά. 3 Και ο Ιοξάν γέννησε τον Σεβά, και τον Δαιδάν· και οι γιοι τού Δαιδάν ήσαν οι Ασσουρείμ, και οι Λετουσιείμ, και οι Λαωμείμ. 4 Και οι γιοι τού Μαδιάμ ήσαν ο Γεφά, και ο Εφέρ, και ο Ανώχ, και ο Αβειδά, και ο Ελδαγά· όλοι αυτοί ήσαν γιοι τής Χεττούρας. 5 Και ο Αβραάμ έδωσε όλα τα υπάρχοντά του στον Ισαάκ. 6 Στους γιους, όμως, των παλλακών του, ο Αβραάμ έδωσε χαρίσματα, όταν ακόμα ζούσε, και επιπλέον, τους εξαπέστειλε μακρυά από τον γιο του τον Ισαάκ προς τα ανατολικά, στη γη της Ανατολής. 7 Κι αυτά είναι τα χρόνια των ημερών της ζωής τού Αβραάμ, όσα έζησε, 175 χρόνια. 8 Και αφού εξέπνευσε, ο Αβραάμ πέθανε σε καλά γηρατειά, γέροντας, και γεμάτος από χρόνια· και προστέθηκε στον λαό του. 9 Και τον έθαψαν ο Ισαάκ και ο Ισμαήλ, οι γιοι του, στο σπήλαιο Μαχπελάχ, στο χωράφι τού Εφρών, του γιου τού Σωάρ τού Χετταίου, που είναι απέναντι στη Μαμβρή· 10 στο χωράφι, που αγόρασε ο Αβραάμ, από τους γιους τού Χετ· εκεί τάφηκε ο Αβραάμ, και η γυναίκα του η Σάρρα. 11 Και μετά τον θάνατο του Αβραάμ, ο Θεός ευλόγησε τον γιο του τον Ισαάκ· και ο Ισαάκ κατοίκησε κοντά στο πηγάδι Λαχαϊ-ροϊ. 12 Κι αυτή είναι η γενεαλογία τού Ισμαήλ του γιου τού Αβραάμ, που γέννησε στον Αβραάμ η Αιγύπτια, η Άγαρ, η δούλη τής Σάρρας· 13 κι αυτά είναι τα ονόματα των γιων τού Ισμαήλ, σύμφωνα με τα ονόματά τους, στις γενεές τους· πρωτότοκος του Ισμαήλ ήταν ο Ναβαϊώθ, έπειτα ο Κηδάρ, και ο Αβδεήλ, και ο Μιβσάμ, 14 και ο Μισμά, και ο Δουμά, και ο Μασσά, 15 ο Χαδδάρ, και ο Θαιμά, ο Ιετούρ, ο Ναφίς, και ο Κεδμά· 16 αυτοί είναι οι γιοι τού Ισμαήλ, κι αυτά είναι τα ονόματά τους σύμφωνα με τις κωμοπόλεις τους, και σύμφωνα με τις κατοικίες τους· 12 άρχοντες σύμφωνα με τα έθνη τους. 17 Κι αυτά είναι τα χρόνια της ζωής τού Ισμαήλ, 137 χρόνια· και αφού εξέπνευσε πέθανε, και προστέθηκε στον λαό του. 18 Και κατοίκησε από την Αβιλά μέχρι τη Σουρ, που είναι απέναντι από την Αίγυπτο, καθώς πηγαίνει κανείς στην Ασσυρία· ο Ισμαήλ κατοίκησε μπροστά σε όλα τ' αδέλφια του. 19 Κι αυτή είναι η γενεαλογία τού Ισαάκ, του γιου τού Αβραάμ· ο Αβραάμ γέννησε τον Ισαάκ· 20 και ο Ισαάκ ήταν 40 χρόνων, όταν πήρε για τον εαυτό του γυναίκα τη Ρεβέκκα, τη θυγατέρα τού Βαθουήλ, του Σύριου, από την Παδάν-αράμ, αδελφή τού Λάβαν τού Σύριου. 21 Και ο Ισαάκ προσευχόταν στον Κύριο για τη γυναίκα του, επειδή ήταν στείρα· και ο Κύριος τον εισάκουσε, και η Ρεβέκκα, η γυναίκα του, συνέλαβε. 22 Και τα παιδιά συγκρούονταν μέσα της· και είπε: Αν έτσι πρόκειται να γίνει, γιατί εγώ να συλλάβω; Και πήγε να ρωτήσει τον Κύριο. 23 Και ο Κύριος της είπε: Δύο έθνη είναι στην κοιλιά σου· και δύο λαοί θα διαχωριστούν από τα σπλάχνα σου· Και ο ένας λαός θα είναι δυνατότερος από τον άλλο λαό· και ο μεγαλύτερος θα δουλέψει στον μικρότερο. 24 Και όταν συμπληρώθηκαν οι ημέρες της για να γεννήσει, να, στην κοιλιά της ήσαν δίδυμα. 25 Και ο πρώτος βγήκε κόκκινος, και ήταν ολόκληρος δασύτριχος σαν δέρμα· και αποκάλεσαν το όνομά του Ησαύ. 26 Και έπειτα βγήκε ο αδελφός του· και το χέρι του κρατούσε τη φτέρνα τού Ησαύ· γι' αυτό ονομάστηκε Ιακώβ· και ο Ισαάκ ήταν 60 χρόνων, όταν τους γέννησε. 27 Και μεγάλωσαν τα παιδιά· και ο μεν Ησαύ έγινε άνθρωπος έμπειρος στο κυνήγι, ένας άνθρωπος του χωραφιού· ο δε Ιακώβ, ένας άνθρωπος απλός, που κατοικούσε σε σκηνές. 28 Και ο μεν Ισαάκ αγαπούσε τον Ησαύ, επειδή το κυνήγι ήταν σ' αυτόν τροφή· ενώ η Ρεβέκκα αγαπούσε τον Ιακώβ. 29 Και ο Ιακώβ μαγείρευε ένα μαγείρεμα· και ο Ησαύ ήρθε από το χωράφι, και ήταν αποκαμωμένος· 30 και ο Ησαύ είπε στον Ιακώβ: Δώσε μου, παρακαλώ, να φάω, από το κόκκινο, τούτο το κόκκινο, επειδή είμαι αποκαμωμένος· γι' αυτό, αποκάλεσαν το όνομά του Εδώμ. 31 Και ο Ιακώβ είπε: Πούλησέ μου σήμερα τα πρωτοτόκιά σου. 32 Και ο Ησαύ είπε: Δες, εγώ πάω να πεθάνω, και σε τι με ωφελούν αυτά τα πρωτοτόκια; 33 Και ο Ιακώβ είπε: Να μου ορκιστείς σήμερα· και του ορκίστηκε· και πούλησε τα πρωτοτόκιά του στον Ιακώβ. 34 Τότε, ο Ιακώβ έδωσε στον Ησαύ ψωμί, και μαγείρεμα της φακής· και έφαγε και ήπιε, και αφού σηκώθηκε αναχώρησε· έτσι ο Ησαύ καταφρόνησε τα πρωτοτόκιά του.

Γένεση 26

1 ΚΑΙ έγινε πείνα στη γη, εκτός της προηγούμενης πείνας, που είχε γίνει στις ημέρες τού Αβραάμ. Και ο Ισαάκ πήγε στον Αβιμέλεχ, τον βασιλιά των Φιλισταίων, στα Γέραρα. 2 Και ο Κύριος φάνηκε σ' αυτόν, και είπε: Μη κατέβεις στην Αίγυπτο· να κατοικήσεις στη γη, που θα σου πω· 3 να παροικείς σε τούτη τη γη, κι εγώ θα είμαι μαζί σου, και θα σε ευλογήσω· επειδή, σε σένα και στο σπέρμα σου θα δώσω όλους αυτούς τους τόπους· και θα εκπληρώσω τον όρκο, που ορκίστηκα στον Αβραάμ τον πατέρα σου· 4 και θα πληθύνω το σπέρμα σου σαν τα αστέρια του ουρανού, και θα δώσω στο σπέρμα σου όλους αυτούς τους τόπους, και διαμέσου του σπέρματός σου θα ευλογηθούν όλα τα έθνη τής γης· 5 επειδή, ο Αβραάμ υπάκουσε στη φωνή μου, και φύλαξε τα προστάγματά μου, τις εντολές μου, τα διατάγματά μου, και τους νόμους μου. 6 Και ο Ισαάκ κατοίκησε στα Γέραρα. 7 Και οι άνδρες τού τόπου ρώτησαν για τη γυναίκα του· και είπε: Είναι αδελφή μου· επειδή, φοβήθηκε να πει: Είναι γυναίκα μου· λέγοντας, μήπως με φονεύσουν οι άνδρες τού τόπου εξαιτίας της Ρεβέκκας· επειδή, ήταν ωραία στην όψη. 8 Και αφού παρέμεινε εκεί πολλές ημέρες, ο βασιλιάς των Φιλισταίων, ο Αβιμέλεχ, καθώς έσκυψε από τη θυρίδα, είδε, και να, ο Ισαάκ έπαιζε με τη Ρεβέκκα τη γυναίκα του. 9 Και ο Αβιμέλεχ κάλεσε τον Ισαάκ, και είπε: Δες, σίγουρα γυναίκα σου είναι αυτή· γιατί, λοιπόν, είπες: Είναι αδελφή μου; Και ο Ισαάκ τού είπε: Επειδή, είπα: Μήπως πεθάνω εξαιτίας της. 10 Και ο Αβιμέλεχ είπε: Τι είναι αυτό που μας έκανες; Παρ' ολίγο θα κοιμόταν κάποιος από τον λαό με τη γυναίκα σου, και θα έφερνες επάνω μας ανομία. 11 Και ο Αβιμέλεχ πρόσταξε σε ολόκληρο τον λαό, λέγοντας: Όποιος αγγίξει τον άνθρωπο αυτόν ή τη γυναίκα του, θα θανατωθεί οπωσδήποτε. 12 Και ο Ισαάκ έσπειρε στη γη εκείνη, και μάζεψε εκείνο τον χρόνο εκατονταπλάσια· και ο Κύριος τον ευλόγησε. 13 Και ο άνθρωπος μεγαλυνόταν, και συνέχιζε να αυξάνει, μέχρις ότου έγινε υπερβολικά μεγάλος· 14 και απέκτησε πρόβατα, και βόδια, και πολλούς δούλους· όμως, οι Φιλισταίοι τον φθόνησαν. 15 Και όλα τα πηγάδια, που έσκαψαν οι δούλοι τού πατέρα του στις ημέρες τού Αβραάμ τού πατέρα του, οι Φιλισταίοι τα έφραξαν, και τα γέμισαν με χώμα. 16 Και ο Αβιμέλεχ είπε στον Ισαάκ: Φύγε από μας, επειδή έγινες υπερβολικά δυνατότερός μας. 17 ΚΑΙ ο Ισαάκ αναχώρησε από εκεί, και έστησε τη σκηνή του στην κοιλάδα των Γεράρων, και κατοίκησε εκεί. 18 Και ο Ισαάκ άνοιξε πάλι τα πηγάδια τού νερού, τα οποία είχαν σκάψει στις ημέρες τού Αβραάμ τού πατέρα του, και οι Φιλισταίοι τα είχαν φράξει μετά τον θάνατο του Αβραάμ· και τα ονόμασε σύμφωνα με τα ονόματα, με τα οποία ο πατέρας του τα είχε ονομάσει. 19 Και οι δούλοι τού Ισαάκ έσκαψαν στην κοιλάδα, και βρήκαν εκεί ένα πηγάδι με τρεχούμενο νερό. 20 Και οι βοσκοί των Γεράρων λογομάχησαν με τους βοσκούς τού Ισαάκ, λέγοντας: Δικό μας είναι το νερό· και ονόμασε το πηγάδι Εσέκ· επειδή, φιλονίκησαν μαζί του. 21 Και έσκαψαν ένα άλλο πηγάδι, και λογομάχησαν και για τούτο· γι' αυτό, το ονόμασε Σιτνά. 22 Και αφού μετοίκησε από εκεί, έσκαψε ένα άλλο πηγάδι, αλλά γι' αυτό δεν λογομάχησαν· και το ονόμασε Ρεχωβώθ, λέγοντας: Επειδή, τώρα ο Κύριος μας πλάτυνε, και μας αύξησε επάνω στη γη. 23 Και από εκεί ανέβηκε στη Βηρ-σαβεέ. 24 Και ο Κύριος φάνηκε σ' αυτόν εκείνη τη νύχτα, και είπε: Εγώ είμαι ο Θεός τού Αβραάμ τού πατέρα σου· μη φοβάσαι, επειδή εγώ είμαι μαζί σου, και θα σε ευλογήσω, και θα πληθύνω το σπέρμα σου, εξαιτίας του Αβραάμ, του δούλου μου. 25 Και εκεί οικοδόμησε θυσιαστήριο, και επικαλέστηκε το όνομα του Κυρίου· και έστησε εκεί τη σκηνή του· και εκεί οι δούλοι τού Ισαάκ έσκαψαν ένα πηγάδι. 26 ΤΟΤΕ, ο Αβιμέλεχ πήγε σ' αυτόν από τα Γέραρα, και ο Οχοζάθ ο οικείος του, και ο Φιχόλ ο αρχιστράτηγος της δύναμής του. 27 Και ο Ισαάκ είπε σ' αυτούς: Γιατί ήρθατε σε μένα, αφού εσείς με μισήσατε και με διώξατε από κοντά σας; 28 Και είπαν: Είδαμε φανερά ότι ο Κύριος είναι μαζί σου, και είπαμε: Ας γίνει τώρα όρκος αναμεταξύ μας, ανάμεσα σε μας και σε σένα, κι ας κάνουμε συνθήκη μαζί σου, 29 ότι δεν θα κάνεις σε μας κακό, καθώς εμείς δεν σε αγγίξαμε, και καθώς μόνον καλό πράξαμε σε σένα, και σε εξαποστείλαμε ειρηνικά· τώρα, εσύ είσαι ευλογημένος τού Κυρίου. 30 Και έκανε σ' αυτούς συμπόσιο· και έφαγαν και ήπιαν. 31 Και σηκώθηκαν ενωρίς το πρωί, και ορκίστηκε ο ένας στον άλλον· τότε, ο Ισαάκ τούς εξαπέστειλε, και έφυγαν απ' αυτόν ειρηνικά. 32 Κι εκείνη την ημέρα, ήρθαν οι δούλοι τού Ισαάκ, και του ανήγγειλαν για το πηγάδι που έσκαψαν, και του είπαν: Βρήκαμε νερό. 33 Και το ονόμασαν Σαβεέ· γι' αυτό, το όνομα της πόλης είναι μέχρι σήμερα Βηρ-σαβεέ. 34 ΚΑΙ ο Ησαύ ήταν 40 χρόνων, όταν πήρε για γυναίκα την Ιουδίθ, τη θυγατέρα τού Βεηρί, του Χετταίου, και τη Βασεμάθ, τη θυγατέρα τού Αιλών, του Χετταίου· 35 κι αυτές ήσαν πικρία ψυχής στον Ισαάκ και στη Ρεβέκκα.

Γένεση 27

1 ΚΑΙ αφού ο Ισαάκ γέρασε, και τα μάτια του αμβλύνθηκαν, ώστε δεν έβλεπε, κάλεσε τον Ησαύ, τον μεγαλύτερο γιο του, και του είπε: Γιε μου. Κι αυτός του είπε: Εδώ είμαι. 2 Κι εκείνος είπε: Δες τώρα, εγώ γέρασα· δεν γνωρίζω την ημέρα τού θανάτου μου· 3 πάρε, λοιπόν, παρακαλώ τα όπλα σου, τη φαρέτρα σου και το τόξο σου, και βγες στην πεδιάδα, και κυνήγυσε για μένα ένα κυνήγι· 4 και κάνε μου νόστιμα φαγητά, καθώς μου αρέσουν, και φέρε μου να φάω για να σε ευλογήσει η ψυχή μου πριν πεθάνω. 5 Και η Ρεβέκκα άκουσε καθώς ο Ισαάκ μιλούσε στον γιο του τον Ησαύ. Και Ησαύ πήγε στην πεδιάδα για να κυνηγήσει ένα κυνήγι, και να το φέρει. 6 Και η Ρεβέκκα μίλησε στον γιο της τον Ιακώβ, λέγοντας: Δες, εγώ άκουσα τον πατέρα σου να μιλάει στον αδελφό σου τον Ησαύ, και να λέει: 7 Φέρε μου κυνήγι, και κάνε μου νόστιμα φαγητά για να φάω, και να σε ευλογήσω μπροστά στον Κύριο πριν πεθάνω. 8 Τώρα, λοιπόν, γιε μου, να ακούσεις τη φωνή μου σε όσα εγώ σου παραγγέλλω· 9 πήγαινε, τώρα, στο κοπάδι και πάρε μου από εκεί δύο καλά κατσικάκια· για να τα κάνω νόστιμα φαγητά για τον πατέρα σου, καθώς του αρέσουν· 10 και θα τα φέρεις στον πατέρα σου να φάει, για να σε ευλογήσει πριν πεθάνει. 11 Και ο Ιακώβ είπε στη Ρεβέκκα τη μητέρα του: Δες, ο Ησαύ ο αδελφός μου είναι άνδρας δασύτριχος, ενώ εγώ είμαι άνδρας άτριχος· 12 ίσως ο πατέρας μου με ψηλαφήσει, και θα φανώ σ' αυτόν ως απατεώνας και θα επισύρω επάνω μου κατάρα και όχι ευλογία. 13 Και η μητέρα του είπε σ' αυτόν: Επάνω μου η κατάρα σου, παιδί μου· μόνον υπάκουσε στη φωνή μου, και πήγαινε, φέρ' τα σε μένα. 14 Και πήγε, και πήρε, και τα έφερε στη μητέρα του· και η μητέρα του έκανε νόστιμα φαγητά, όπως άρεσαν στον πατέρα του. 15 Και παίρνοντας η Ρεβέκκα τα καλύτερα ενδύματα του μεγαλύτερου γιου της του Ησαύ, που είχε στο σπίτι, έντυσε μ' αυτά τον Ιακώβ, τον νεότερο γιο της· 16 και με τα δέρματα από τα κατσικάκια σκέπασε τα χέρια του, και τα γυμνά μέρη τού λαιμού του· 17 και έδωσε στα χέρια του γιου της του Ιακώβ τα νόστιμα φαγητά, και το ψωμί, που ετοίμασε. 18 Και ήρθε στον πατέρα του, και είπε: Πατέρα μου. Κι εκείνος είπε: Εδώ είμαι· ποιος είσαι παιδί μου; 19 Και ο Ιακώβ είπε στον πατέρα του: Εγώ είμαι ο Ησαύ, ο πρωτότοκός σου· έκανα καθώς μου είπες, σήκω, λοιπόν, κάθησε και φάε από το κυνήγι μου, για να με ευλογήσει η ψυχή σου. 20 Και ο Ισαάκ είπε στον γιο του: Πώς έγινε αυτό παιδί μου, ότι το βρήκες τόσο γρήγορα; Κι εκείνος είπε: Επειδή, ο Κύριος ο Θεός σου το έφερε μπροστά μου. 21 Και ο Ισαάκ είπε στον Ιακώβ: Πλησίασε παιδί μου, για να σε ψηλαφήσω, αν είσαι εσύ αυτός ο γιος μου ο Ησαύ ή όχι. 22 Και ο Ιακώβ πλησίασε στον Ισαάκ τον πατέρα του· κι εκείνος τον ψηλάφησε και είπε: Η μεν φωνή είναι φωνή τού Ιακώβ, τα χέρια όμως είναι χέρια τού Ησαύ. 23 Και δεν τον γνώρισε, επειδή τα χέρια του ήσαν σαν τα χέρια τού αδελφού του, του Ησαύ, δασύτριχα· και τον ευλόγησε. 24 Και είπε: Εσύ είσαι ο ίδιος ο γιος μου ο Ησαύ; Κι εκείνος είπε: Εγώ. 25 Και είπε: Φέρε κοντά μου, και θα φάω από το κυνήγι του γιου μου, για να σε ευλογήσει η ψυχή μου. Και έφερε κοντά του, και έφαγε· και έφερε σ' αυτόν κρασί, και ήπιε. 26 Και ο Ισαάκ ο πατέρας του είπε σ' αυτόν: Πλησίασε τώρα, και φίλησέ με, παιδί μου. 27 Και πλησίασε, και τον φίλησε· και οσφράνθηκε την οσμή των ενδυμάτων του και τον ευλόγησε και είπε: Να, η οσμή τού γιου μου είναι σαν οσμή πεδιάδας, που την ευλόγησε ο Κύριος· 28 Λοιπόν, ο Θεός να σου δώσει από τη δρόσο τού ουρανού, και από το πάχος τής γης, και αφθονία σιταριού και κρασιού· 29 Λαοί να σε δουλέψουν, και έθνη να σε προσκυνήσουν· Να είσαι κύριος των αδελφών σου, και οι γιοι τής μητέρας σου να σε προσκυνήσουν· Καταραμένος όποιος σε καταριέται και ευλογημένος όποιος σε ευλογεί! 30 Και καθώς ο Ισαάκ έπαυσε να ευλογεί τον Ιακώβ, μόλις ο Ιακώβ είχε φύγει μπροστά από τον πατέρα του τον Ισαάκ, τότε ήρθε ο Ησαύ, ο αδελφός του, από το κυνήγι του. 31 Και έκανε κι αυτός νόστιμα φαγητά, και τα έφερε στον πατέρα του· και είπε στον πατέρα του: Ας σηκωθεί ο πατέρας μου κι ας φάει από το κυνήγι τού γιου του, για να με ευλογήσει η ψυχή σου. 32 Και ο πατέρας του ο Ισαάκ είπε σ' αυτόν: Ποιος είσαι; Κι εκείνος είπε: Είμαι ο γιος σου, ο πρωτότοκός σου, ο Ησαύ. 33 Και ο Ισαάκ εκπλάγηκε με υπερβολικά μεγάλη έκπληξη, και είπε: Ποιος είναι, λοιπόν, εκείνος, που κυνήγησε ένα κυνήγι και μου έφερε, και έφαγα απ' όλα πριν μπεις μέσα, και τον ευλόγησα; Και θα είναι ευλογημένος. 34 Όταν ο Ησαύ άκουσε τα λόγια τού πατέρα του, έβγαλε μια κραυγή μεγάλη και πικρή σε υπερβολικό βαθμό· και είπε στον πατέρα του: Ευλόγησε και μένα, πατέρα μου. 35 Κι εκείνος είπε: Ήρθε ο αδελφός σου με δόλο, και πήρε την ευλογία σου. 36 Και ο Ησαύ είπε: Δικαιολογημένα αποκλήθηκε το όνομά του Ιακώβ, επειδή, τώρα για δεύτερη φορά με υποσκέλισε· πήρε τα πρωτοτόκιά μου, και να, τώρα πήρε και την ευλογία μου. Και είπε: Δεν φύλαξες για μένα ευλογία; 37 Και ο Ισαάκ αποκρίθηκε, και είπε στον Ησαύ: Δες, τον έκανα κύριό σου, και όλους τους αδελφούς του τούς έκανα δούλους του, και τον στήριξα με σιτάρι και κρασί· και τι να κάνω, λοιπόν, σε σένα, παιδί μου; 38 Και ο Ησαύ είπε, στον πατέρα του: Μήπως μόνον αυτή την ευλογία έχεις, πατέρα μου; Ευλόγησέ με και μένα, πατέρα μου. Και ύψωσε ο Ησαύ τη φωνή του και έκλαψε. 39 Και αποκρίθηκε ο πατέρας του, ο Ισαάκ, και του είπε: Δες, η κατοίκησή σου θα είναι στο πάχος τής γης, και στη δρόσο τού ουρανού από επάνω· 40 και με το μαχαίρι σου θα ζεις, και στον αδελφό σου θα δουλέψεις. Όταν, όμως, υπερισχύσεις, θα συντρίψεις τον ζυγό του από τον τράχηλό σου. 41 ΚΑΙ ο Ησαύ μισούσε τον Ιακώβ, για την ευλογία με την οποία τον ευλόγησε ο πατέρας του· και ο Ησαύ είπε στην καρδιά του: Πλησιάζουν οι ημέρες τού πένθους τού πατέρα μου· τότε, θα φονεύσω τον αδελφό μου τον Ιακώβ. 42 Και αναγγέλθηκαν στη Ρεβέκκα τα λόγια τού Ησαύ, του μεγαλύτερου γιου της· και αφού έστειλε, κάλεσε τον Ιακώβ, τον νεότερο γιο της, και του είπε: Δες, ο Ησαύ ο αδελφός σου παρηγορεί τον εαυτό του εναντίον σου, ότι θα σε φονεύσει· 43 τώρα, λοιπόν, παιδί μου, άκουσε τη φωνή μου· και αφού σηκωθείς, φύγε προς τον αδελφό μου τον Λάβαν στη Χαρράν· 44 και κατοίκησε μαζί του μερικές ημέρες, μέχρις ότου περάσει ο θυμός του αδελφού σου· 45 μέχρις ότου παύσει η οργή τού αδελφού σου εναντίον σου, και λησμονήσει τα όσα του έκανες· τότε, θα στείλω και θα σε φέρω από εκεί· γιατί να σας στερηθώ και τους δύο σε μία ημέρα; 46 Και η Ρεβέκκα είπε στον Ισαάκ: Αηδίασα τη ζωή μου εξαιτίας των θυγατέρων τού Χετ· αν ο Ιακώβ πάρει γυναίκα από τις θυγατέρες τού Χετ, όπως είναι αυτές, από τις θυγατέρες αυτής της γης, τι με ωφελεί να ζω;

Γένεση 28

1 ΚΑΙ αφού ο Ισαάκ προσκάλεσε τον Ιακώβ, τον ευλόγησε και του παρήγγειλε, λέγοντας: Δεν θα πάρεις γυναίκα από τις θυγατέρες τής Χαναάν· 2 και αφού σηκωθείς, πήγαινε στην Παδάν-αράμ, στο σπίτι τού Βαθουήλ, του πατέρα τής μητέρας σου· και από εκεί πάρε γυναίκα για σένα, από τις θυγατέρες τού Λάβαν, του αδελφού τής μητέρας σου· 3 και ο Θεός ο Παντοδύναμος να σε ευλογήσει, και να σε αυξήσει, και να σε πληθύνει, ώστε να γίνεις σε πλήθος από λαούς· 4 και να σου δώσει την ευλογία τού Αβραάμ, σε σένα, και στο σπέρμα σου ύστερα από σένα, για να κληρονομήσεις τη γη τής παροίκησής σου, που ο Θεός έδωσε στον Αβραάμ. 5 Και ο Ισαάκ εξαπέστειλε τον Ιακώβ· και πήγε στην Παδάν-αράμ στον Λάβαν, τον γιο τού Βαθουήλ τού Σύριου, τον αδελφό τής Ρεβέκκας, της μητέρας τού Ιακώβ και του Ησαύ. 6 ΚΑΙ βλέποντας ο Ησαύ ότι ο Ισαάκ ευλόγησε τον Ιακώβ, και τον εξαπέστειλε στην Παδάν-αράμ, για να πάρει για τον εαυτό του γυναίκα από εκεί, και ότι, ενώ τον ευλογούσε, του παρήγγειλε, λέγοντας: Δεν θα πάρεις γυναίκα από τις θυγατέρες τη Χαναάν· 7 και ότι ο Ιακώβ υπάκουσε στον πατέρα του και τη μητέρα του, και πήγε στην Παδάν-αράμ· 8 και βλέποντας ο Ησαύ ότι οι θυγατέρες τη Χαναάν είναι μισητές στα μάτια του Ισαάκ, του πατέρα του, 9 ο Ησαύ πήγε στον Ισμαήλ, και εκτός των άλλων γυναικών του πήρε για τον εαυτό του γυναίκα τη Μαελέθ, θυγατέρα τού Ισμαήλ τού γιου τού Αβραάμ, την αδελφή τού Ναβαϊώθ. 10 ΚΑΙ ο Ιακώβ βγήκε από τη Βηρ-σαβεέ, και πήγε στη Χαρράν. 11 Και έφτασε σε κάποιον τόπο, και διανυχτέρευσε εκεί, επειδή είχε δύσει ο ήλιος· και πήρε από τις πέτρες τού τόπου, και έβαλε για προσκεφάλι του, και κοιμήθηκε σ' εκείνο τον τόπο. 12 Και είδε ένα όνειρο, και να, μια σκάλα στηριγμένη στη γη, που η κορυφή της έφτανε στον ουρανό· και να, οι άγγελοι του Θεού ανέβαιναν και κατέβαιναν επάνω σ' αυτή. 13 Και να, ο Κύριος στεκόταν επάνω απ' αυτή, και είπε: Εγώ είμαι ο Κύριος, ο Θεός τού Αβραάμ τού πατέρα σου, και ο Θεός τού Ισαάκ· τη γη, επάνω στην οποία κοιμάσαι, σε σένα θα τη δώσω, και στο σπέρμα σου· 14 Και το σπέρμα σου θα είναι όπως η άμμος τής γης, και θα απλωθείς προς τη δύση, και προς την ανατολή, και προς τον βορρά και προς τον νότο· και θα ευλογηθούν μέσα από σένα, και από το σπέρμα σου, όλες οι φυλές τής γης· 15 και δες, εγώ είμαι μαζί σου, και θα σε διαφυλάττω παντού, όπου κι αν πας, και θα σε επαναφέρω σε τούτη τη γη· επειδή, δεν θα σε εγκαταλείψω, μέχρις ότου κάνω όσα μίλησα σε σένα. 16 Και όταν ο Ιακώβ σηκώθηκε από τον ύπνο του, είπε: Βέβαια, ο Κύριος είναι σε τούτο τον τόπο, κι εγώ δεν ήξερα. 17 Και φοβήθηκε, και είπε: Πόσο φοβερός είναι αυτός ο τόπος! Τούτο δεν είναι παρά οίκος τού Θεού, κι αυτή η πύλη τού ουρανού. 18 Και ο Ιακώβ, αφού σηκώθηκε ενωρίς το πρωί, πήρε την πέτρα, που είχε βάλει για προσκεφάλι του, και την έστησε για στήλη, και έχυσε λάδι επάνω στην κορυφή της. 19 Και αποκάλεσε το όνομα εκείνου του τόπου, Βαιθήλ· και το όνομα της πόλης εκείνης ήταν άλλοτε Λουζ. 20 Και ο Ιακώβ ευχήθηκε μια ευχή, λέγοντας: Αν ο Θεός είναι μαζί μου, και με διαφυλάξει σ' αυτό τον δρόμο στον οποίο πηγαίνω, και μου δώσει ψωμί να φάω, και ένδυμα για να ντυθώ, 21 και επιστρέψω ειρηνικά στο σπίτι τού πατέρα μου, τότε ο Κύριος θα είναι ο Θεός μου· 22 κι αυτή η πέτρα, που έστησα για στήλη, θα είναι οίκος τού Θεού· και από όλα όσα μου δώσεις, το δέκατο θα το προσφέρω σε σένα.

Γένεση 29

1 ΚΑΙ ο Ιακώβ κίνησε, και πήγε στη γη των κατοίκων τής ανατολής. 2 Και είδε, και να ένα πηγάδι στην πεδιάδα· και να, υπήρχαν εκεί τρία κοπάδια προβάτων, που αναπαύονταν κοντά του, επειδή από εκείνο το πηγάδι πότιζαν τα κοπάδια· και υπήρχε μια μεγάλη πέτρα επάνω στο στόμιο του πηγαδιού. 3 Και όταν μαζεύονταν εκεί όλα τα κοπάδια, αποκυλούσαν την πέτρα από το στόμιο του πηγαδιού, και πότιζαν τα κοπάδια· έπειτα, έβαζαν ξανά την πέτρα επάνω στο στόμιο του πηγαδιού, στον τόπο της. 4 Και ο Ιακώβ είπε σ' αυτούς: Αδελφοί, από πού είστε; Κι εκείνοι είπαν: Είμαστε από τη Χαρράν. 5 Και τους είπε: Γνωρίζετε τον Λάβαν, τον γιο τού Ναχώρ; Κι εκείνοι είπαν: Τον γνωρίζουμε. 6 Και τους είπε: Υγιαίνει; Κι εκείνοι είπαν: Υγιαίνει· και, δες, η Ραχήλ η κόρη του έρχεται μαζί με τα πρόβατα. 7 Και είπε: Να, μένει ακόμα αρκετό μέρος τής ημέρας, δεν είναι ώρα να αποσυρθούν τα κτήνη· ποτίστε τα πρόβατα, και πηγαίνετε να τα βοσκήσετε. 8 Κι εκείνοι είπαν: Δεν μπορούμε, μέχρις ότου μαζευτούν όλα τα κοπάδια, και να αποκυλίσουν την πέτρα από το στόμιο του πηγαδιού· τότε ποτίζουμε τα πρόβατα. 9 Κι ενώ μιλούσε ακόμα σ' αυτούς, ήρθε η Ραχήλ μαζί με τα πρόβατα του πατέρα της· επειδή, αυτή τα έβοσκε. 10 Και καθώς ο Ιακώβ είδε τη Ραχήλ, τη θυγατέρα τού Λάβαν τού αδελφού τής μητέρας του, και τα πρόβατα του Λάβαν τού αδελφού τής μητέρας του, πλησίασε ο Ιακώβ, και αποκύλισε την πέτρα από το στόμιο του πηγαδιού, και πότισε τα πρόβατα του Λάβαν, του αδελφού τής μητέρας του. 11 Και ο Ιακώβ φίλησε τη Ραχήλ, και υψώνοντας τη φωνή του, έκλαψε. 12 Και ο Ιακώβ ανήγγειλε στη Ραχήλ, ότι είναι αδελφός τού πατέρα της, και ότι είναι γιος τής Ρεβέκκας· κι εκείνη τρέχοντας ανήγγειλε το πράγμα στον πατέρα της. 13 Και καθώς ο Λάβαν άκουσε το όνομα του Ιακώβ, του γιου τής αδελφής του, έτρεξε σε συνάντησή του· και αφού τον εναγκαλίστηκε, τον φίλησε και τον έφερε στο σπίτι του· και ο Ιακώβ διηγήθηκε στον Λάβαν όλα όσα είχαν γίνει. 14 Και είπε σ' αυτόν ο Λάβαν: Βέβαια, κόκαλό μου και σάρκα μου είσαι. Και κατοίκησε μαζί του έναν μήνα. 15 Και ο Λάβαν είπε στον Ιακώβ: Επειδή, είσαι αδελφός μου, γι' αυτό θα δουλεύεις σε μένα δωρεάν; Πες μου, ποιος θα είναι ο μισθός σου; 16 Και ο Λάβαν είχε δύο θυγατέρες· το όνομα της μεγαλύτερης ήταν Λεία, και το όνομα της μικρότερης Ραχήλ. 17 Της Λείας, όμως, τα μάτια ήσαν ασθενικά· και η Ραχήλ ήταν ωραία σε παράστημα και όμορφη στην όψη. 18 Και ο Ιακώβ αγάπησε τη Ραχήλ· και είπε: Θα δουλεύω σε σένα επτά χρόνια για τη Ραχήλ, τη μικρότερη θυγατέρα σου. 19 Και ο Λάβαν είπε: Καλύτερα να τη δώσω σε σένα, παρά να τη δώσω σε άλλον άνδρα· κατοίκησε μαζί μου. 20 Και ο Ιακώβ δούλεψε για τη Ραχήλ επτά χρόνια· και του φαίνονταν σαν λίγες ημέρες, εξαιτίας της αγάπης του γι' αυτήν. 21 Και ο Ιακώβ είπε στον Λάβαν: Δώσε μου τη γυναίκα μου, επειδή εκπληρώθηκαν οι ημέρες μου, για να μπω μέσα σ' αυτή. 22 Και ο Λάβαν συγκέντρωσε όλους τους ανθρώπους τού τόπου, και έκανε συμπόσιο. 23 Και το βράδυ, παίρνοντας τη Λεία τη θυγατέρα του, την έφερε σ' αυτόν· και μπήκε μέσα σ' αυτή. 24 Και ο Λάβαν έδωσε στη θυγατέρα του τη Λεία, για υπηρέτριά της, τη Ζελφά την υπηρέτριά του. 25 Και το πρωί, να, αυτή ήταν η Λεία· και είπε στον Λάβαν: Τι είναι τούτο που έκανες σε μένα; Δεν δούλεψα σε σένα για τη Ραχήλ; Και γιατί με εξαπάτησες; 26 Και ο Λάβαν είπε: Δεν γίνεται έτσι στον τόπο μας, να δίνεται η μικρότερη πριν από τη μεγαλύτερη· 27 εκπλήρωσε την εβδομάδα της, και θα σου δώσω κι αυτή, αντί της εργασίας την οποία θα κάνεις σε μένα ακόμα επτά χρόνια. 28 Και ο Ιακώβ έκανε έτσι και εξεπλήρωσε την εβδομάδα της· και του έδωσε τη Ραχήλ τη θυγατέρα του για γυναίκα. 29 Και ο Λάβαν έδωσε στη θυγατέρα του τη Ραχήλ, για υπηρέτριά της, τη Βαλλάν, την υπηρέτριά του. 30 Και ο Ιακώβ μπήκε και στη Ραχήλ· και αγάπησε τη Ραχήλ περισσότερο από τη Λεία, και δούλεψε σ' αυτόν άλλα επτά χρόνια ακόμα. 31 Και βλέποντας ο Κύριος ότι η Λεία ήταν μισητή, άνοιξε τη μήτρα της· και η Ραχήλ ήταν στείρα. 32 Και η Λεία συνέλαβε, και γέννησε γιο, και αποκάλεσε το όνομά του Ρουβήν· επειδή, είπε: Είδε, βέβαια, ο Κύριος την ταπείνωσή μου· τώρα, λοιπόν, θα με αγαπήσει ο άνδρας μου. 33 Και συνέλαβε ξανά, και γέννησε γιο· και είπε: Επειδή, ο Κύριος άκουσε ότι μισούμαι, γι' αυτό μου έδωσε ακόμα κι αυτόν· και αποκάλεσε το όνομά του Συμεών. 34 Και συνέλαβε ξανά, και γέννησε γιο· και είπε: Τώρα, αυτή τη φορά ο άνδρας μου θα ενωθεί μαζί μου, επειδή γέννησα σ' αυτόν τρεις γιους· γι' αυτό, τον ονόμασε Λευί. 35 Και συνέλαβε ξανά, και γέννησε γιο· και είπε: Αυτή τη φορά θα δοξολογήσω τον Κύριο· γι' αυτό αποκάλεσε το όνομά του Ιούδα· και έπαυσε να γεννάει.

Γένεση 30

1 Και όταν η Ραχήλ είδε ότι δεν τεκνοποίησε στον Ιακώβ, η Ραχήλ φθόνησε την αδελφή της· και είπε στον Ιακώβ: Δώσε μου παιδιά· ειδεμή, εγώ πεθαίνω. 2 Και άναψε ο θυμός τού Ιακώβ εναντίον τής Ραχήλ, και είπε: Μήπως εγώ είμαι αντί του Θεού, που σε στέρησε από τον καρπό τής κοιλιάς; 3 Κι εκείνη είπε: Νάσου, η υπηρέτριά μου, η Βαλλά· μπες μέσα σ' αυτή, και θα γεννήσει επάνω στα γόνατά μου, για να αποκτήσω κι εγώ παιδιά απ' αυτή. 4 Και του έδωσε τη Βαλλά, την υπηρέτριά της, για γυναίκα· και ο Ιακώβ μπήκε μέσα σ' αυτή. 5 Και συνέλαβε η Βαλλά, και γέννησε γιο στον Ιακώβ· 6 και η Ραχήλ είπε: Ο Θεός με έκρινε, και άκουσε και τη φωνή μου, και μου έδωσε γιο· γι' αυτό αποκάλεσε το όνομά του Δαν. 7 Και η Βαλλά, η υπηρέτρια της Ραχήλ, συνέλαβε ξανά, και γέννησε δεύτερον γιο στον Ιακώβ· 8 και η Ραχήλ είπε: Πάλεψα δυνατή πάλη με την αδελφή μου, και υπερίσχυσα· και αποκάλεσε το όνομά του Νεφθαλί. 9 Και όταν η Λεία είδε ότι έπαυσε να γεννάει, πήρε τη Ζελφά την υπηρέτριά της, και την έδωσε στον Ιακώβ για γυναίκα. 10 Και η Ζελφά η υπηρέτρια της Λείας, γέννησε έναν γιο στον Ιακώβ· 11 και η Λεία είπε: Έρχεται ευτυχία· και αποκάλεσε το όνομά του Γαδ. 12 Και η Ζελφά γέννησε, η υπηρέτρια της Λείας, δεύτερον γιο στον Ιακώβ· 13 και η Λεία είπε: Μακάρια είμαι εγώ, επειδή θα με μακαρίζουν οι γυναίκες· και αποκάλεσε το όνομά του Ασήρ. 14 Και ο Ρουβήν πήγε τις ημέρες τού θερισμού τού σιταριού, και βρήκε μανδραγόρες στο χωράφι, και τους έφερε στη Λεία τη μητέρα του. Και η Ραχήλ είπε στη Λεία: Δώσε μου, παρακαλώ, από τους μανδραγόρες τού γιου σου. 15 Κι εκείνη της είπε: Μικρό πράγμα είναι ότι πήρες τον άνδρα μου; Και θέλεις να πάρεις και τους μανδραγόρες τού γιου μου; Και η Ραχήλ είπε: Λοιπόν, ας κοιμηθεί μαζί σου αυτή τη νύχτα για τους μανδραγόρες τού γιου σου. 16 Και ο Ιακώβ ήρθε το βράδυ από το χωράφι, και η Λεία βγαίνοντας σε συνάντησή του, είπε: Μέσα σε μένα θα μπεις, επειδή σε μίσθωσα με μισθό, τους μανδραγόρες τού γιου μου. Και κοιμήθηκε μαζί της εκείνη τη νύχτα. 17 Και ο Θεός εισάκουσε τη Λεία· και συνέλαβε, και γέννησε στον Ιακώβ πέμπτον γιο. 18 Και η Λεία είπε: Ο Θεός μού έδωσε τον μισθό μου, επειδή έδωσα την υπηρέτριά μου στον άνδρα μου· και αποκάλεσε το όνομά του Ισσάχαρ. 19 Και η Λεία συνέλαβε ξανά, και γέννησε έκτον γιο στον Ιακώβ· 20 Και η Λεία είπε: Ο Θεός με προίκισε με καλή προίκα· τώρα, ο άνδρας μου θα κατοικήσει μαζί μου, επειδή γέννησα σ' αυτόν έξι γιους· και αποκάλεσε το όνομά του Ζαβουλών. 21 Και ύστερα απ' αυτά, γέννησε θυγατέρα, κι αποκάλεσε το όνομά της Δείνα. 22 Και ο Θεός θυμήθηκε τη Ραχήλ, και ο Θεός την εισάκουσε, και άνοιξε τη μήτρα της· 23 και συνέλαβε, και γέννησε γιο· και είπε: Ο Κύριος αφαίρεσε τη ντροπή μου. 24 Και αποκάλεσε το όνομά του Ιωσήφ, λέγοντας: Ο Θεός να προσθέσει σε μένα και άλλον γιο. 25 Και αφού η Ραχήλ γέννησε τον Ιωσήφ, είπε ο Ιακώβ στον Λάβαν: Εξαπόστειλέ με, για να πάω στον τόπο μου, και στην πατρίδα μου· 26 δώσε μου τις γυναίκες μου, και τα παιδιά μου, για τις οποίες σε δούλεψα, για να πάω· επειδή, εσύ γνωρίζεις τη δούλεψή μου με την οποία σε δούλεψα. 27 Και ο Λάβαν τού είπε: Σε παρακαλώ, να βρω χάρη μπροστά σου· γνώρισα εκ πείρας, ότι ο Κύριος με ευλόγησε εξαιτίας σου. 28 Και είπε: Καθόρισέ μου τον μισθό σου, και θα στον δώσω. 29 Κι εκείνος του είπε: Εσύ γνωρίζεις με ποιον τρόπο σε δούλεψα, και πόσα έγιναν τα κτήνη σου μαζί μου· 30 επειδή, όσα είχες πριν από μένα ήσαν λίγα, και τώρα αυξήθηκαν σε πλήθος· και ο Κύριος σε ευλόγησε με την έλευσή μου· και, τώρα, πότε θα προβλέψω κι εγώ για την οικογένειά μου; 31 Κι εκείνος είπε: Τι να σου δώσω; Και ο Ιακώβ είπε: Δεν θα μου δώσεις τίποτε· αν μου κάνεις αυτό το πράγμα, θα βόσκω ξανά το κοπάδι σου, και θα το φυλάττω· 32 να περάσω σήμερα μέσα από όλο το κοπάδι σου, διαχωρίζοντας από εκεί κάθε πρόβατο που έχει στίγματα και κηλίδες, και κάθε μελανωπό ανάμεσα στα αρνιά και όποιο έχει κηλίδες και στίγματα ανάμεσα στα κατσίκια· κι αυτά να είναι ο μισθός μου· 33 και στο εξής, η δικαιοσύνη μου θα μαρτυρήσει για μένα, όταν έρθει μπροστά σου για τον μισθό μου· κάθε τι που δεν είναι με στίγματα και κηλίδες ανάμεσα στα κατσίκια, και μελανωπό ανάμεσα στα αρνιά, θα θεωρηθεί κλεμμένο από μένα. 34 Και ο Λάβαν είπε: Δες, ας γίνει σύμφωνα με τον λόγο σου. 35 Και την ημέρα εκείνη διαχώρισε τους τράγους τους παρδαλούς, και κηλιδωτούς, και όλες τις κατσίκες, όσες είχαν στίγματα και κηλίδες, όλα όσα ήσαν διάλευκα, και όλα τα μελανωπά ανάμεσα στα αρνιά, και τα έδωσε στα χέρια των γιων του· 36 και έβαλε έναν δρόμο τριών ημερών ανάμεσα στον εαυτό του και στον Ιακώβ· και ο Ιακώβ έβοσκε το υπόλοιπο από το κοπάδι τού Λάβαν. 37 Και ο Ιακώβ πήρε για τον εαυτό του χλωρές ράβδους από λεύκη, και καρυδιά, και πλάτανο, και τις ξελέπισε με άσπρα λεπίσματα, ώστε φαινόταν το άσπρο, που ήταν επάνω στις ράβδους· 38 και έβαλε τις ράβδους, τις οποίες ξελέπισε, στα αυλάκια τού νερού, στις ποτίστρες, όπου τα κοπάδια έρχονταν να πίνουν για να συλλαμβάνουν τα κοπάδια, ενώ έρχονταν να πίνουν. 39 Και τα κοπάδια συλλάμβαναν καθώς έβλεπαν τις ράβδους και γεννούσαν πρόβατα παρδαλά, με στίγματα, και κηλιδωτά. 40 Και ο Ιακώβ διαχώρισε τα αρνιά, και έστρεψε τα πρόσωπα των προβάτων τού κοπαδιού τού Λάβαν προς τα παρδαλά, και προς όλα τα μελανωπά· και έβαλε χωριστά τα δικά του κοπάδια, και δεν τα έβαλε μαζί με τα πρόβατα του Λάβαν. 41 Και κατά την εποχή που τα πρώιμα πρόβατα έρχονταν σε σύλληψη, ο Ιακώβ έβαζε τις ράβδους στα αυλάκια μπροστά στα μάτια τού κοπαδιού, για να συλλαμβάνουν βλέποντας προς τις ράβδους· 42 και όταν τα πρόβατα ήσαν όψιμα, δεν τα έβαζε· και έτσι τα όψιμα ήσαν του Λάβαν, και τα πρώιμα του Ιακώβ. 43 Και ο άνθρωπος αυξήθηκε σε υπερβολικά μεγάλον βαθμό, και απέκτησε πολλά κοπάδια, και δούλες, και δούλους, και καμήλες και γαϊδούρια.

Γένεση 31

1 ΑΚΟΥΣΕ, όμως, ο Ιακώβ τα λόγια των γιων τού Λάβαν, που έλεγαν: Ο Ιακώβ πήρε όλα τα υπάρχοντα του πατέρα μας, και από τα υπάρχοντα του πατέρα μας απέκτησε ολόκληρη αυτή τη δόξα. 2 Και ο Ιακώβ είδε το πρόσωπο του Λάβαν, και να, δεν ήταν απέναντί του όπως χθες και προχθές. 3 Και ο Κύριος είπε στον Ιακώβ: Επίστρεψε στη γη των πατέρων σου, και στη συγγένειά σου, και θα είμαι μαζί σου. 4 Τότε, ο Ιακώβ έστειλε, και κάλεσε τη Ραχήλ, και τη Λεία στην πεδιάδα, στο κοπάδι του· 5 και τους είπε: Βλέπω το πρόσωπο του πατέρα σας, ότι δεν είναι απέναντί μου όπως χθες και προχθές· ο Θεός τού πατέρα μου, όμως, στάθηκε μαζί μου· 6 κι εσείς ξέρετε ότι με όλη μου τη δύναμη δούλεψα τον πατέρα σας· 7 αλλ' ο πατέρας σας με απάτησε, και άλλαξε τους μισθούς μου δέκα φορές· ο Θεός, όμως, δεν τον άφησε να με κακοποιήσει· 8 όταν έλεγε ως εξής: Εκείνα με τα στίγματα θα είναι ο μισθός σου, τότε ολόκληρο το κοπάδι γεννούσε με στίγματα· και όταν έλεγε ως εξής: Τα παρδαλά θα είναι ο μισθός σου, τότε ολόκληρο το κοπάδι γεννούσε παρδαλά. 9 Μ' αυτόν τον τρόπο αφαίρεσε ο Θεός το κοπάδι τού πατέρα σας και το έδωσε σε μένα. 10 Και κατά την εποχή που το κοπάδι συλλάμβανε, ύψωσα τα μάτια μου, και είδα σε όνειρο, και να, οι τράγοι και τα κριάρια, που ανέβαιναν στα πρόβατα και στις κατσίκες, ήσαν παρδαλοί, με στίγματα και διάστικτοι. 11 Και ο άγγελος του Θεού μού είπε στο όνειρο: Ιακώβ. Και είπα: Εδώ είμαι. 12 Και είπε: Ύψωσε τώρα τα μάτια σου, και δες όλους τους τράγους και τα κριάρια, που ανεβαίνουν στα πρόβατα και τις κατσίκες, ότι είναι παρδαλοί, με στίγματα και διάστικτοι· επειδή, είδα όλα όσα κάνει σε σένα ο Λάβαν· 13 εγώ είμαι ο Θεός τής Βαιθήλ, όπου έχρισες τη στήλη, και όπου ευχήθηκες μια ευχή σε μένα· σήκω τώρα, βγες έξω απ' αυτή τη γη, και επίστρεψε στη γη τής συγγένειάς σου. 14 Και η Ραχήλ και η Λεία αποκρίθηκαν, και του είπαν: Έχουμε εμείς πια μερίδα ή κληρονομιά στην οικογένεια του πατέρα μας; 15 Δεν θεωρηθήκαμε απ' αυτόν σαν ξένες; Επειδή, μας πούλησε, κι ακόμα κατέφαγε ολοκληρωτικά το ασήμι μας. 16 Επομένως, όλα τα πλούτη, που ο Θεός αφαίρεσε από τον πατέρα μας, είναι δικά μας, και των παιδιών μας· τώρα, λοιπόν, κάνε όσα σου είπε ο Θεός. 17 ΤΟΤΕ, αφού ο Ιακώβ σηκώθηκε, έβαλε τα παιδιά του και τις γυναίκες του επάνω στις καμήλες· 18 και απήγαγε όλα τα κτήνη του, και όλα τα αγαθά του που απέκτησε, το κοπάδι της απόκτησής του, που απέκτησε στην Παδάν-αράμ, για να πάει στον Ισαάκ, τον πατέρα του, στη γη Χαναάν. 19 Και ο Λάβαν είχε πάει να κουρέψει τα πρόβατά του· η δε Ραχήλ έκλεψε τα είδωλα του πατέρα της. 20 Ο δε Ιακώβ έκρυψε τη φυγή του στον Λάβαν, τον Σύριο, μη αναγγέλλοντας σ' αυτόν ότι αναχωρεί· 21 κι αυτός έφυγε με όλα τα υπάρχοντά του, και σηκώθηκε και διάβηκε τον ποταμό, και κατευθύνθηκε προς το βουνό Γαλαάδ. 22 Και την τρίτη ημέρα αναγγέλθηκε στον Λάβαν, ότι ο Ιακώβ έφυγε, 23 και παίρνοντας μαζί του τους αδελφούς του, τον καταδίωξε καταπίσω του, έναν δρόμο επτά ημερών· και τον πρόφτασε στο βουνό Γαλαάδ. 24 Και ο Θεός ήρθε στον Λάβαν, τον Σύριο, σε όνειρο τη νύχτα, και του είπε: Φυλάξου, μη μιλήσεις σκληρά στον Ιακώβ. 25 Ο Λάβαν, λοιπόν, πρόφτασε τον Ιακώβ· και ο Ιακώβ είχε στήσει τη σκηνή του επάνω στο βουνό· και ο Λάβαν μαζί με τους αδελφούς του σκήνωσαν επάνω στο βουνό Γαλαάδ. 26 Και ο Λάβαν είπε στον Ιακώβ: Τι έκανες, και γιατί μου έκρυψες τη φυγή σου, και απήγαγες τις θυγατέρες μου σαν αιχμαλώτους πολέμου; 27 Γιατί έφυγες κρυφά, και έκλεψες τον εαυτό σου από μένα, και δεν μου το φανέρωσες; Επειδή, εγώ θα σε εξαπέστελνα με ευφροσύνη και με τραγούδια, με τύμπανα και με κιθάρες· 28 και δεν με αξίωσες ούτε να φιλήσω τους γιους μου, και τις θυγατέρες μου; Τώρα, με αφροσύνη το έκανες αυτό· 29 είναι δυνατό το χέρι μου να σας κακοποιήσει· αλλ' ο Θεός τού πατέρα σας είπε σε μένα χθες τη νύχτα, λέγοντας: Φυλάξου, μη μιλήσεις σκληρά στον Ιακώβ· - 30 τώρα, λοιπόν, έστω, αναχώρησες, επειδή επιθύμησες πολύ την οικογένεια του πατέρα σου· γιατί, όμως, έκλεψες τους θεούς μου; 31 Και όταν ο Ιακώβ αποκρίθηκε είπε στον Λάβαν: Έφυγα, επειδή φοβήθηκα· επειδή, είπα: Μήπως αφαιρέσεις τις θυγατέρες σου από μένα· 32 σε όποιον, όμως, βρεις τους θεούς σου, ας μη ζήσει· μπροστά στους αδελφούς μας δες τι βρίσκεται σε μένα από τα δικά σου, και πάρε. Επειδή, δεν ήξερε ο Ιακώβ ότι η Ραχήλ τούς είχε κλέψει. 33 Μπήκε, λοιπόν, ο Λάβαν στη σκηνή τού Ιακώβ, και στη σκηνή τής Λείας, και στις σκηνές των δύο υπηρετριών· αλλά, δεν τους βρήκε. Τότε βγήκε από τη σκηνή τής Λείας, και μπήκε στη σκηνή τής Ραχήλ. 34 Και η Ραχήλ είχε πάρει τα είδωλα και τα είχε βάλει στο σαμάρι τής καμήλας, και καθόταν επάνω σ' αυτά. Και καθώς ο Λάβαν ερεύνησε ολόκληρη τη σκηνή, δεν τα βρήκε, 35 κι εκείνη είπε στον πατέρα της: Ας μη φανεί βαρύ στον κύριό μου, επειδή δεν μπορώ να σηκωθώ μπροστά σου, για τον λόγο ότι έχω τα γυναικεία. Κι αυτός ερεύνησε, αλλά δεν βρήκε τα είδωλα. 36 Και ο Ιακώβ οργίστηκε, και επέπληξε τον Λάβαν· και αποκρινόμενος ο Ιακώβ είπε στον Λάβαν: Τι είναι το ανόμημά μου; Τι το αμάρτημά μου, ότι καταδίωξες καταπίσω μου; 37 Αφού ερεύνησες όλα τα σκεύη μου, τι βρήκες από όλα τα σκεύη του σπιτιού σου; Βάλ' το εδώ μπροστά στους αδελφούς μου και τους αδελφούς σου, για να κρίνουν ανάμεσα στους δυο μας· 38 είναι 20 χρόνια τώρα, από τότε που είμαι μαζί σου· τα πρόβατά σου και οι κατσίκες σου δεν ατεκνώθηκαν, και τα κριάρια του κοπαδιού σου δεν έφαγα· 39 σπαραγμένο από θηρία δεν σου έφερα· εγώ το πλήρωνα· από το χέρι μου ζητούσες ό,τι μου έκλεβαν την ημέρα ή ό,τι μου έκλεβαν τη νύχτα· 40 την ημέρα καιγόμουν από τον καύσωνα και τη νύχτα από τον παγετό· και ο ύπνος έφευγε από τα μάτια μου· 41 Βρίσκομαι 20 χρόνια κιόλας στο σπίτι σου· 14 χρόνια σού δούλεψα για τις δύο θυγατέρες σου, και έξι χρόνια για τα πρόβατά σου· και άλλαξες τον μισθό μου δέκα φορές· 42 αν ο Θεός τού πατέρα μου, ο Θεός τού Αβραάμ, και ο φόβος του Ισαάκ, δεν ήταν μαζί μου, βέβαια άδειον θα με εξαπέστελνες τώρα· ο Θεός είδε την ταλαιπωρία μου, και τον κόπο των χεριών μου, και σε έλεγξε χθες τη νύχτα. 43 Και αποκρινόμενος ο Λάβαν, είπε στον Ιακώβ: Οι θυγατέρες αυτές είναι θυγατέρες μου, και οι γιοι αυτοί γιοι μου, και τα πρόβατα αυτά πρόβατά μου, και όλα όσα βλέπεις είναι δικά μου· και τι να κάνω σήμερα σ' αυτές τις θυγατέρες μου ή στα παιδιά τους, τα οποία γέννησαν; 44 Έλα, λοιπόν, τώρα, ας κάνουμε συνθήκη, εγώ κι εσύ· για να είναι ως μαρτυρία ανάμεσα σε μένα και σένα. 45 Και ο Ιακώβ πήρε μια πέτρα, και την έστησε ως στήλη. 46 Και ο Ιακώβ είπε στους αδελφούς του: Μαζέψτε πέτρες· και πήραν πέτρες, και έκαναν έναν σωρό· και έφαγαν εκεί επάνω στον σωρό. 47 Και ο μεν Λάβαν τον αποκάλεσε Ιεγάρ-σαχαδουθά· ενώ ο Ιακώβ τον αποκάλεσε Γαλεέδ. 48 Και ο Λάβαν είπε: Ο σωρός αυτός είναι σήμερα μαρτυρία ανάμεσα σε μένα και σένα. Γι' αυτό το όνομά του αποκλήθηκε Γαλεέδ· 49 και Μισπά· επειδή, είπε: Ας επιβλέψει ο Κύριος ανάμεσα σε μένα και σένα, όταν αποχωριστούμε ο ένας από τον άλλον· 50 αν ταλαιπωρήσεις τις θυγατέρες μου ή αν πάρεις άλλες γυναίκες, εκτός από τις θυγατέρες μου, δεν είναι κανένας μαζί μας· βλέπε, ο Θεός είναι μάρτυρας ανάμεσα σε μένα και σε σένα. 51 Και ο Λάβαν είπε στον Ιακώβ: Να αυτός ο σωρός, και να αυτή η στήλη, που έστησα ανάμεσα σε μένα και σένα· 52 ο σωρός αυτός είναι μαρτυρία, και η στήλη μαρτυρία, ότι εγώ δεν θα διαβώ αυτόν τον σωρό προς εσένα ούτε εσύ θα διαβείς αυτόν τον σωρό, κι αυτή τη στήλη, προς εμένα, για κακό· 53 ο Θεός τού Αβραάμ, και ο Θεός τού Ναχώρ, ο Θεός τού πατέρα τους, ας κρίνει ανάμεσά μας. Και ο Ιακώβ ορκίστηκε στον φόβο τού πατέρα του, του Ισαάκ. 54 Τότε, ο Ιακώβ θυσίασε μια θυσία επάνω στο βουνό και προσκάλεσε τους αδελφούς του για να φάνε ψωμί· και έφαγαν ψωμί, και διανυχτέρευσαν επάνω στο βουνό. 55 Και αφού ο Λάβαν σηκώθηκε ενωρίς το πρωί, φίλησε τους γιους και τις θυγατέρες του, και τους ευλόγησε· και ο Λάβαν αναχώρησε, και επέστρεψε στον τόπο του.

Γένεση 32

1 ΚΑΙ ο Ιακώβ πήγε στον δρόμο του· και τον συνάντησαν οι άγγελοι του Θεού. 2 Και όταν ο Ιακώβ τούς είδε, είπε: Αυτό είναι στρατόπεδο του Θεού· και αποκάλεσε το όνομα εκείνου του τόπου Μαχαναϊμ. 3 Και ο Ιακώβ έστειλε μπροστά του μηνυτές στον αδελφό του τον Ησαύ, στη γη Σηείρ, στον τόπο του Εδώμ. 4 Και τους παρήγγειλε, λέγοντας· τούτο θα πείτε στον κύριό μου τον Ησαύ: Έτσι λέει ο δούλος σου ο Ιακώβ· παροίκησα μαζί με τον Λάβαν, και έμεινα μέχρι τώρα· 5 και απέκτησα βόδια, και γαϊδούρια, πρόβατα, και δούλους, και δούλες· και έστειλα να αναγγείλω στον κύριό μου, για να βρω χάρη μπροστά σου. 6 Και επέστρεψαν οι μηνυτές στον Ιακώβ, λέγοντας: Πήγαμε στον αδελφό σου τον Ησαύ, και μάλιστα έρχεται σε συνάντησή σου, και μαζί του 400 άνδρες. 7 Και ο Ιακώβ φοβήθηκε υπερβολικά, και ήταν σε αμηχανία· και διαίρεσε τον λαό, που είχε μαζί του, και τα κοπάδια, και τα βόδια, και τις καμήλες, σε δύο καταυλισμούς· 8 λέγοντας: Αν έρθει ο Ησαύ στον έναν καταυλισμό και τον χτυπήσει, ο καταυλισμός που θα μείνει θα διασωθεί. 9 Και ο Ιακώβ είπε: Θεέ τού πατέρα μου, του Αβραάμ, και Θεέ τού πατέρα μου, του Ισαάκ, Κύριε, που μου είπες: Επίστρεψε στη γη σου και στη συγγένειά σου, και θα σε αγαθοποιήσω· 10 είμαι πολύ μικρός απέναντι σε όλα τα ελέη και σε ολόκληρη την αλήθεια, που έκανες στον δούλο σου· επειδή, με τη ράβδο μου διάβηκα αυτόν τον Ιορδάνη, και τώρα έγινα δύο καταυλισμοί· 11 σώσε με, σε παρακαλώ, από το χέρι τού αδελφού μου, από το χέρι τού Ησαύ· επειδή, τον φοβάμαι, μήπως όταν έρθει με πατάξει, και τη μητέρα μέχρι τα παιδιά· 12 εσύ μου είπες ακόμα: Σίγουρα, θα σε αγαθοποιήσω, και θα κάνω το σπέρμα σου όπως την άμμο τής θάλασσας, που από το πλήθος της δεν μπορεί να απαριθμηθεί. 13 Και κοιμήθηκε εκεί εκείνη τη νύχτα· και πήρε από όσα βρέθηκαν στο χέρι του, δώρο στον Ησαύ τον αδελφό του· 14 200 κατσίκες, και 20 τράγους, 200 πρόβατα, και 20 κριάρια, 15 30 καμήλες που θήλαζαν, μαζί με τα παιδιά τους, 40 δαμάλια, και 10 ταύρους, 20 γαϊδούρια θηλυκά, και 10 πουλάρια. 16 Και τα παρέδωσε στα χέρια των δούλων του, κάθε κοπάδι χωριστά· και είπε στους δούλους του: Περάστε μπροστά μου, κι αφήστε απόσταση ανάμεσα από κοπάδι σε κοπάδι. 17 Και στον πρώτο παρήγγειλε, λέγοντας: Όταν σε συναντήσει ο αδελφός μου ο Ησαύ, και σε ρωτήσει, λέγοντας: Τίνος είσαι; Και πού πηγαίνεις; Και τίνος είναι αυτά, που έχεις μπροστά σου; 18 Τότε θα πεις: Αυτά είναι του δούλου σου του Ιακώβ, που στέλνονται ως δώρα στον κύριό μου τον Ησαύ· και να, κι αυτός είναι πίσω από μας. 19 Το ίδιο παρήγγειλε και στον δεύτερο, και στον τρίτο και σε όλους που ακολουθούσαν πίσω από τα κοπάδια, λέγοντας: Σύμφωνα με τα λόγια αυτά θα μιλήσετε στον Ησαύ, όταν τον βρείτε· 20 και θα πείτε: Δες, πίσω από μας είναι και ο ίδιος ο δούλος σου ο Ιακώβ. Επειδή, έλεγε: Θα εξιλεώσω το πρόσωπό του με το δώρο, που προπορεύεται μπροστά μου· και ύστερα απ' αυτά θα δω το πρόσωπό του· ίσως θα με δεχθεί. 21 Το δώρο, λοιπόν, πέρασε μπροστά του· αυτός, όμως, έμεινε εκείνη τη νύχτα στον καταυλισμό. 22 Και αφού σηκώθηκε εκείνη τη νύχτα, πήρε τις δύο γυναίκες του, και τις δύο υπηρέτριές του, και τα 11 παιδιά του, και διάβηκε το πέρασμα του Ιαβόκ. 23 Και τους πήρε, και τους διαπέρασε από τον χείμαρρο· διαπέρασε και τα υπάρχοντά του. 24 Και ο Ιακώβ έμεινε μόνος· και πάλευε μαζί του ένας άνθρωπος μέχρι τα χαράματα της αυγής· 25 και βλέποντας ότι δεν υπερίσχυσε εναντίον του, άγγιξε την άρθρωση του μηρού του· και μετατοπίστηκε η άρθρωση του μηρού τού Ιακώβ, καθώς πάλευε μαζί του. 26 Κι εκείνος είπε: Άφησέ με να φύγω, επειδή χάραξε η αυγή. Κι αυτός είπε: Δεν θα σε αφήσω να φύγεις, αν δεν με ευλογήσεις. 27 Και του είπε: Τι είναι το όνομά σου; Κι αυτός είπε: Ιακώβ. 28 Κι εκείνος είπε: Δεν θα αποκληθεί πλέον το όνομά σου Ιακώβ, αλλά Ισραήλ· επειδή, αγωνίστηκες δυνατά με τον Θεό, και με τους ανθρώπους θα είσαι δυνατός. 29 Και ο Ιακώβ ρώτησε, λέγοντας: Φανέρωσέ μου, παρακαλώ, το όνομά σου. Κι εκείνος είπε: Γιατί ρωτάς για το όνομά μου; Και τον ευλόγησε εκεί. 30 Και ο Ιακώβ αποκάλεσε το όνομα εκείνου του τόπου Φανουήλ, λέγοντας: Επειδή, είδα τον Θεό πρόσωπο με πρόσωπο, και φυλάχθηκε η ζωή μου. 31 Κι ανέτειλε ο ήλιος επάνω του, καθώς διάβηκε το Φανουήλ· και χώλαινε στον μηρό του. 32 Γι' αυτό, οι γιοι Ισραήλ μέχρι σήμερα δεν τρώνε τον μυώνα τού μηρού, που ναρκώθηκε, ο οποίος είναι στην άρθρωση· επειδή, εκείνος άγγιξε την άρθρωση του μηρού τού Ιακώβ στον μυώνα που ναρκώθηκε.

Γένεση 33

1 ΚΑΙ καθώς ο Ιακώβ σήκωσε τα μάτια του, είδε· και να, ερχόταν ο Ησαύ, και μαζί του 400 άνδρες· και ο Ιακώβ μοίρασε τα παιδιά στη Λεία, και στη Ραχήλ, και στις δύο υπηρέτριες. 2 Και τις μεν υπηρέτριες και τα παιδιά τους, έβαλε μπροστά, τη Λεία όμως και τα παιδιά της, κατόπιν, και τη Ραχήλ και τον Ιωσήφ, τελευταίους. 3 Κι αυτός πέρασε μπροστά τους, και προσκύνησε μέχρις εδάφους επτά φορές, ωσότου να πλησιάσει στον αδελφό του. 4 Και ο Ησαύ έτρεξε σε συνάντησή του, και τον αγκάλιασε, και έπεσε στον τράχηλό του, και τον καταφίλησε· και έκλαψαν. 5 Και καθώς σήκωσε τα μάτια είδε τις γυναίκες και τα παιδιά· και είπε: Τι σου είναι αυτοί; Κι εκείνος είπε: Τα παιδιά, που ο Θεός χάρισε στον δούλο σου. 6 Τότε, πλησίασαν οι υπηρέτριες, αυτές και τα παιδιά τους, και προσκύνησαν· 7 παρόμοια, πλησίασαν και η Λεία και τα παιδιά της, και προσκύνησαν· και ύστερα απ' αυτά, πλησίασαν ο Ιωσήφ και η Ραχήλ, και προσκύνησαν. 8 Και είπε: Προς τι ολόκληρο αυτό το στρατόπεδό σου, που συνάντησα; Κι εκείνος είπε: Για να βρω χάρη μπροστά στον κύριό μου. 9 Και ο Ησαύ είπε: Έχω πολλά, αδελφέ μου· έχε εσύ τα δικά σου. 10 Και ο Ιακώβ είπε: Όχι, παρακαλώ· αν βρήκα χάρη μπροστά σου, δέξου το δώρο μου από τα χέρια μου· επειδή, γι' αυτό είδα το πρόσωπό σου, σαν να έβλεπα το πρόσωπο του Θεού, κι εσύ ευαρεστήθηκες σε μένα· 11 δέξου, παρακαλώ, τις ευλογίες μου, που προσφέρονται σε σένα· επειδή, ο Θεός με ελέησε, και έχω απ' όλα. Και τον βίασε, και δέχθηκε. 12 Και είπε: Ας σηκωθούμε κι ας πάμε, κι εγώ θα προπορεύομαι μπροστά σου. 13 Και ο Ιακώβ τού είπε: Ο κύριός μου ξέρει ότι τα παιδιά είναι τρυφερά, και έχω μαζί μου πρόβατα που εγκυμονούν και βόδια· και αν τα βιάσουμε έστω μία ημέρα, ολόκληρο το κοπάδι θα πεθάνει. 14 Ας περάσει, παρακαλώ, ο κύριός μου μπροστά από τον δούλο του· κι εγώ θα ακολουθώ αργά, σύμφωνα με το βάδισμα των κτηνών, που είναι μπροστά μου, και σύμφωνα με το βάδισμα των παιδιών, μέχρις ότου φτάσω προς τον κύριό μου στη Σηείρ. 15 Και ο Ησαύ είπε: Ας αφήσω, λοιπόν, μαζί σου ένα μέρος από τον λαό, που είναι μαζί μου. Κι εκείνος είπε: Γιατί, αυτό; Αρκεί που βρήκα χάρη μπροστά στον κύριό μου. 16 Επέστρεψε, λοιπόν, ο Ησαύ εκείνη την ημέρα στον δρόμο του προς τη Σηείρ. 17 Και ο Ιακώβ πήγε στη Σοκχώθ, και οικοδόμησε για τον εαυτό του ένα σπίτι, και για τα κτήνη του έκανε σκηνές· γι' αυτό, αποκάλεσε το όνομα του τόπου Σοκχώθ. 18 Και αφού ο Ιακώβ επέστρεψε από την Παδάν-αράμ, ήρθε στη Σαλήμ, μια πόλη τής Συχέμ, αυτή που είναι στη γη Χαναάν, και κατασκήνωσε μπροστά στην πόλη. 19 Και αγόρασε τη μερίδα τού χωραφιού, από τους γιους τού Εμμώρ, τον πατέρα τού Συχέμ, για 100 αργύρια, όπου έστησε τη σκηνή του. 20 Και έστησε εκεί θυσιαστήριο, και το αποκάλεσε Ελ-ελωέ-Ισραήλ.

Γένεση 34

1 ΚΑΙ η Δείνα, η θυγατέρα τής Λείας, την οποία γέννησε στον Ιακώβ, βγήκε για να δει τις θυγατέρες τού τόπου. 2 Και βλέποντάς την ο Συχέμ, ο γιος τού Εμμώρ τού Ευαίου, άρχοντα του τόπου, την πήρε, και κοιμήθηκε μαζί της, και την ταπείνωσε. 3 Και η ψυχή του προσκολλήθηκε στη Δείνα, τη θυγατέρα τού Ιακώβ· και αγάπησε την κόρη, και μίλησε σύμφωνα με την καρδιά τής κόρης. 4 Και ο Συχέμ είπε στον Εμμώρ τον πατέρα του, λέγοντας: Πάρε μου αυτή την κόρη για γυναίκα. 5 Και ο Ιακώβ άκουσε, ότι μίανε τη Δείνα τη θυγατέρα του· και οι γιοι του ήσαν με τα κτήνη του στο χωράφι· και ο Ιακώβ σιώπησε μέχρις ότου έρθουν. 6 Και ο Εμμώρ, ο πατέρας τού Συχέμ, πήγε στον Ιακώβ, για να μιλήσει μαζί του. 7 Και οι γιοι τού Ιακώβ ήρθαν από το χωράφι, καθώς το άκουσαν αυτό· και οι άνδρες αγανάκτησαν, και θύμωσαν υπερβολικά, ότι έπραξε αισχρά στον Ισραήλ, με το να κοιμηθεί μαζί με τη θυγατέρα τού Ιακώβ· το οποίο δεν έπρεπε να γίνει. 8 Και ο Εμμώρ μίλησε σ' αυτούς, λέγοντας: Η ψυχή τού Συχέμ τού γιου μου προσηλώθηκε στη θυγατέρα σας· δώστε την, παρακαλώ, σ' αυτόν για γυναίκα· 9 και να συμπεθερέψετε μαζί μας· δώστε τις θυγατέρες σας σε μας, και πάρτε τις θυγατέρες μας για σας· 10 και κατοικήστε μαζί μας· να, η γη είναι μπροστά σας· κατοικείτε και εμπορεύεστε σ' αυτή, και κάντε κτήματα σ' αυτή. 11 Και ο Συχέμ είπε στον πατέρα της, και στους αδελφούς της: Ας βρω χάρη μπροστά σας· και ό,τι πείτε σε μένα θα το δώσω· 12 ζητήστε μου όση προίκα θέλετε, και όσα δώρα, και θα τα δώσω, σύμφωνα με ό,τι θα μου λέγατε· μόνον, δώστε μου την κόρη για γυναίκα. 13 Και οι γιοι τού Ιακώβ αποκρίθηκαν στον Συχέμ, και στον Εμμώρ, τον πατέρα του, με δόλο, και μίλησαν, (επειδή, αυτός είχε μολύνει τη Δείνα την αδελφή τους), 14 και είπαν σ' αυτούς: Δεν μπορούμε να κάνουμε αυτό το πράγμα, να δώσουμε την αδελφή μας σε έναν άνθρωπο απερίτμητο· επειδή, τούτο είναι ντροπή σε μας· 15 μόνον με τούτο θα συμφωνούσαμε μαζί σας· αν εσείς γίνετε, όπως εμείς, περιτέμνοντας κάθε αρσενικό μεταξύ σας, 16 τότε, θα δώσουμε τις θυγατέρες μας σε σας, και τις θυγατέρες σας θα πάρουμε για μας, και θα κατοικήσουμε μαζί σας, και θα γίνουμε ένας λαός· 17 αν, όμως, δεν μας ακούσετε να περιτμηθείτε, τότε θα πάρουμε τη θυγατέρα μας και θα αναχωρήσουμε. 18 Και τα λόγια τους άρεσαν στον Εμμώρ, και στον Συχέμ τον γιο τού Εμμώρ· 19 και ο νέος δεν βράδυνε να κάνει το πράγμα, επειδή υπεραγαπούσε τη θυγατέρα τού Ιακώβ· και ήταν ο ενδοξότερος από ολόκληρη την οικογένεια του πατέρα του. 20 Και ήρθε ο Εμμώρ και ο Συχέμ ο γιος του στην πύλη τής πόλης τους, και μίλησαν στους άνδρες τής πόλης τους, λέγοντας: 21 Οι άνθρωποι αυτοί είναι ειρηνικοί μαζί μας· ας κατοικήσουν, λοιπόν, στη γη, και ας εμπορεύονται σ' αυτή· επειδή, η γη, δέστε, είναι αρκετά ευρύχωρη γι' αυτούς· τις θυγατέρες τους ας πάρουμε για γυναίκες, και τις θυγατέρες μας ας δώσουμε σ' αυτούς· 22 μόνον με τούτο θα συμφωνήσουν μαζί μας οι άνθρωποι για να κατοικήσουν μαζί μας, ώστε να γίνουμε ένας λαός, αν περιτμηθεί μεταξύ μας κάθε αρσενικό, καθώς αυτοί περιτέμνονται· 23 τα κοπάδια τους, και τα υπάρχοντά τους, και όλα τα κτήνη τους δεν θα είναι δικά μας; Μόνον ας συμφωνήσουμε μαζί τους, και θα κατοικήσουν μαζί μας. 24 Και εισάκουσαν τον Εμμώρ και τον Συχέμ, τον γιο του, όλοι εκείνοι που βγαίνουν από την πύλη τής πόλης τους και περιτμήθηκε κάθε αρσενικό, όλοι εκείνοι που βγαίνουν διαμέσου τής πύλης τής πόλης του. 25 Και την τρίτη ημέρα, όταν ήσαν μέσα στον πόνο, δύο από τους γιους τού Ιακώβ, ο Συμεών και ο Λευί, αδέλφια τής Δείνας, πήραν κάθε ένας τη μάχαιρά του, και μπήκαν στην πόλη με ασφάλεια, και φόνευσαν κάθε αρσενικό. 26 Και τον Εμμώρ και τον Συχέμ, τον γιο του, φόνευσαν με μάχαιρα· και πήραν τη Δείνα από το σπίτι τού Συχέμ, κα έφυγαν, 27 και οι γιοι τού Ιακώβ ήρθαν στους φονευμένους, και λεηλάτησαν την πόλη, επειδή είχαν μολύνει την αδελφή τους. 28 Πήραν τα πρόβατά τους, και τα βόδια τους, και τα γαϊδούρια τους, και ό,τι ήταν στην πόλη, και ό,τι ήταν στο χωράφι· 29 και αιχμαλώτισαν ολόκληρη την περιουσία τους, και όλα τα παιδιά τους, και τις γυναίκες τους· και λεηλάτησαν κάθε τι που βρισκόταν μέσα στα σπίτια. 30 Και ο Ιακώβ είπε στον Συμεών και στον Λευί: Με βάλατε σε ταραχή, κάνοντάς με μισητό ανάμεσα στους κατοίκους τής γης, ανάμεσα στους Χαναναίους και τους Φερεζαίους· κι εγώ έχω λίγους ανθρώπους, κι εκείνοι θα μαζευτούν εναντίον μου, και θα με πατάξουν, και θα χαθώ εγώ και η οικογένειά μου. 31 Κι εκείνοι είπαν: Έπρεπε, λοιπόν, να μεταχειριστούν την αδελφή μας σαν πόρνη;

Γένεση 35

1 ΚΑΙ ο Θεός είπε στον Ιακώβ: Αφού σηκωθείς, ανέβα στη Βαιθήλ, και κατοίκησε εκεί· και κάνε εκεί θυσιαστήριο στον Θεό, ο οποίος φάνηκε σε σένα όταν έφευγες από το πρόσωπο του Ησαύ, του αδελφού σου. 2 Και ο Ιακώβ είπε στην οικογένειά του, και σε όλους εκείνους που είχε μαζί του: Βγάλτε τους ξένους θεούς, όσους έχετε μεταξύ σας, και καθαριστείτε, κι αλλάξτε τα ενδύματά σας· 3 και αφού σηκωθείτε, ας ανέβουμε στη Βαιθήλ· κι εκεί θα κάνω θυσιαστήριο στον Θεό, που με εισάκουσε την ημέρα τής θλίψης μου, και ήταν μαζί μου στον δρόμο, στον οποίο πορευόμουν. 4 Και έδωσαν στον Ιακώβ όλους τους ξένους θεούς, όσοι ήσαν στα χέρια τους, και τα σκουλαρίκια, που ήσαν στ' αυτιά τους· και ο Ιακώβ τα έκρυψε κάτω από τη βελανιδιά, που είναι στη Συχέμ. 5 Ύστερα απ' αυτά, αναχώρησαν, και τρόμος τού Θεού έπεσε επάνω στις πόλεις, που ήσαν ολόγυρά τους· και δεν καταδίωξαν καταπίσω των γιων τού Ιακώβ. 6 Και ο Ιακώβ ήρθε στη Λουζ, που είναι στη γη Χαναάν, η οποία είναι η Βαιθήλ, αυτός και ολόκληρος ο λαός που ήταν μαζί του. 7 Και οικοδόμησε εκεί ένα θυσιαστήριο, και αποκάλεσε το όνομα του τόπου Ελ-βαιθήλ· επειδή, εκεί φανερώθηκε σ' αυτόν ο Θεός, όταν έφευγε από το πρόσωπο του αδελφού του. 8 Και η Δεβόρρα, η τροφός τής Ρεβέκκας, πέθανε και τάφηκε παρακάτω από τη Βαιθήλ, κάτω από τη βελανιδιά· και ονομάστηκε η βελανιδιά Αλλόν-βακούθ. 9 Και ο Θεός φάνηκε ξανά στον Ιακώβ, αφού επέστρεψε από την Παδάν-αράμ, και τον ευλόγησε. 10 Και ο Θεός τού είπε: Το όνομά σου είναι Ιακώβ· δεν θα ονομάζεσαι πλέον Ιακώβ, αλλά Ισραήλ θα είναι το όνομά σου· και αποκάλεσε το όνομά του Ισραήλ. 11 Και ο Θεός τού είπε: Εγώ είμαι ο Θεός ο Παντοκράτορας· να αυξάνεις και να πληθαίνεις· από σένα θα γίνουν έθνος, και πλήθος εθνών, και βασιλιάδες θα βγουν από την οσφύ σου· 12 και τη γη, την οποία έδωσα στον Αβραάμ και στον Ισαάκ, σε σένα θα τη δώσω· και στο σπέρμα σου ύστερα από σένα θα δώσω αυτή τη γη. 13 Και ο Θεός ανέβηκε απ' αυτόν, από τον τόπο όπου μίλησε μαζί του. 14 Και ο Ιακώβ έστησε μια στήλη στον τόπο όπου μίλησε μαζί του· μια πέτρινη στήλη· και έκανε επάνω της σπονδή, και έχυσε επάνω της λάδι. 15 Και ο Ιακώβ αποκάλεσε το όνομα του τόπου, όπου ο Θεός μίλησε μαζί του: Βαιθήλ. 16 ΥΣΤΕΡΑ απ' αυτά αναχώρησε από τη Βαιθήλ· κι ενώ απέμενε λίγο διάστημα για να φτάσουν στην Εφραθά, η Ραχήλ γέννησε, και υπέφερε μεγάλον αγώνα στη γέννα της. 17 Κι ενώ βρισκόταν στον σκληρό αγώνα της γέννας, η μαμή τής είπε: Μη φοβάσαι, επειδή κι αυτός σού είναι γιος· 18 κι ενώ παρέδινε την ψυχή (επειδή, πέθανε), αποκάλεσε το όνομά του Βεν-ονί· και ο πατέρας του τον αποκάλεσε Βενιαμίν. 19 Και η Ραχήλ πέθανε, και τάφηκε στον δρόμο τής Εφραθά, που είναι η Βηθλεέμ. 20 Και ο Ιακώβ έστησε μια στήλη επάνω στον τάφο της· αυτή είναι η στήλη τού τάφου τής Ραχήλ μέχρι σήμερα. 21 Και αφού ο Ισραήλ σηκώθηκε, έστησε τη σκηνή του πέρα από το Μιγδώλ-ερέ. 22 Και όταν ο Ισραήλ κατοικούσε στη γη εκείνη, ο Ρουβήν πήγε και κοιμήθηκε με τη Βαλλά, την παλλακή τού πατέρα του· κι αυτό, το άκουσε ο Ισραήλ. ΚΑΙ οι γιοι τού Ιακώβ ήσαν 12· 23 οι γιοι τής Λείας, ο Ρουβήν, ο πρωτότοκος του Ιακώβ, και ο Συμεών, και ο Λευί, και ο Ιούδας, και ο Ισσάχαρ, και ο Ζαβουλών· 24 οι γιοι τής Ραχήλ, ο Ιωσήφ, και ο Βενιαμίν· 25 και οι γιοι τής Βαλλάς, της υπηρέτριας της Ραχήλ, ο Δαν, και ο Νεφθαλί· 26 και οι γιοι τής Ζελφάς, της υπηρέτριας της Λείας, ο Γαδ, και ο Ασήρ· αυτοί είναι οι γιοι τού Ιακώβ, που γεννήθηκαν σ' αυτόν στην Παδάν-αράμ. 27 ΚΑΙ ο Ιακώβ ήρθε στον Ισαάκ τον πατέρα του στη Μαμβρή, στην Κιριάθ-αρβά, που είναι η Χεβρών, όπου είχαν παροικήσει ο Αβραάμ και ο Ισαάκ. 28 Και οι ημέρες τού Ισαάκ ήσαν 180 χρόνια. 29 Και αφού ο Ισαάκ εξέπνευσε, πέθανε, και προστέθηκε στον λαό του, γέροντας και πήρης ημερών· και τον έθαψαν ο Ησαύ και ο Ιακώβ, οι γιοι του.

Γένεση 36

1 ΚΑΙ αυτή είναι η γενεαλογία τού Ησαύ, που είναι ο Εδώμ. 2 Ο Ησαύ πήρε γυναίκες για τον εαυτό του από τις θυγατέρες τής Χαναάν· την Αδά, θυγατέρα τού Αιλών τού Χετταίου, και την Ολιβαμά, θυγατέρα τού Ανά, εγγονή τού Σεβεγών τού Ευαίου· 3 και τη Βασεμάθ, θυγατέρα τού Ισμαήλ, αδελφή τού Νεβαϊώθ. 4 Και η Αδά γέννησε στον Ησαύ τον Ελιφάς· και η Βασεμάθ γέννησε τον Ραγουήλ· 5 και η Ολιβαμά γέννησε τον Ιεούς, και τον Ιεγλόμ, και τον Κορέ. Αυτοί είναι οι γιοι τού Ησαύ, που γεννήθηκαν σ' αυτόν στη γη Χαναάν. 6 Και ο Ησαύ πήρε τις γυναίκες του, και τους γιους του, και τις θυγατέρες του, και όλους τους ανθρώπους της οικογένειάς του, και τα κοπάδια του, και όλα τα κτήνη του, και όλα τα υπάρχοντά του, που απέκτησε στη γη Χαναάν, και πήγε σε άλλη γη, μακριά από τον Ιακώβ τον αδελφό του· 7 επειδή, τα υπάρχοντά τους ήσαν τόσα πολλά, ώστε δεν μπορούσαν να κατοικήσουν μαζί· και η γη τής παροίκησής τους δεν μπορούσε να τους χωρέσει, εξαιτίας των κτηνών τους. 8 Και ο Ησαύ κατοίκησε στο βουνό Σηείρ· ο Ησαύ είναι ο Εδώμ. 9 Κι αυτή είναι η γενεαλογία τού Ησαύ, του πατέρα των Εδωμιτών, στο βουνό Σηείρ· 10 αυτά είναι τα ονόματα των γιων τού Ησαύ: Ο Ελιφάς, ο γιος τής Αδά, γυναίκας τού Ησαύ, ο Ραγουήλ, ο γιος τής Βασεμάθ, γυναίκας τού Ησαύ. 11 Και οι γιοι τού Ελιφάς ήσαν: Ο Θαιμάν, ο Ωμάρ, ο Σωφάρ, και ο Γοθώμ, και ο Κενέζ. 12 Και η Θαμνά ήταν παλλακή τού Ελιφάς, γιου τού Ησαύ, και γέννησε στον Ελιφάς τον Αμαλήκ· αυτοί ήσαν οι γιοι τής Αδά, γυναίκας τού Ησαύ. 13 Κι αυτοί είναι οι γιοι τού Ραγουήλ: Ο Ναχάθ και ο Ζερά, και ο Σομέ και ο Μοζέ· αυτοί ήσαν οι γιοι τής Βασεμάθ, της γυναίκας τού Ησαύ. 14 Κι αυτοί ήσαν οι γιοι τής Ολιβαμάς, θυγατέρας τού Ανά, εγγονής τού Σεβεγών, της γυναίκας τού Ησαύ· και γέννησε στον Ησαύ τον Ιεούς, και τον Ιεγλόμ, και τον Κορέ. 15 Αυτοί ήσαν οι ηγεμόνες των γιων τού Ησαύ· οι γιοι τού Ελιφάς, πρωτοτόκου τού Ησαύ, ο ηγεμόνας Θαιμάν, ο ηγεμόνας Ωμάρ, ο ηγεμόνας Σωφάρ, ο ηγεμόνας Κενέζ, 16 ο ηγεμόνας Κορέ, ο ηγεμόνας Γοθώμ, ο ηγεμόνας Αμαλήκ· αυτοί είναι οι ηγεμόνες του Ελιφάς στη γη Εδώμ· αυτοί ήσαν οι γιοι τής Αδά. 17 Κι αυτοί ήσαν οι γιοι τού Ραγουήλ, γιου τού Ησαύ· ο ηγεμόνας Ναχάθ, ο ηγεμόνας Ζερά, ο ηγεμόνας Σομέ, ο ηγεμόνας Μοζέ· αυτοί είναι οι ηγεμόνες τού Ραγουήλ στη γη Εδώμ· αυτοί ήσαν οι γιοι τής Βασεμάθ, της γυναίκας τού Ησαύ. 18 Κι αυτοί ήσαν οι γιοι τής Ολιβαμάς, της γυναίκας τού Ησαύ: Ο ηγεμόνας Ιεούς, ο ηγεμόνας Ιεγλόμ, ο ηγεμόνας Κορέ· αυτοί ήσαν οι ηγεμόνες τής Ολιβαμάς, θυγατέρας τού Ανά, της γυναίκας τού Ησαύ. 19 Αυτοί είναι οι γιοι τού Ησαύ, που είναι ο Εδώμ· κι αυτοί είναι οι ηγεμόνες τους. 20 ΑΥΤΟΙ είναι οι γιοι τού Σηείρ τού Χορραίου, που κατοικούσαν στη γη· ο Λωτάν, και ο Σωβάλ, και ο Σεβεγών, και ο Ανά, 21 και ο Δησών, και ο Εσέρ, και ο Δισάν· αυτοί είναι οι ηγεμόνες των Χορραίων, των γιων τού Σηείρ, στη γη Εδώμ. 22 Και οι γιοι του Λωτάν ήσαν ο Χορρί, και ο Αιμάμ· και η αδελφή τού Λωτάν, η Θαμνά. 23 Κι αυτοί ήσαν οι γιοι του Σωβάλ· ο Αλβάν, και ο Μαναχάθ, και ο Εβάλ, ο Σεφώ, και ο Ωνάμ. 24 Κι αυτοί ήσαν οι γιοι του Σεβεγών· και ο Αϊέ, και ο Ανά· αυτός είναι ο Ανά, που βρήκε τα νερά στην έρημο, όταν έβοσκε τα γαϊδούρια τού Σεβεγών, του πατέρα του. 25 Κι αυτοί ήσαν οι γιοι του Ανά· Δησών, και Ολιβαμά, η θυγατέρα του Ανά. 26 Κι αυτοί ήσαν οι γιοι του Δησών· ο Αμαδάν, και ο Ασβάν, και ο Ιθράμ, και ο Χαρράν. 27 Αυτοί ήσαν οι γιοι του Εσέρ· ο Βαλαάν, και ο Ζααβάν, και ο Ακάν. 28 Αυτοί ήσαν οι γιοι του Δισάν· ο Ουζ, και ο Αράν. 29 Αυτοί είναι οι ηγεμόνες των Χορραίων· ο ηγεμόνας Λωτάν, ο ηγεμόνας Σωβάλ, ο ηγεμόνας Σεβεγών, ο ηγεμόνας Ανά, 30 ο ηγεμόνας Δησών, ο ηγεμόνας Εσέρ, ο ηγεμόνας Δισάν· αυτοί είναι οι ηγεμόνες των Χορραίων ανάμεσα στους ηγεμόνες τους στη γη Σηείρ. 31 Κι αυτοί είναι οι βασιλιάδες, που βασίλευσαν στη γη Εδώμ, πριν βασιλεύσει βασιλιάς επάνω στους γιους Ισραήλ. 32 Και στον Εδώμ βασίλευσε ο Βελά, ο γιος τού Βεώρ· και το όνομα της πόλης του ήταν Δενναβά. 33 Και ο Βελά πέθανε, και στη θέση του βασίλευσε ο Ιωβάβ, ο γιος τού Ζερά, από τη Βοσόρρα· 34 και ο Ιωβάβ πέθανε, και στη θέση του βασίλευσε ο Χουσάμ από τη γη των Θαιμανιτών. 35 Και ο Χουσάμ πέθανε, και στη θέση του βασίλευσε ο Αδάδ, ο γιος τού Βεράδ, αυτός που πάταξε τους Μαδιανίτες στην πεδιάδα Μωάβ· και το όνομα της πόλης του ήταν Αβίθ. 36 Και ο Αδάδ πέθανε, και στη θέση του βασίλευσε ο Σαμλά από τη Μασρεκά. 37 Και ο Σαμλά πέθανε, και στη θέση του βασίλευσε ο Σαούλ, από τη Ρεχωβώθ, εκείνη κοντά στον ποταμό. 38 Και ο Σαούλ πέθανε και στη θέση του βασίλευσε ο Βάαλ-ανάν, ο γιος τού Αχβώρ. 39 Και ο Βάαλ-ανάν, ο γιος τού Αχβώρ, πέθανε και στη θέση του βασίλευσε ο Χαδδάρ· και το όνομα της πόλης του ήταν Παού· και το όνομα της γυναίκας του, Μεεταβεήλ, θυγατέρα τού Ματραίδ, εγγονή τού Μαιζαάβ. 40 Κι αυτά είναι τα ονόματα των ηγεμόνων τού Ησαύ, σύμφωνα με τις συγγένειές τους, σύμφωνα με τους τόπους τους, σύμφωνα με τα ονόματά τους. Ο ηγεμόνας Θαμνά, ο ηγεμόνας Αλβά, ο ηγεμόνας Ιεθέθ, 41 ο ηγεμόνας Ολιβαμά, ο ηγεμόνας Ηλά, ο ηγεμόνας Φινών. 42 Ο ηγεμόνας Κενέζ, ο ηγεμόνας Θαιμάν, ο ηγεμόνας Μιβσάρ, 43 ο ηγεμόνας Μαγεδιήλ, ο ηγεμόνας Ιράμ· αυτοί είναι οι ηγεμόνες τού Εδώμ, σύμφωνα με τις κατοικίες τους στη γη της κτήσης τους· αυτός είναι ο Ησαύ, ο πατέρας των Εδωμιτών.

Γένεση 37

1 ΚΑΙ ο Ιακώβ κατοίκησε στη γη, στην οποία είχε παροικήσει ο πατέρας του, στη γη Χαναάν. 2 Αυτή είναι η γενεαλογία τού Ιακώβ: Ο Ιωσήφ, όντας νέος, 17 χρόνων, έβοσκε τα πρόβατα μαζί με τους αδελφούς του, τους γιους τής Βαλλάς, και τους γιους τής Ζελφάς, των γυναικών τού πατέρα του· και ο Ιωσήφ ανέφερε στον πατέρα τους την κακή τους φήμη. 3 Και ο Ισραήλ αγαπούσε τον Ιωσήφ περισσότερο από όλους τους γιους του, επειδή ήταν ο γιος των γηρατειών του· και του έκανε έναν ποικιλόχρωμο χιτώνα. 4 Και βλέποντας οι αδελφοί του, ότι ο πατέρας τους αγαπούσε αυτόν περισσότερο από όλους τους αδελφούς του, τον μίσησαν, και δεν μπορούσαν να του μιλάνε ειρηνικά. 5 Και καθώς ο Ιωσήφ ονειρεύτηκε ένα όνειρο, το διηγήθηκε στους αδελφούς του· και τον μίσησαν ακόμα περισσότερο. 6 Και τους είπε: Ακούστε, παρακαλώ, τούτο το όνειρο που ονειρεύτηκα· 7 δέστε, εμείς δέναμε δεμάτια στο μέσον της πεδιάδας· και ξάφνου, σηκώθηκε το δικό μου δεμάτι, και στάθηκε όρθιο· και να, τα δικά σας δεμάτια, αφού περιστράφηκαν, προσκύνησαν το δικό μου δεμάτι. 8 Και οι αδελφοί του είπαν σ' αυτόν: Βασιλιάς θα γίνεις επάνω σε μας; Ή, θα γίνεις κύριος σε μας; Και τον μίσησαν ακόμα περισσότερο για τα όνειρά του, και για τα λόγια του. 9 Και ονειρεύτηκε και άλλο ένα όνειρο, και το διηγήθηκε στους αδελφούς του· και είπε: Δέστε, ονειρεύτηκα και άλλο ένα όνειρο· και να, ο ήλιος, και το φεγγάρι, και 11 αστέρια με προσκυνούσαν. 10 Και το διηγήθηκε στον πατέρα του, και στους αδελφούς του· και τον επέπληξε ο πατέρας του, και του είπε: Τι είναι αυτό το όνειρο, που ονειρεύτηκες; Άραγε, θάρθουμε, εγώ και η μητέρα σου, και οι αδελφοί σου, για να σε προσκυνήσουμε μέχρις εδάφους; 11 Και τον φθόνησαν οι αδελφοί του· ο πατέρας του, όμως, φύλαγε τον λόγο. 12 Και οι αδελφοί του πήγαν να βοσκήσουν τα πρόβατα του πατέρα τους στη Συχέμ. 13 Και ο Ισραήλ είπε στον Ιωσήφ: Δεν βόσκουν οι αδελφοί σου στη Συχέμ; Έλα, να σε στείλω σ' αυτούς. Κι εκείνος τού είπε: Εδώ είμαι. 14 Και του είπε: Πήγαινε, λοιπόν, να δεις, αν είναι καλά οι αδελφοί σου, και καλά τα πρόβατα, και να μου φέρεις είδηση. Και τον έστειλε από την κοιλάδα τής Χεβρών· και ήρθε στη Συχέμ. 15 Και τον βρήκε κάποιος άνθρωπος, ενώ περιπλανιόταν στην πεδιάδα· και ο άνθρωπος τον ρώτησε, λέγοντας: Τι ζητάς; 16 Κι εκείνος είπε: Τους αδελφούς μου ζητάω· πες μου, παρακαλώ, πού βόσκουν. 17 Και ο άνθρωπος είπε: Αναχώρησαν από εδώ· επειδή, τους άκουσα να λένε: Ας πάμε στη Δωθάν. Και ο Ιωσήφ πήγε ακολουθώντας την πορεία των αδελφών του, και τους βρήκε στη Δωθάν. 18 Κι εκείνοι μόλις τον είδαν από μακριά, πριν τους πλησιάσει, έκαναν συμβούλιο εναντίον του να τον φονεύσουν. 19 Και ο ένας είπε στον άλλον: Να, έρχεται εκείνος ο κύριος των ονείρων· 20 ελάτε, λοιπόν, τώρα, και ας τον φονεύσουμε, και ας τον ρίξουμε σε έναν από τους λάκκους· και θα πούμε: Ένα κακό θηρίο τον κατέφαγε· και θα δούμε, τι θα γίνουν τα όνειρά του. 21 Και όταν ο Ρουβήν το άκουσε, τον ελευθέρωσε από τα χέρια τους, λέγοντας: Ας μη του βλάψουμε τη ζωή. 22 Και ο Ρουβήν είπε σ' αυτούς: Μη χύσετε αίμα· ρίξτε τον σε τούτο τον λάκκο, που είναι μέσα στην έρημο, και μη βάλετε χέρι επάνω του· για να τον ελευθερώσει από τα χέρια τους, και να τον αποδώσει στον πατέρα του. 23 Όταν, λοιπόν, ο Ιωσήφ ήρθε στους αδελφούς του, ξέντυσαν τον Ιωσήφ από τον χιτώνα του, τον ποικιλόχρωμο χιτώνα, που ήταν επάνω του· 24 και παίρνοντάς τον, τον έρριξαν στον λάκκο· και ο λάκκος ήταν άδειος· δεν είχε νερό. 25 Έπειτα, κάθησαν να φάνε ψωμί, και σηκώνοντας τα μάτια τους είδαν· και ξάφνου, μία συνοδεία από Ισμαηλίτες ερχόταν από τη Γαλαάδ, μαζί με τις καμήλες τους, φορτωμένες αρώματα και βάλσαμο και μύρο, και πορεύονταν να τα φέρουν κάτω στην Αίγυπτο. 26 Και ο Ιούδας είπε στους αδελφούς του: Ποια η ωφέλεια αν φονεύσουμε τον αδελφό μας, και κρύψουμε το αίμα του; 27 Ελάτε και ας τον πουλήσουμε στους Ισμαηλίτες· και ας μη βάλουμε τα χέρια μας επάνω του· επειδή, αδελφός μας και σάρκα μας είναι. Και οι αδελφοί του υπάκουσαν. 28 Κι ενώ διάβαιναν οι Μαδιανίτες έμποροι, ανέσυραν κι ανέβασαν τον Ιωσήφ από τον λάκκο, και πούλησαν τον Ιωσήφ για 20 αργύρια στους Ισμαηλίτες· κι εκείνοι έφεραν τον Ιωσήφ στην Αίγυπτο. 29 Και ο Ρουβήν επέστρεψε στον λάκκο, και να, ο Ιωσήφ δεν ήταν στον λάκκο· και ξέσχισε τα ενδύματά του. 30 Και επέστρεψε στους αδελφούς του, και είπε: Το παιδί δεν υπάρχει· κι εγώ, εγώ πού να πάω; 31 Τότε, πήραν τον χιτώνα τού Ιωσήφ, και έσφαξαν ένα κατσικάκι από τις κατσίκες, και έβαψαν τον χιτώνα στο αίμα· 32 και έστειλαν τον ποικιλόχρωμο χιτώνα, και τον έφεραν στον πατέρα τους, και είπαν: Βρήκαμε αυτόν· κοίταξε, τώρα, αν είναι ο χιτώνας τού γιου σου ή όχι. 33 Κι εκείνος τον γνώρισε, και είπε: Ο χιτώνας τού γιου μου είναι· ένα κακό θηρίο τον κατέφαγε· κατασπαράχθηκε ολόκληρος ο Ιωσήφ. 34 Και ο Ιακώβ ξέσχισε τα ενδύματά του, και έβαλε σάκο στη μέση του, και πένθησε τον γιο του πολλές ημέρες. 35 Και σηκώθηκαν όλοι οι γιοι του, και όλες οι θυγατέρες του, για να τον παρηγορήσουν· αλλά, δεν ήθελε να παρηγορηθεί, λέγοντας ότι: Πενθώντας θα κατέβω προς τον γιο μου στον τάφο. Και ο πατέρας του τον έκλαψε. 36 Και οι Μαδιανίτες τον πούλησαν στην Αίγυπτο, στον Πετεφρή, έναν αυλικό τού Φαραώ, τον άρχοντα των σωματοφυλάκων.

Γένεση 38

1 ΚΑΙ κατά τον καιρό εκείνο κατέβηκε ο Ιούδας από τους αδελφούς του, και στράφηκε σε κάποιον άνθρωπο Οδολλαμίτη που ονομαζόταν Ειρά. 2 Και ο Ιούδας είδε εκεί τη θυγατέρα κάποιου Χαναναίου, που ονομαζόταν Σουά· και την πήρε, και μπήκε μέσα σ' αυτή. 3 Κι εκείνη συνέλαβε, και γέννησε γιο· και αποκάλεσε το όνομά του Ηρ. 4 Και συνέλαβε ξανά, και γέννησε γιο· και αποκάλεσε το όνομά του Αυνάν. 5 Και γέννησε ξανά και άλλον γιο· και αποκάλεσε το όνομά του Σηλά· και ο Ιούδας ήταν στη Χασβί, όταν τον γέννησε. 6 Και ο Ιούδας πήρε μια γυναίκα στον Ηρ, τον πρωτότοκό του, που ονομαζόταν Θάμαρ. 7 Και ο Ηρ, ο πρωτότοκος του Ιούδα, στάθηκε κακός μπροστά στον Κύριο· και ο Κύριος τον θανάτωσε. 8 Και ο Ιούδας είπε στον Αυνάν: Μπες μέσα στη γυναίκα τού αδελφού σου, και να τη νυμφευθείς, και να αναστήσεις σπέρμα στον αδελφό σου. 9 Αλλ' ο Αυνάν ήξερε ότι το σπέρμα δεν θα ήταν δικό του· γι' αυτό, όταν έμπαινε μέσα στη γυναίκα τού αδελφού του, ξέχυνε στη γη, για να μη δώσει σπέρμα στον αδελφό του. 10 Κι αυτό που έκανε φάνηκε κακό μπροστά στον Κύριο· γι' αυτό, θανάτωσε κι αυτόν. 11 Και ο Ιούδας είπε στη Θάμαρ τη νύφη του: Κάθησε χήρα στο σπίτι τού πατέρα σου, μέχρις ότου ο Σηλά ο γιος μου γίνει μεγάλος· επειδή, έλεγε: Μήπως πεθάνει κι αυτός, όπως οι αδελφοί του. Πήγε, λοιπόν, η Θάμαρ, και κατοίκησε στο σπίτι τού πατέρα της. 12 Και ύστερα από πολλές ημέρες, πέθανε η θυγατέρα τού Σουά, η γυναίκα τού Ιούδα· και αφού ο Ιούδας παρηγορήθηκε, ανέβηκε στους κουρευτές των προβάτων του στη Θαμνά, αυτός και ο φίλος του ο Ειρά ο Οδολλαμίτης. 13 Κι ανήγγειλαν στη Θάμαρ, λέγοντας: Δες, ο πεθερός σου ανεβαίνει στη Θαμνά για να κουρέψει τα πρόβατά του. 14 Κι εκείνη έβγαλε τα ενδύματα της χηρείας της, σκεπάστηκε με κάλυμμα, και περιτυλίχθηκε, και κάθησε κοντά στη δίοδο, που είναι στο δρόμο τής Θαμνά· επειδή, είδε ότι ο Σηλά είχε γίνει μεγάλος, κι αυτή δεν δόθηκε σ' αυτόν για γυναίκα. 15 Και όταν ο Ιούδας την είδε, τη νόμισε για πόρνη· επειδή, είχε σκεπασμένο το πρόσωπό της. 16 Και στον δρόμο στράφηκε σ' αυτή και είπε: Άφησέ με, παρακαλώ, να μπω μέσα σε σένα· επειδή, δεν γνώρισε ότι ήταν η νύφη του. Κι εκείνη είπε: Τι θα μου δώσεις για να μπεις μέσα σε μένα; 17 Κι εκείνος είπε: Εγώ θα σου στείλω ένα κατσικάκι από τις κατσίκες του κοπαδιού. Κι εκείνη είπε: Μου δίνεις ένα ενέχυρο, μέχρις ότου να το στείλεις; 18 Κι εκείνος είπε: Τι ενέχυρο να σου δώσω; Κι εκείνη είπε: Τη σφραγίδα σου, και το περιδέραιό σου, και τη ράβδο σου, που έχεις στο χέρι σου. Και της τα έδωσε, και μπήκε μέσα σ' αυτήν, και συνέλαβε απ' αυτόν. 19 Ύστερα απ' αυτά, αναχώρησε, και αφού έβγαλε το κάλυμμά της, ντύθηκε τα ενδύματα της χηρείας της. 20 Και ο Ιούδας έστειλε το κατσικάκι από τις κατσίκες διαμέσου τού φίλου του, του Οδολλαμίτη, για να παραλάβει το ενέχυρο από το χέρι τής γυναίκας· αλλά, δεν τη βρήκε· 21 και ρώτησε τους ανθρώπους τού τόπου της, λέγοντας: Πού είναι η πόρνη, που καθόταν κοντά στη δίοδο του δρόμου; Κι εκείνοι είπαν: Δεν στάθηκε εδώ πόρνη. 22 Και επέστρεψε στον Ιούδα, και είπε: Δεν τη βρήκα· μάλιστα, οι άνθρωποι του τόπου είπαν: Δεν στάθηκε εδώ πόρνη. 23 Και ο Ιούδας είπε: Ας τα έχει, για να μη ντροπιαστούμε· δες, εγώ έστειλα τούτο το κατσικάκι, εσύ όμως δεν τη βρήκες. 24 Και ύστερα από τρεις μήνες περίπου, ανήγγειλαν στον Ιούδα, λέγοντας: Η Θάμαρ η νύφη σου πόρνευσε, και μάλιστα, δες, είναι έγκυος από πορνεία. Και ο Ιούδας είπε: Φέρτε την έξω, και ας κατακαεί. 25 Και όταν την έφερναν έξω, απέστειλε στον πεθερό της, λέγοντας: Από τον άνθρωπο, στον οποίο ανήκουν αυτά, είμαι έγκυος· και είπε ακόμα: Γνώρισε, παρακαλώ, τίνος είναι η σφραγίδα, και το περιδέραιο, κι αυτή η ράβδος. 26 Και ο Ιούδας τα γνώρισε· και είπε: Αυτή είναι δικαιότερη από μένα, επειδή δεν την έδωσα στον Σηλά τον γιο μου. Και δεν τη γνώρισε ποτέ πλέον. 27 Και κατά την εποχή που επρόκειτο να γεννήσει, να, στην κοιλιά της υπήρχαν δίδυμα. 28 Κι ενώ γεννούσε, το ένα πρόβαλε το χέρι έξω· και η μαμή παίρνοντάς το, έδεσε επάνω στο χέρι του ένα κόκκινο νήμα, λέγοντας: Αυτός βγήκε πρώτος. 29 Και καθώς τράβηξε πίσω το χέρι του, να, βγήκε ο αδελφός του· κι αυτή είπε: Ποιον χαλασμό έκανες; Επάνω σου ας είναι ο χαλασμός. Γι' αυτό, αποκλήθηκε το όνομά του Φαρές. 30 Και έπειτα βγήκε ο αδελφός του, που είχε το κόκκινο νήμα στο χέρι του· και το όνομά του αποκλήθηκε Ζαρά.

Γένεση 39

1 ΚΑΙ κατέβασαν τον Ιωσήφ στην Αίγυπτο· και ο Πετεφρής, ο αυλικός τού Φαραώ, ο άρχοντας των σωματοφυλάκων, άνθρωπος Αιγύπτιος, τον αγόρασε από τα χέρια των Ισμαηλιτών, που τον κατέβασαν εκεί. 2 Και ο Κύριος ήταν μαζί με τον Ιωσήφ, και ήταν άνθρωπος που ευοδωνόταν· και βρισκόταν στο σπίτι τού κυρίου του, του Αιγυπτίου. 3 Και ο κύριός του είδε, ότι ο Κύριος ήταν μαζί του, και ο Κύριος ευόδωνε στα χέρια του όλα όσα έκανε. 4 Και ο Ιωσήφ βρήκε χάρη μπροστά του, και τον υπηρετούσε· και τον έβαλε επιστάτη στο σπίτι του· και όλα όσα είχε, τα παρέδωσε στα χέρια του. 5 Και από εκείνο τον καιρό, αφού τον έβαλε επιστάτη στο σπίτι του, και σε όλα όσα είχε, ο Κύριος ευλόγησε το σπίτι τού Αιγυπτίου εξαιτίας του Ιωσήφ· και η ευλογία τού Κυρίου ήταν σε όλα όσα είχε, στο σπίτι και στα χωράφια. 6 Και όλα όσα είχε τα παρέδωσε στα χέρια τού Ιωσήφ· και δεν ήξερε από τα υπάρχοντά του τίποτε, εκτός από το ψωμί που έτρωγε. Και ο Ιωσήφ ήταν ωραίος σε παράστημα και όμορφος στην όψη. 7 Και ύστερα από τα πράγματα αυτά, η γυναίκα τού κυρίου του, έρριξε τα μάτια της επάνω στον Ιωσήφ· και είπε: Κοιμήσου μαζί μου. 8 Αλλ' εκείνος δεν ήθελε, και είπε στη γυναίκα τού κυρίου του: Δες, ο κύριός μου δεν γνωρίζει τίποτε από όσα είναι μαζί μου στο σπίτι· και όλα όσα έχει τα παρέδωσε στα χέρια μου· 9 δεν είναι στο σπίτι τούτο κανένας μεγαλύτερός μου ούτε είναι σε μένα κάτι άλλο απαγορευμένο, εκτός από σένα, επειδή είσαι η γυναίκα του· και πώς να πράξω αυτό το μεγάλο κακό, και να αμαρτήσω ενάντια στον Θεό; 10 Αν και μιλούσε στον Ιωσήφ καθημερινά, αυτός όμως δεν υπάκουσε σ' αυτή να κοιμηθεί μαζί της, για να συνευρεθεί μαζί της. 11 Και κάποια ημέρα ο Ιωσήφ μπήκε στο σπίτι για να κάνει τις δουλειές του, και κανένας από τους ανθρώπους τού σπιτιού δεν ήταν εκεί στο σπίτι. 12 Κι εκείνη τον άρπαξε από το ένδυμά του, λέγοντας: Κοιμήσου μαζί μου· εκείνος, όμως, αφήνοντας το ένδυμά του στα χέρια της, έφυγε και βγήκε έξω. 13 Και καθώς είδε, ότι άφησε το ένδυμά του στα χέρια της, και έφυγε έξω, 14 φώναξε δυνατά προς τους ανθρώπους τού σπιτιού της, και τους μίλησε, λέγοντας: Δέστε, μας έφερε έναν άνθρωπο Εβραίο για να μας εμπαίξει· μπήκε μέσα σε μένα για να κοιμηθεί μαζί μου, κι εγώ φώναξα με μεγάλη φωνή· 15 και καθώς άκουσε ότι ύψωσα τη φωνή μου και φώναξα, αφήνοντας το ένδυμά του κοντά μου, έφυγε, και βγήκε έξω, 16 και απέθεσε το ένδυμά του κοντά της, μέχρις ότου ήρθε ο κύριός του στο σπίτι του. 17 Και του είπε αυτά τα ίδια λόγια, λέγοντας: Ο δούλος ο Εβραίος, που μας έφερες, μπήκε μέσα σε μένα για να με εμπαίξει· 18 και καθώς ύψωσα τη φωνή μου και φώναξα, αφήνοντας το ένδυμά του κοντά μου, έφυγε έξω. 19 Και καθώς ο κύριός του άκουσε τα λόγια τής γυναίκας του, που του είπε, λέγοντας: Έτσι μου έκανε ο δούλος σου, η οργή του άναψε. 20 Και ο κύριος του Ιωσήφ, αφού τον πήρε, τον έβαλε στην οχυρωμένη φυλακή, στον τόπο όπου ήσαν φυλακισμένοι οι δέσμιοι του βασιλιά· και έμενε εκεί στην οχυρωμένη φυλακή. 21 Αλλ' ο Κύριος ήταν μαζί με τον Ιωσήφ, και ξέχυνε επάνω σ' αυτόν έλεος, και του έδωσε χάρη μπροστά στον αρχιδεσμοφύλακα. 22 Και ο αρχιδεσμοφύλακας παρέδωσε στα χέρια τού Ιωσήφ όλους τους φυλακισμένους, που ήσαν στην οχυρωμένη φυλακή· και όλα όσα γίνονταν εκεί, τα έκανε αυτός. 23 Ο αρχιδεσμοφύλακας δεν κοίταζε τίποτε από όσα ήσαν στα χέρια του· επειδή, ο Κύριος ήταν μαζί του· και ο Κύριος ευόδωνε όσα αυτός έκανε.

Γένεση 40

1 ΚΑΙ ύστερα από τα πράγματα αυτά, ο οινοχόος τού βασιλιά τής Αιγύπτου, και ο αρτοποιός, αμάρτησαν στον κύριό τους τον βασιλιά τής Αιγύπτου. 2 Και ο Φαραώ οργίστηκε εναντίον των δύο αυλικών του, εναντίον του αρχιοινοχόου, και εναντίον του αρχισιτοποιού. 3 Και τους έβαλε σε φύλαξη, στο σπίτι τού άρχοντα των σωματοφυλάκων, στην οχυρωμένη φυλακή, στον τόπο όπου ήταν φυλακισμένος ο Ιωσήφ. 4 Και ο άρχοντας των σωματοφυλάκων τούς εμπιστεύθηκε στον Ιωσήφ, κι αυτός τους υπηρετούσε· και ήσαν για κάμποσο καιρό στη φυλακή. 5 Και ο οινοχόος και ο αρτοποιός τού βασιλιά της Αιγύπτου, που ήσαν φυλακισμένοι στην οχυρωμένη φυλακή, ονειρεύτηκαν και οι δύο ένα όνειρο, ο κάθε ένας το όνειρό του την ίδια νύχτα· ο κάθε ένας με την εξήγηση του ονείρου του. 6 Και ο Ιωσήφ μπαίνοντας μέσα προς αυτούς το πρωί, τους είδε· και να, ήσαν ταραγμένοι. 7 Και ρώτησε τους αυλικούς τού Φαραώ, που ήσαν μαζί του στη φυλακή, στο σπίτι τού κυρίου του, λέγοντας: Γιατί είναι σήμερα σκυθρωπά τα πρόσωπά σας; 8 Κι εκείνοι του είπαν: Ονειρευτήκαμε ένα όνειρο, και δεν υπάρχει κανένας που να το εξηγήσει. Και ο Ιωσήφ είπε σ' αυτούς: Οι εξηγήσεις δεν ανήκουν στον Θεό; Διηγηθείτε μου, παρακαλώ. 9 Και ο αρχιοινοχόος διηγήθηκε το όνειρό του στον Ιωσήφ, και του είπε: Είδα στο όνειρό μου, και να, μια άμπελος μπροστά μου· 10 και στην άμπελο ήσαν τρεις κλάδοι, και φαινόταν σαν να βλαστάνει, και τα άνθη της άνοιξαν, και τα τσαμπιά τού σταφυλιού ωρίμασαν· 11 και το ποτήρι τού Φαραώ ήταν στο χέρι μου· και πήρα τα σταφύλια, και τα συμπίεσα στο ποτήρι τού Φαραώ, και έδωσα το ποτήρι στο χέρι τού Φαραώ. 12 Και ο Ιωσήφ είπε σ' αυτόν: Αυτή είναι η εξήγησή του· οι τρεις κλάδοι είναι τρεις ημέρες· 13 ύστερα από τρεις ημέρες ο Φαραώ θα υψώσει το κεφάλι σου, και θα σε αποκαταστήσει στο υπούργημά σου· και θα δώσεις το ποτήρι τού Φαραώ στο χέρι του σύμφωνα με την προηγούμενη συνήθεια, όταν ήσουν οινοχόος του· 14 αλλά, θυμήσου με, όταν σου γίνει το καλό· και κάνε, παρακαλώ, έλεος σε μένα, και ανέφερε για μένα στον Φαραώ, και βγάλεμε από τούτο το οίκημα· 15 επειδή, στ' αλήθεια κλέφτηκα από τη γη των Εβραίων· κι εδώ πάλι δεν έκανα τίποτε, ώστε να με βάλουν σε τούτο τον λάκκο. 16 Και βλέποντας ο αρχισιτοποιός ότι η εξήγηση ήταν καλή, είπε στον Ιωσήφ: Κι εγώ είδα στο όνειρό μου, και να, τρία άσπρα πανέρια επάνω στο κεφάλι μου· 17 και μέσα στο πανέρι που ήταν επάνω-επάνω, ήσαν από όλα τα φαγητά τού Φαραώ, της τέχνης τού αρτοποιού· και τα πουλιά τα έτρωγαν από το πανέρι, από επάνω από το κεφάλι μου. 18 Και αποκρινόμενος ο Ιωσήφ, είπε: Αυτή είναι η εξήγησή του· τα τρία πανέρια είναι τρεις ημέρες· 19 μετά από τρεις ημέρες, ο Φαραώ θα υψώσει το κεφάλι σου επάνω από σένα, και θα σε κρεμάσει σε ξύλο, και τα πουλιά θα φάνε τη σάρκα σου από επάνω σου. 20 Και την τρίτη ημέρα, την ημέρα των γενεθλίων τού Φαραώ, έκανε συμπόσιο σε όλους τους δούλους του· και ύψωσε το κεφάλι τού αρχιοινοχόου και το κεφάλι τού αρχισιτοποιού ανάμεσα στους δούλους του. 21 Και τον μεν αρχιοινοχόο τον αποκατέστησε στην οινοχοϊα του, και έδωσε το ποτήρι στο χέρι τού Φαραώ· 22 ενώ τον αρχισιτοποιό τον κρέμασε· καθώς ο Ιωσήφ είχε εξηγήσει σ' αυτούς. 23 Ο αρχιοινοχόος, όμως, δεν θυμήθηκε τον Ιωσήφ, αλλά τον λησμόνησε.

Γένεση 41

1 ΚΑΙ ύστερα από παρέλευση δύο χρόνων, ο Φαραώ είδε ένα όνειρο· και να, στεκόταν κοντά στον ποταμό· 2 και ξάφνου, επτά δαμάλια όμορφα και παχύσαρκα ανέβαιναν από τον ποταμό, και έβοσκαν στο λιβάδι· 3 και ξάφνου, άλλα επτά δαμάλια ανέβαιναν, ύστερα από εκείνα, από τον ποταμό, άσχημα και λεπτόσαρκα, και στέκονταν κοντά στα άλλα δαμάλια στην άκρη τού ποταμού· 4 και τα δαμάλια τα άσχημα και λεπτόσαρκα κατέφαγαν τα επτά δαμάλια τα όμορφα και παχύσαρκα. Τότε, ο Φαραώ ξύπνησε. 5 Και καθώς αποκοιμήθηκε ονειρεύτηκε μια δεύτερη φορά· και ξάφνου, επτά στάχυα παχιά και καλά ανέβαιναν από τον ίδιο κορμό· 6 και ξάφνου, άλλα επτά στάχυα λεπτά, και καμένα από τον ανατολικό άνεμο, αναφύονταν ύστερα από εκείνα· 7 και τα στάχυα τα λεπτά κατάπιαν τα επτά στάχυα τα παχιά και μεστά. Και ο Φαραώ ξύπνησε, και να, ήταν όνειρο. 8 Και το πρωί, το πνεύμα του ήταν ταραγμένο· και στέλνοντας κάλεσε όλους τους μάγους τής Αιγύπτου, και όλους τους σοφούς της· και ο Φαραώ διηγήθηκε σ' αυτούς τα όνειρά του· αλλά, δεν υπήρχε κανένας, που να τα εξηγήσει στον Φαραώ. 9 Τότε, ο αρχιοινοχόος μίλησε στον Φαραώ, λέγοντας: Σήμερα θυμάμαι την αμαρτία μου· 10 ο Φαραώ είχε οργιστεί εναντίον των δούλων του, και με έβαλε σε φυλακή, στο σπίτι τού άρχοντα των σωματοφυλάκων, εμένα και τον αρχισιτοποιό· 11 και είδαμε ένα όνειρο την ίδια νύχτα, εγώ και εκείνος· ονειρευτήκαμε ο κάθε ένας σύμφωνα με την εξήγηση του ονείρου του· 12 και ήταν εκεί μαζί μας ένας νέος, Εβραίος, δούλος τού άρχοντα των σωματοφυλάκων· και του διηγηθήκαμε, και μας εξήγησε τα όνειρά μας· στον κάθε έναν σύμφωνα με το όνειρό του έκανε την εξήγηση· 13 και καθώς μας τα εξήγησε, έτσι και συνέβηκε· εμένα μεν αποκατέστησε στο υπούργημά μου, και εκείνον τον κρέμασε. 14 ΤΟΤΕ, στέλνοντας ο Φαραώ, κάλεσε τον Ιωσήφ, και τον έβγαλαν γρήγορα από τη φυλακή· και ξυρίστηκε, και άλλαξε τη στολή του, και ήρθε στον Φαραώ. 15 Και ο Φαραώ είπε στον Ιωσήφ: Είδα ένα όνειρο, και δεν υπάρχει κανένας που να το εξηγήσει· κι εγώ άκουσα για σένα να λένε, ότι καταλαβαίνεις τα όνειρα, ώστε να τα εξηγείς. 16 Και αποκρίθηκε ο Ιωσήφ στον Φαραώ, λέγοντας: Όχι εγώ· ο Θεός θα δώσει στον Φαραώ σωτήρια απόκριση. 17 Και ο Φαραώ είπε στον Ιωσήφ: Στο όνειρό μου, δες, στεκόμουν στην άκρη τού ποταμού· 18 και ξάφνου, επτά δαμάλια παχύσαρκα και όμορφα ανέβαιναν από τον ποταμό, και έβοσκαν στο λιβάδι· 19 και ξάφνου, άλλα επτά δαμάλια ανέβαιναν ύστερα απ' αυτά, αδύνατα, και πολύ άσχημα, και λεπτόσαρκα, τέτοια που ασχημότερα δεν είχα δει ποτέ σε ολόκληρη τη γη τής Αιγύπτου· 20 και τα δαμάλια τα λεπτά και άσχημα κατέφαγαν τα επτά πρώτα δαμάλια τα παχιά· 21 και αφού μπήκαν στις κοιλιές τους, δεν διακρινόταν ότι μπήκαν στις κοιλιές τους, αλλά η εμφάνισή τους ήταν άσχημη, καθώς και προηγουμένως· τότε, ξύπνησα. 22 Έπειτα, είδα στο όνειρό μου, και ξάφνου, επτά στάχυα ανέβαιναν από τον ίδιο κορμό, μεστά και καλά· 23 και ξάφνου, άλλα επτά στάχυα ξερά, λεπτά, καμένα από τον ανατολικό άνεμο, αναφύονταν ύστερα απ' αυτά· 24 και τα λεπτά στάχυα κατάπιαν τα επτά στάχυα τα καλά· και τα είπα αυτά στους μάγους, αλλά δεν υπήρχε κανένας που να μου τα εξηγήσει. 25 Και ο Ιωσήφ είπε στον Φαραώ: Το όνειρο του Φαραώ είναι ένα· ο Θεός φανέρωσε στον Φαραώ όσα πρόκειται να κάνει. 26 Τα επτά δαμάλια τα καλά είναι επτά χρόνια· και τα επτά στάχυα τα καλά είναι επτά χρόνια· το όνειρο είναι ένα. 27 Και τα επτά δαμάλια τα λεπτά και άσχημα, που ανέβαιναν έπειτα απ' αυτά, είναι επτά χρόνια· και τα επτά στάχυα τα άμεστα, τα καμένα από τον ανατολικό άνεμο, θα είναι επτά χρόνια πείνας. 28 Τούτο είναι το πράγμα που είπα στον Φαραώ· ο Θεός φανέρωσε στον Φαραώ όσα πρόκειται να κάνει. 29 Δες, έρχονται επτά χρόνια μεγάλης αφθονίας σε ολόκληρη τη γη τής Αιγύπτου· 30 και ύστερα απ' αυτά, θα επέλθουν επτά χρόνια πείνας· και ολόκληρη η αφθονία θα λησμονηθεί στη γη τής Αιγύπτου, και η πείνα θα καταφθείρει τη γη· 31 και δεν θα γνωριστεί η αφθονία επάνω στη γη, εξαιτίας εκείνης της πείνας, που πρόκειται να ακολουθήσει· επειδή, θα είναι βαριά σε υπερβολικό βαθμό. 32 Και το ότι το όνειρο επαναλήφθηκε στον Φαραώ δύο φορές, δείχνει ότι το πράγμα είναι αποφασισμένο από τον Θεό, και ότι ο Θεός θα επιταχύνει να το εκτελέσει. 33 Τώρα, λοιπόν, ας προβλέψει ο Φαραώ έναν άνθρωπο συνετό και με φρόνηση και ας τον καταστήσει επάνω στη γη τής Αιγύπτου· 34 ας κάνει ο Φαραώ, και ας διορίσει επιστάτες στη γη· και ας παίρνει το ένα πέμπτο από τη γη τής Αιγύπτου, στα επτά χρόνια τής αφθονίας· 35 και ας μαζέψουν όλες τις τροφές αυτών των ερχόμενων καλών χρόνων· και ας αποταμιεύσουν σιτάρι κάτω από το χέρι τού Φαραώ, για τροφές στις πόλεις, και ας το φυλάττουν· 36 και οι τροφές θα μένουν φυλαγμένες για τη γη στα επτά χρόνια τής πείνας, που θα ακολουθήσουν στη γη τής Αιγύπτου· για να μη χαθεί ο τόπος από την πείνα. 37 Και ο λόγος άρεσε στον Φαραώ, και σε όλους τους δούλους του. 38 Και ο Φαραώ είπε στους δούλους του: Μπορούμε να βρούμε έναν άνθρωπον όπως τούτον, στον οποίο υπάρχει το πνεύμα τού Θεού; 39 Και ο Φαραώ είπε στον Ιωσήφ: Επειδή, ο Θεός έδειξε σε σένα όλα αυτά, δεν υπάρχει κανένας τόσο συνετός και φρόνιμος όσο εσύ. 40 Εσύ θα είσαι επάνω στο παλάτι μου, και στον λόγο τού στόματός σου θα υπακούει ολόκληρος ο λαός μου· μόνον στον θρόνο θα είμαι ανώτερός σου. 41 Και ο Φαραώ είπε στον Ιωσήφ: Να, σε κατέστησα επάνω σε ολόκληρη τη γη τής Αιγύπτου. 42 Και βγάζοντας ο Φαραώ το δαχτυλίδι από το χέρι του, το έβαλε στο χέρι τού Ιωσήφ, και τον έντυσε με ενδύματα από πολυτελές λινό, και του περιέθεσε ένα χρυσό περιδέραιο γύρω στον λαιμό του. 43 Και τον ανέβασε επάνω στη δεύτερη άμαξά του· και διακήρυτταν μπροστά του: Γονατίστε· και τον κατέστησε επάνω σε ολόκληρη τη γη τής Αιγύπτου. 44 Και ο Φαραώ είπε στον Ιωσήφ: Εγώ είμαι ο Φαραώ, και χωρίς εσένα κανένας δεν θα σηκώσει το χέρι του ή το πόδι του, σε ολόκληρη τη γη τής Αιγύπτου. 45 Και ο Φαραώ ονόμασε τον Ιωσήφ Ζαφνάθ-πανεάχ και του έδωσε για γυναίκα την Ασενέθ, τη θυγατέρα τού Ποτιφερά, ιερέα της Ων. Και ο Ιωσήφ βγήκε στη γη τής Αιγύπτου. 46 ΚΑΙ ο Ιωσήφ ήταν 30 χρόνων όταν παραστάθηκε μπροστά στον Φαραώ, τον βασιλιά τής Αιγύπτου· και ο Ιωσήφ βγήκε μπροστά από τον Φαραώ, και διαπέρασε ολόκληρη τη γη τής Αιγύπτου. 47 Και η γη καρποφόρησε πλουσιοπάροχα στα επτά χρόνια τής αφθονίας· 48 και μάζεψε όλες τις τροφές των επτά χρόνων που έγιναν στη γη τής Αιγύπτου· και εναπέθεσε τις τροφές στις πόλεις· τις τροφές των χωραφιών, που ήσαν γύρω από κάθε πόλη, τις έβαλε σ' αυτή. 49 Και ο Ιωσήφ μάζεψε σιτάρι σαν την άμμο τής θάλασσας, πολύ, σε υπερβολικό βαθμό, ώστε έπαυσε να το μετράει, επειδή ήταν αμέτρητο. 50 Και στον Ιωσήφ γεννήθηκαν δύο γιοι, πριν έρθουν τα χρόνια τής πείνας· τους οποίους η Ασενέθ, η θυγατέρα τού Ποτιφερά, του ιερέα της Ων, γέννησε σ' αυτόν. 51 Και ο Ιωσήφ αποκάλεσε το όνομα του πρωτοτόκου, Μανασσή· επειδή, είπε: Ο Θεός με έκανε να λησμονήσω όλους τους πόνους μου και ολόκληρη την οικογένεια του πατέρα μου. 52 Και το όνομα του δεύτερο αποκάλεσε Εφραϊμ· επειδή, είπε: Ο Θεός με αύξησε στη γη τής θλίψης μου. 53 ΚΑΙ πέρασαν τα επτά χρόνια τής αφθονίας, που έγινε στη γη τής Αιγύπτου. 54 Και άρχισαν να έρχονται τα επτά χρόνια της πείνας, καθώς είχε πει ο Ιωσήφ· και η πείνα έγινε σε όλους τους τόπους· σε ολόκληρη, όμως, τη γη τής Αιγύπτου υπήρχε ψωμί. 55 Και όταν πείνασε ολόκληρη η γη τής Αιγύπτου, ο λαός κραύγασε στον Φαραώ για ψωμί. Και ο Φαραώ είπε σε όλους τους Αιγυπτίους: Πηγαίνετε στον Ιωσήφ· ό,τι σας πει, να κάνετε. 56 Και η πείνα ήταν επάνω σε ολόκληρο το πρόσωπο της γης. Και ο Ιωσήφ άνοιξε όλες τις αποθήκες, και πουλούσε σιτάρι στους Αιγυπτίους· και η πείνα βάραινε επάνω στη γη τής Αιγύπτου. 57 Και όλοι οι τόποι έρχονταν στην Αίγυπτο, στον Ιωσήφ, για να αγοράζουν σιτάρι· επειδή, η πείνα βάραινε επάνω σε ολόκληρη τη γη.

Γένεση 42

1 ΚΑΙ ο Ιακώβ είδε ότι υπήρχε σιτάρι στην Αίγυπτο· και ο Ιακώβ είπε στους γιους του: Τι βλέπετε ο ένας τον άλλον; 2 Και είπε: Δέστε, άκουσα ότι υπάρχει σιτάρι στην Αίγυπτο· κατεβείτε εκεί, και αγοράστε για μας από εκεί για να ζήσουμε, και να μη πεθάνουμε. 3 Και κατέβηκαν οι δέκα αδελφοί του Ιωσήφ για να αγοράσουν σιτάρι από την Αίγυπτο. 4 Τον Βενιαμίν, όμως, τον αδελφό τού Ιωσήφ, ο Ιακώβ δεν τον έστειλε μαζί με τους αδελφούς του· επειδή, είπε: Μήπως συμβεί και σ' αυτόν συμφορά. 5 Και οι γιοι τού Ισραήλ ήρθαν για να αγοράσουν σιτάρι, ανάμεσα σ' εκείνους που έρχονταν εκεί· επειδή, η πείνα ήταν στη γη Χαναάν. 6 Και ο Ιωσήφ ήταν ο διοικητής τού τόπου· αυτός πουλούσε σε ολόκληρο τον λαό τού τόπου· ήρθαν, λοιπόν, οι αδελφοί τού Ιωσήφ, και τον προσκύνησαν κατά πρόσωπο μέχρις εδάφους. 7 Και καθώς ο Ιωσήφ είδε τους αδελφούς του, τους γνώρισε· προσποιήθηκε, όμως, σ' αυτούς τον ξένον, και τους μιλούσε σκληρά· και τους είπε: Από πού έρχεστε; Κι εκείνοι είπαν: Από τη γη Χαναάν, για να αγοράσουμε τροφές. 8 Και ο μεν Ιωσήφ γνώρισε τους αδελφούς του· εκείνοι, όμως, δεν τον γνώρισαν. 9 Και ο Ιωσήφ θυμήθηκε τα όνειρα, που ονειρεύτηκε γι' αυτούς· και τους είπε: Είστε κατάσκοποι· ήρθατε να παρατηρήσετε τα γυμνά τού τόπου. 10 Κι εκείνοι τού είπαν: Όχι, κύριέ μου· αλλά, οι δούλοι σου ήρθαμε για να αγοράσουμε τροφές· 11 εμείς όλοι είμαστε γιοι ενός ανθρώπου· καλοί άνθρωποι είμαστε· οι δούλοι σου δεν είναι κατάσκοποι. 12 Και είπε σ' αυτούς: Όχι, αλλά ήρθατε για να παρατηρήσετε τα γυμνά τού τόπου. 13 Κι εκείνοι είπαν: Οι δούλοι σου είμαστε 12 αδελφοί, γιοι ενός ανθρώπου στη γη Χαναάν· και δες, ο νεότερος βρίσκεται σήμερα μαζί με τον πατέρα μας, και ο άλλος δεν υπάρχει. 14 Και ο Ιωσήφ τούς είπε: Αυτό είναι που σας είπα, λέγοντας, είστε κατάσκοποι. 15 Με τούτο θα δοκιμαστείτε· μα τη ζωή τού Φαραώ, δεν θα βγείτε από εδώ, αν δεν έρθει εδώ ο αδελφός σας ο νεότερος· 16 στείλτε έναν από σας, και ας φέρει τον αδελφό σας· εσείς, όμως, θα μένετε δέσμιοι μέχρις ότου αποδειχθούν τα λόγια σας, αν λέτε την αλήθεια· διαφορετικά, μα τη ζωή τού Φαραώ, σίγουρα είστε κατάσκοποι. 17 Και τους έβαλε σε φύλαξη τρεις ημέρες. 18 Και την τρίτη ημέρα ο Ιωσήφ τούς είπε: Αυτό θα κάνετε, και θα ζήσετε· επειδή, εγώ φοβάμαι τον Θεό: 19 Αν είστε καλοί, ένας από τους αδελφούς σας ας μείνει δέσμιος στη φυλακή, όπου είστε· εσείς πηγαίνετε, πάρτε σιτάρι για την πείνα των σπιτιών σας· 20 φέρτε, όμως, σε μένα τον αδελφό σας τον νεότερο· έτσι θα επαληθευθούν τα λόγια σας, και δεν θα πεθάνετε. Και έκαναν έτσι. 21 Και ο ένας είπε στον άλλον: Αληθινά είμαστε ένοχοι για τον αδελφό μας, επειδή είδαμε τη θλίψη τής ψυχής του, όταν μας παρακαλούσε, και δεν τον εισακούσαμε· γι' αυτό, ήρθε επάνω μας αυτή η θλίψη. 22 Και ο Ρουβήν αποκρίθηκε σ' αυτούς λέγοντας: Δεν σας είπα, λέγοντας, μη αμαρτήσετε ενάντια στο παιδί; Και δεν ακούσατε· γι' αυτό δέστε, και το αίμα του εκζητείται. 23 Κι αυτοί δεν ήξεραν ότι ο Ιωσήφ καταλάβαινε· επειδή, συνομιλούσαν μέσω διερμηνέα. 24 Και αφού αποσύρθηκε από κοντά τους έκλαψε· και επέστρεψε ξανά σ' αυτούς, και τους μιλούσε· και πήρε απ' αυτούς τον Συμεών, και τον έδεσε μπροστά τους. 25 Τότε, ο Ιωσήφ πρόσταξε να γεμίσουν τα σκεύη τους με σιτάρι, και επιστρέψουν το ασήμι του καθενός μέσα στο σακί του, και να τους δώσουν ζωοτροφία για τον δρόμο· κι έγινε σ' αυτούς έτσι. 26 Και όταν φόρτωσαν το σιτάρι τους στα γαϊδούρια τους, αναχώρησαν από εκεί. 27 Και όταν ένας απ' αυτούς έλυσε το σακί του, για να δώσει στο γαϊδούρι του τροφή στο κατάλυμα, είδε το ασήμι του, και να, ήταν στο στόμιο του σακιού του. 28 Και είπε στους αδελφούς του: Το ασήμι μου μού δόθηκε πίσω, και μάλιστα, να, είναι στο σακί μου· και εκπλάγηκε η καρδιά τους, και συνταράχτηκαν, λέγοντας μεταξύ τους: Τι είναι τούτο, που μας έκανε ο Θεός; 29 ΚΑΙ ήρθαν στον Ιακώβ τον πατέρα τους στη γη Χαναάν, κι ανήγγειλαν σ' αυτόν όλα όσα συνέβησαν σ' αυτούς, λέγοντας: 30 Ο άνθρωπος, ο κύριος του τόπου, μας μίλησε σκληρά, και μας πήρε σαν κατάσκοπους του τόπου. 31 Και του είπαμε: Είμαστε καλοί άνθρωποι· δεν είμαστε κατάσκοποι· 32 είμαστε 12 αδελφοί, γιοι τού πατέρα μας· ο ένας δεν υπάρχει· και ο νεότερος είναι σήμερα με τον πατέρα μας στη γη Χαναάν. 33 Και ο άνθρωπος, ο κύριος του τόπου, μας είπε: Με τούτο θα γνωρίσω ότι είστε καλοί άνθρωποι· έναν από τους αδελφούς σας αφήστε μαζί μου, και παίρνοντας σιτάρι για την πείνα των σπιτιών σας, φύγετε· 34 και φέρτε σε μένα τον αδελφό σας τον νεότερο· τότε, θα γνωρίσω ότι δεν είστε κατάσκοποι, αλλά είστε καλοί· και θα σας αποδώσω τον αδελφό σας, και θα εμπορεύεστε στον τόπο. 35 Και όταν άδειασαν τα σακιά τους, να, του καθενός το κομπόδεμα με το ασήμι ήταν μέσα στο σακί του· και όταν αυτοί και ο πατέρας τους είδαν τα κομποδέματα με το ασήμι τους, φοβήθηκαν. 36 Και ο Ιακώβ, ο πατέρας τους, τους είπε: Εσείς με ατεκνώσατε· ο Ιωσήφ δεν υπάρχει, και ο Συμεών δεν υπάρχει, και τον Βενιαμίν θα πάρετε· επάνω μου ήρθαν όλα αυτά. 37 Και ο Ρουβήν είπε στον πατέρα του, λέγοντας: Θανάτωσε τους δύο γιους μου, αν δεν τον φέρω πίσω σε σένα· δώσ' τον στο χέρι μου κι εγώ θα τον επαναφέρω σε σένα. 38 Κι εκείνος είπε: Δεν θα κατέβει ο γιος μου μαζί σας· επειδή, ο αδελφός του πέθανε, και έμεινε αυτός μόνος. Και αν συμβεί σ' αυτόν συμφορά στον δρόμο όπου πηγαίνετε, τότε θα κατεβάσετε την πολιά μου στον τάφο με λύπη.

Γένεση 43

1 ΚΑΙ η πείνα βάραινε στη γη. 2 Και αφού τέλειωσαν τρώγοντας το σιτάρι που είχαν φέρει από την Αίγυπτο, ο πατέρας τους είπε σ' αυτούς: Πηγαίνετε ξανά, αγοράστε μας λίγες τροφές. 3 Και ο Ιούδας τού είπε, λέγοντας: Έντονα διαμαρτυρήθηκε σε μας ο άνθρωπος, λέγοντας: Δεν θα δείτε το πρόσωπό μου, αν δεν είναι μαζί σας ο αδελφός σας. 4 Αν, λοιπόν, αποστείλεις μαζί μας τον αδελφό μας, θα κατέβουμε, και θα σου αγοράσουμε τροφές· 5 αλλά, αν δεν τον αποστείλεις, δεν θα κατέβουμε, επειδή ο άνθρωπος μας είπε: Δεν θα δείτε το πρόσωπό μου, αν ο αδελφός σας δεν είναι μαζί σας. 6 Και ο Ισραήλ είπε: Γιατί με κακοποιήσατε, φανερώνοντας στον άνθρωποότι έχετε και άλλον αδελφό; 7 Κι εκείνοι είπαν: Ο άνθρωπος μας ρώτησε ακριβώς για μας, και για τη συγγένειά μας, λέγοντας: Ο πατέρας σας ζει ακόμα; Έχετε άλλον αδελφό; Και του αποκριθήκαμε σύμφωνα με την ερώτηση αυτή· μπορούσαμε να ξέρουμε ότι θα μας έλεγε: Φέρτε τον αδελφό σας; 8 Και ο Ιούδας είπε στον Ισραήλ τον πατέρα του: Στείλε το παιδί μαζί μου, και αφού σηκωθούμε ας πάμε, για να ζήσουμε, και να μη πεθάνουμε, εμείς, εσύ, και οι οικογένειές μας· 9 εγώ εγγυώμαι γι' αυτόν· από το χέρι μου να τον ζητήσεις· αν δεν τον φέρω σε σένα, και δεν τον στήσω μπροστά σου, τότε να είμαι παντοτινά υπεύθυνος σε σένα· 10 επειδή, αν δεν χρονοτριβούσαμε, σίγουρα αυτή θα ήταν η δεύτερη φορά μέχρι τώρα που θα επιστρέφαμε. 11 Και ο Ισραήλ, ο πατέρας τους, είπε σ' αυτούς: Αν έτσι πρέπει να γίνει, κάντε το, λοιπόν· πάρτε στα σκεύη σας από τους καλύτερους καρπούς τής γης, και φέρτε στον άνθρωπο δώρα, λίγο βάλσαμο, και λίγο μέλι, αρώματα, και μύρο, φυστίκια, και αμύγδαλα· 12 και πάρτε διπλάσιο ασήμι στα χέρια σας· και το ασήμι εκείνο που σας επιστράφηκε στο στόμιο των σακιών σας, φέρτε το πάλι στα χέρια σας· ίσως, έγινε κατά λάθος· 13 και πάρτε τον αδελφό σας, και αφού σηκωθείτε, επιστρέψτε στον άνθρωπο· 14 και ο Θεός, ο Παντοδύναμος, να σας δώσει χάρη μπροστά στον άνθρωπο, για να αποστείλει μαζί σας τον άλλο σας αδελφό και τον Βενιαμίν· κι εγώ, αν είναι να ατεκνωθώ, ας ατεκνωθώ. 15 ΚΑΙ οι άνθρωποι, παίρνοντας αυτά τα δώρα, πήραν και διπλάσιο ασήμι στα χέρια τους, και τον Βενιαμίν· και αφού σηκώθηκαν, κατέβηκαν στην Αίγυπτο, και παραστάθηκαν μπροστά στον Ιωσήφ. 16 Και όταν ο Ιωσήφ είδε τον Βενιαμίν μαζί τους, είπε στον επιστάτη τού σπιτιού: Φέρε τους ανθρώπους στο σπίτι, και σφάξε ένα σφαχτό, και ετοίμασε, επειδή μαζί μου θα φάνε οι άνθρωποι το μεσημέρι. 17 Και ο άνθρωπος έκανε όπως του είπε ο Ιωσήφ· και ο άνθρωπος έφερε τους ανθρώπους μέσα στο σπίτι τού Ιωσήφ. 18 Και οι άνθρωποι φοβήθηκαν, επειδή φέρθηκαν μέσα στο σπίτι τού Ιωσήφ· και είπαν: Για το ασήμι, που επιστράφηκε στα σακιά μας την πρώτη φορά, μας φέρνουν μέσα, για να βρει αφορμή εναντίον μας, και να ριχτεί επάνω μας, και να πάρει εμάς για δούλους, και τα γαϊδούρια μας. 19 Και αφού πλησίασαν τον άνθρωπο, τον επιστάτη τού σπιτιού τού Ιωσήφ, μίλησαν σ' αυτόν στην πύλη τού σπιτιού. 20 Και είπαν: Παρακαλούμε, κύριε· κατεβήκαμε την πρώτη φορά για να αγοράσουμε τροφές· 21 και όταν ήρθαμε στο κατάλυμα, ανοίξαμε τα σακιά μας, και να, του καθενός το ασήμι ήταν στο στόμιο του σακιού του, το ασήμι μας σωστό· γι' αυτό, το φέραμε πίσω στα χέρια μας· 22 φέραμε και άλλο ασήμι στα χέρια μας, για να αγοράσουμε τροφές· δεν ξέρουμε ποιος έβαλε το ασήμι μας στα σακιά μας. 23 Κι εκείνος είπε: Ειρήνη σε σας· μη φοβάστε· ο Θεός σας, και ο Θεός του πατέρα σας, σας έδωσε θησαυρό στα σακιά σας· το ασήμι σας ήρθε σε μένα. Και τους έδωσε τον Συμεών. 24 Και ο άνθρωπος έφερε τους ανθρώπους μέσα στο σπίτι τού Ιωσήφ, και τους έδωσε νερό, και ένιψαν τα πόδια τους· και έδωσε τροφή στα γαϊδούρια τους. 25 Κι εκείνοι ετοίμασαν τα δώρα, μέχρις ότου έρθει ο Ιωσήφ το μεσημέρι· επειδή, άκουσαν ότι εκεί πρόκειται να φάνε ψωμί. 26 Και όταν ο Ιωσήφ ήρθε στο σπίτι, του πρόσφεραν τα δώρα, που είχαν στα χέρια τους, μέσα στο σπίτι· και τον προσκύνησαν μέχρις εδάφους. 27 Και τους ρώτησε για την υγεία τους· και είπε: Υγιαίνει ο πατέρας σας, ο γέροντας, για τον οποίο μου είπατε; Ζει ακόμα; 28 Κι εκείνοι είπαν: Υγιαίνει ο δούλος σου ο πατέρας μας· ακόμα ζει. Και αφού έσκυψαν προσκύνησαν. 29 Και σηκώνοντας τα μάτια του, είδε τον Βενιαμίν τον αδελφό του, τον ομομήτριο, και είπε: Αυτός είναι ο αδελφός σας ο νεότερος, για τον οποίο μου είχατε πει; Και είπε: Ο Θεός να σε ελεήσει, παιδί μου. 30 Και ο Ιωσήφ βιάστηκε να αποσυρθεί· επειδή, τον συντάραξαν τα σπλάχνα του για τον αδελφό του· και ζητούσε τόπο για να κλάψει· και μπαίνοντας στο ταμείο, έκλαψε εκεί. 31 Έπειτα, αφού ένιψε το πρόσωπό του, βγήκε, και συγκρατώντας τον εαυτό του, είπε: Βάλτε ψωμί. 32 Και έβαλε χωριστά γι' αυτόν και χωριστά για εκείνους, και για τους Αιγυπτίους, που συνέτρωγαν μαζί του, χωριστά· επειδή, οι Αιγύπτιοι δεν μπορούσαν να φάνε ψωμί μαζί με τους Εβραίους, επειδή, αυτό είναι βδέλυγμα στους Αιγυπτίους. 33 Κάθησαν, λοιπόν, μπροστά του, ο πρωτότοκος σύμφωνα με την πρωτοτοκία του, και ο νεότερος σύμφωνα με τη νεότητά του· και θαύμαζαν οι άνθρωποι μεταξύ τους. 34 Και παίρνοντας από μπροστά του μερίδια έστειλε σ' αυτούς· το μερίδιο, όμως, του Βενιαμίν ήταν πενταπλάσια μεγαλύτερο από τον καθένα απ' αυτούς. Και ήπιαν και ευφράνθηκαν μαζί του.

Γένεση 44

1 ΚΑΙ πρόσταξε τον επιστάτη τού σπιτιού του, λέγοντας: Γέμισε τα σακιά των ανθρώπων με τροφές, όσες μπορούν να σηκώσουν, και βάλε το ασήμι τού καθενός στο στόμιο του σακιού του· 2 και βάλε το ποτήρι μου, το ποτήρι το ασημένιο, στο στόμιο του σακιού τού νεότερου, και το ασήμι τού σιταριού του. Και έκανε σύμφωνα με τον λόγο που είπε ο Ιωσήφ. 3 Το πρωί, καθώς έφεξε, οι άνθρωποι στάλθηκαν, αυτοί και τα γαϊδούρια τους. 4 Και αφού βγήκαν από την πόλη, πριν απομακρυνθούν πολύ, ο Ιωσήφ είπε στον επιστάτη τού σπιτιού του: Αφού σηκωθείς, τρέξε καταπίσω από τους ανθρώπους· και μόλις τους προφτάσεις, πες τους: Γιατί ανταποδώσατε κακό αντί καλού; 5 Δεν είναι αυτό το ποτήρι, στο οποίο ο κύριός μου πίνει, και μέσω του οποίου αληθινά μαντεύει; Πράξατε άσχημα κάνοντας αυτό. 6 Και καθώς τους πρόφτασε, τους είπε τα λόγια αυτά. 7 Κι εκείνοι τού είπαν: Γιατί ο κύριός μας μιλάει με τα λόγια αυτά; Μη γένοιτο, οι δούλοι σου να πράξουν ένα τέτοιο πράγμα! 8 Δες, το ασήμι, το οποίο βρήκαμε στο στόμιο των σακιών μας, σου το επιστρέψαμε από τη γη Χαναάν, και πώς θα κλέβαμε από το σπίτι τού κυρίου σου ασήμι ή χρυσάφι; 9 Σε όποιον από τους δούλους σου βρεθεί, ας πεθάνει, κι εμείς ακόμα θα γίνουμε δούλοι τού κυρίου μας. 10 Κι εκείνος είπε: Και τώρα ας γίνει όπως λέτε· σε όποιον βρεθεί θα γίνει δούλος μου, κι εσείς θα είστε αθώοι. 11 Και σπεύδοντας, κατέβασαν κάθε ένας το σακί του στη γη, και άνοιξε κάθε ένας το σακί του. 12 Και ερεύνησαν, αρχίζοντας από τον μεγαλύτερο, και τελειώνοντας στον νεότερο· και βρέθηκε το ποτήρι στο σακί τού Βενιαμίν. 13 Τότε, έσχισαν τα ενδύματά τους, και φορτώνοντας ο καθένας το γαϊδούρι του, επέστρεψαν στην πόλη. 14 ΚΑΙ μπήκε μέσα ο Ιούδας και οι αδελφοί του στο σπίτι τού Ιωσήφ, ενώ αυτός ήταν ακόμα εκεί· και έπεσαν μπροστά του στη γη. 15 Και ο Ιωσήφ τούς είπε: Τι είναι αυτό το πράγμα, που πράξατε; Δεν ξέρετε ότι ένας άνθρωπος όπως εγώ, μαντεύει αληθινά; 16 Και ο Ιούδας είπε: Τι να πούμε στον κύριό μου; Τι να μιλήσουμε; Ή, πώς να δικαιωθούμε; Ο Θεός βρήκε την αδικία των δούλων σου. Να, είμαστε δούλοι τού κυρίου μου, κι εμείς, κι εκείνος στον οποίο βρέθηκε το ποτήρι. 17 Κι εκείνος είπε: Μη γένοιτο σε μένα να το πράξω αυτό· ο άνθρωπος στον οποίο βρέθηκε το ποτήρι, αυτός θα είναι δούλος σε μένα· εσείς να ανεβείτε με ειρήνη στον πατέρα σας. 18 Και ο Ιούδας τον πλησίασε, και είπε: Παρακαλώ, κύριέ μου· ας μιλήσει, παρακαλώ, ο δούλος σου έναν λόγο στ' αυτιά τού κυρίου μου και ας μη εξαφθεί ο θυμός σου ενάντια στον δούλο σου· επειδή, εσύ είσαι όπως ο Φαραώ. 19 Ο κύριός μου ρώτησε τους δούλους του, λέγοντας: Έχετε πατέρα ή αδελφό; 20 Και είπαμε στον κύριό μου: Έχουμε πατέρα γέροντα, και παιδί των γηρατειών του, μικρό, και ο αδελφός του πέθανε· κι αυτός έμεινε μόνος από τη μητέρα του, και ο πατέρας του τον αγαπάει. 21 Και είπες στους δούλους σου: Φέρτε τον σε μένα να τον δω με τα ίδια μου τα μάτια. 22 Και είπαμε στον κύριό μου: Το παιδί δεν μπορεί να αφήσει τον πατέρα του· επειδή, αν αφήσει τον πατέρα του, αυτός θα πεθάνει. 23 Κι εσύ είπες στους δούλους σου: Αν δεν κατέβει ο αδελφός σας ο νεότερος μαζί σας, δεν θα δείτε πλέον το πρόσωπό μου· 24 Και όταν ανεβήκαμε στον δούλο σου τον πατέρα μου, του αναγγείλαμε τα λόγια τού κυρίου μου. 25 Και ο πατέρας μας είπε: Πηγαίνετε πάλι, αγοράστε σε μας λίγες τροφές. 26 Και είπαμε: Δεν μπορούμε να κατέβουμε· αν ο αδελφός μας ο νεότερος είναι μαζί μας, τότε θα κατέβουμε· επειδή, δεν μπορούμε να δούμε το πρόσωπο του ανθρώπου, αν ο νεότερος αδελφός μας δεν είναι μαζί μας. 27 Και ο δούλος σου ο πατέρας μου είπε σε μας: Εσείς ξέρετε ότι δύο γιους γέννησε σε μένα η γυναίκα μου· 28 και ο ένας βγήκε από κοντά μου, και είπα: Σίγουρα κατασπαράχθηκε από θηρίο· και δεν τον είδα μέχρι τώρα· 29 και αν πάρετε και τούτον από μπροστά μου και συμβεί σ' αυτόν συμφορά, θα κατεβάσετε την πολιά μου στον τάφο με λύπη. 30 Τώρα, λοιπόν, όταν πάω στον δούλο σου τον πατέρα μου, και το παιδί δεν είναι μαζί μας, (επειδή, η ψυχή του κρέμεται από την ψυχή εκείνου), 31 καθώς θα δει ότι το παιδί δεν είναι, θα πεθάνει· και οι δούλοι σου θα κατεβάσουν την πολιά τού δούλου σου του πατέρα μας στον τάφο με λύπη. 32 Επειδή, ο δούλος σου εγγυήθηκε στον πατέρα μου για το παιδί, λέγοντας: Αν δεν τον φέρω σε σένα, τότε θα είμαι υπεύθυνος στον πατέρα μου παντοτινά. 33 Τώρα, λοιπόν, σε παρακαλώ, ας μείνει ο δούλος σου αντί του παιδιού δούλος στον κύριό μου, και το παιδί ας ανέβει μαζί με τους αδελφούς του· 34 επειδή, πώς να ανέβω στον πατέρα μου, αν το παιδί δεν είναι μαζί μου; Όχι, για να μη δω το κακό, που θα βρει τον πατέρα μου.

Γένεση 45

1 ΤΟΤΕ, ο Ιωσήφ δεν μπόρεσε να κρατήσει τον εαυτό του μπροστά σε όλους τους παριστάμενους, που ήσαν μπροστά του· και φώναξε: Βγάλτε τους έξω όλους από κοντά μου· και δεν έμεινε κανένας μαζί του, καθώς ο Ιωσήφ αναγνωριζόταν στους αδελφούς του· 2 και άφησε μια φωνή με κλαυθμό· και άκουσαν οι Αιγύπτιοι· και άκουσε και το παλάτι του Φαραώ. 3 Και ο Ιωσήφ είπε στους αδελφούς του: Εγώ είμαι ο Ιωσήφ· ζει ακόμα ο πατέρας μου; Και δεν μπορούσαν οι αδελφοί του να του αποκριθούν, επειδή ταράχθηκαν από την παρουσία του. 4 Και ο Ιωσήφ είπε στους αδελφούς του: Πλησιάστε σε μένα, παρακαλώ. Και πλησίασαν. Και είπε: Εγώ είμαι ο Ιωσήφ ο αδελφός σας, τον οποίο πουλήσατε στην Αίγυπτο. 5 Τώρα, λοιπόν, μη λυπάστε· ούτε να σας φανεί σκληρό, ότι με πουλήσατε εδώ· επειδή, για διατήρηση της ζωής με απέστειλε ο Θεός μπροστά σας. 6 Δεδομένου ότι, αυτός είναι ο δεύτερος χρόνος της πείνας στη γη· και μένουν ακόμα πέντε χρόνια, στα οποία δεν θα υπάρχει ούτε αροτρίαση ούτε θερισμός. 7 Και ο Θεός με απέστειλε μπροστά σας για να διατηρήσω σε σας διαδοχή στη γη, και να διαφυλάξω τη ζωή σας με μεγάλη λύτρωση. 8 Τώρα, λοιπόν, δεν με αποστείλατε εσείς εδώ, αλλ' ο Θεός· και με έκανε πατέρα στον Φαραώ, και κύριο ολόκληρου του παλατιού του, και άρχοντα ολόκληρης της γης τής Αιγύπτου. 9 Σπεύδοντας, ανεβείτε στον πατέρα μου, και πείτε του: Έτσι λέει ο γιος σου ο Ιωσήφ· ο Θεός με έκανε κύριον ολόκληρης της Αιγύπτου· κατέβα σε μένα, μη σταθείς· 10 και θα κατοικήσεις στη γη Γεσέν και θα είσαι κοντά μου, εσύ και οι γιοι σου, και οι γιοι των γιων σου, και τα κοπάδια σου, και οι αγέλες σου, και όλα όσα έχεις· 11 και θα σε τρέφω εκεί (επειδή, μένουν ακόμα πέντε χρόνια πείνας), για να μη έρθεις σε στέρηση, εσύ και η οικογένειά σου, και όλα όσα έχεις. 12 Και προσέξτε, τα μάτια σας βλέπουν και τα μάτια τού αδελφού μου Βενιαμίν, ότι το στόμα μου μιλάει σε σας· 13 αναγγείλτε, λοιπόν, στον πατέρα μου ολόκληρη τη δόξα μου στην Αίγυπτο, και όλα όσα είδατε, και σπεύδοντας κατεβάστε τον πατέρα μου εδώ. 14 Και πέφτοντας στον τράχηλο του Βενιαμίν τού αδελφού του, έκλαψε· και ο Βενιαμίν έκλαψε στον τράχηλο εκείνου. 15 Και αφού τους καταφίλησε όλους τους αδελφούς του, έκλαψε επάνω τους· και ύστερα οι αδελφοί του μίλησαν μαζί του. 16 Και ακούστηκε στο παλάτι τού Φαραώ η φήμη, που έλεγε: Ήρθαν οι αδελφοί τού Ιωσήφ· και ο Φαραώ χάρηκε, και οι δούλοι του. 17 Και ο Φαραώ είπε στον Ιωσήφ: Πες στους αδελφούς σου, τούτο να κάνετε· φορτώστε τα ζώα σας, και πηγαίνετε, ανεβείτε στη Χαναάν· 18 και παίρνοντας τον πατέρα σας, και τις οικογένειές σας, ελάτε σε μένα· και θα σας δώσω τα αγαθά τής γης τής Αιγύπτου, και θα φάτε το πάχος τής γης. 19 Κι εσύ πρόσταξε: Αυτό να κάνετε, πάρτε για τον εαυτό σας άμαξες από τη γη τής Αιγύπτου, για τα παιδιά σας, και για τις γυναίκες σας· και αφού σηκώσετε τον πατέρα σας, ελάτε· 20 και μη λυπηθείτε την αποσκευή σας· επειδή, τα αγαθά ολόκληρης της γης τής Αιγύπτου θα είναι δικά σας. 21 Και οι γιοι τού Ισραήλ έκαναν έτσι· και ο Ιωσήφ τούς έδωσε άμαξες σύμφωνα με την προσταγή τού Φαραώ· τους έδωσε και ζωοτροφή για τον δρόμο. 22 Σε όλους αυτούς έδωσε σε κάθε έναν αλλαγές ενδυμάτων· στον Βενιαμίν, όμως, έδωσε 300 αργύρια, και πέντε αλλαγές ενδυμάτων. 23 Και στον πατέρα του έστειλε τα εξής: Δέκα γαϊδούρια φορτωμένα από τα αγαθά τής Αιγύπτου, και δέκα θηλυκά γαϊδούρια φορτωμένα σιτάρι και ψωμιά, και ζωοτροφές στον πατέρα του για τον δρόμο. 24 Και εξαπέστειλε τους αδελφούς του, και αναχώρησαν· και τους είπε: Μη συγχύζεστε στον δρόμο. 25 Κι ανέβηκαν από την Αίγυπτο, και ήρθαν στη γη Χαναάν προς τον Ιακώβ, τον πατέρα τους, 26 και του ανήγγειλαν, λέγοντας: Ο Ιωσήφ βρίσκεται ακόμα στη ζωή, και είναι άρχοντας σε ολόκληρη τη γη τής Αιγύπτου· και η καρδιά του λιποθύμησε· επειδή, δεν τους πίστευε. 27 Και του είπαν όλα τα λόγια τού Ιωσήφ, που τους είχε πει· και αφού είδε τις άμαξες που έστειλε ο Ιωσήφ για να τον σηκώσουν, αναζωπυρώθηκε το πνεύμα τού Ιακώβ, του πατέρα τους. 28 Και ο Ισραήλ είπε: Αρκεί· ο Ιωσήφ ο γιος μου ζει ακόμα· θα πάω, και θα τον δω, πριν πεθάνω.

Γένεση 46

1 ΚΑΙ όταν ο Ισραήλ με όλα τα υπάρχοντά του αναχώρησε, ήρθε στη Βηρ-σαβεέ, και πρόσφερε θυσίες στον Θεό τού πατέρα του, του Ισαάκ. 2 Και ο Θεός είπε στον Ισραήλ, διαμέσου οράματος της νύχτας, λέγοντας: Ιακώβ, Ιακώβ. Κι εκείνος είπε: Εδώ είμαι. 3 Και είπε: Εγώ είμαι ο Θεός, ο Θεός τού πατέρα σου· μη φοβηθείς να κατέβεις στην Αίγυπτο· επειδή, θα σε κάνω εκεί ένα μεγάλο έθνος· 4 εγώ θα κατέβω μαζί σου στην Αίγυπτο, κι εγώ, βέβαια, θα σε ανεβάσω ξανά· και ο Ιωσήφ θα βάλει τα χέρια του στα μάτια σου. 5 Και ο Ιακώβ σηκώθηκε από τη Βηρ-σαβεέ, και οι γιοι τού Ισραήλ έβαλαν τον Ιακώβ, τον πατέρα τους, και τα παιδιά τους, και τις γυναίκες τους, επάνω στις άμαξες, που ο Φαραώ έστειλε για να τον σηκώσουν. 6 Και παίρνοντας τα κτήνη τους, και τα υπάρχοντά τους, που απέκτησαν στη γη Χαναάν, ήρθαν στην Αίγυπτο, ο Ιακώβ και ολόκληρο το σπέρμα του μαζί του· 7 τους γιους του, και τους γιους των γιων του μαζί του, τις θυγατέρες του, και τις θυγατέρες των γιων του, και ολόκληρο το σπέρμα του το έφερε μαζί του στην Αίγυπτο. 8 ΚΑΙ αυτά είναι τα ονόματα των γιων Ισραήλ, εκείνων που μπήκαν στην Αίγυπτο: Ο Ιακώβ και οι γιοι του· ο Ρουβήν, ο πρωτότοκος του Ιακώβ· 9 και οι γιοι τού Ρουβήν: Ο Ανώχ, και ο Φαλλού, και ο Εσρών, και ο Χαρμί. 10 Και οι γιοι τού Συμεών: Ο Ιεμουήλ, και ο Ιαμείν, και ο Αώδ, και ο Ιαχείν, και ο Σωάρ, και ο Σαούλ, ο γιος τής Χανανίτιδας. 11 Και οι γιοι τού Λευί: Ο Γηρσών, ο Καάθ, και ο Μεραρί. 12 Και οι γιοι τού Ιούδα: Ο Ηρ, και ο Αυνάν, και ο Σηλά, και ο Φαρές, και ο Ζαρά· ο Ηρ, όμως, και ο Αυνάν πέθαναν στη γη Χαναάν. Και οι γιοι τού Φαρές ήσαν: Ο Εσρών, και ο Αμούλ. 13 Και οι γιοι τού Ισσάχαρ: Ο Θωλά, και ο Φουά, και ο Ιώβ, και ο Σιμβρών. 14 Και οι γιοι τού Ζαβουλών: Ο Σερέδ, και ο Αιλών, και ο Ιαλεήλ. 15 Αυτοί είναι οι γιοι τής Λείας, που γέννησε στον Ιακώβ στην Παδάν-αράμ, και τη Δείνα τη θυγατέρα του· όλες οι ψυχές, οι γιοι του, και οι θυγατέρες του, ήσαν 33. 16 Και οι γιοι τού Γαδ: Ο Σιφών και ο Αγγί, ο Σουνί και ο Εσβών, ο Ηρί και ο Αροδί, και ο Αριηλί. 17 Και οι γιοι τού Ασήρ: Ο Ιεμνά, και ο Ιεσσουά, και ο Ιεσουεί, και ο Βεριά, και η Σερά η αδελφή τους. Και οι γιοι τού Βεριά: Ο Έβερ και ο Μαλχιήλ. 18 Αυτοί είναι οι γιοι τής Ζελφάς, που ο Λάβαν έδωσε στη θυγατέρα του, τη Λεία· κι αυτούς τους γέννησε στον Ιακώβ, 16 ψυχές. 19 Και οι γιοι τής Ραχήλ, της γυναίκας τού Ιακώβ: Ο Ιωσήφ, και ο Βενιαμίν. 20 Και στον Ιωσήφ, στη γη τής Αιγύπτου, γεννήθηκαν: Ο Μανασσής και ο Εφραϊμ· που του γέννησε η Ασενέθ, η θυγατέρα τού Ποτιφερά, του ιερέα τής Ων. 21 Και οι γιοι τού Βενιαμίν ήσαν: Ο Βελά, και ο Βεχέρ, και ο Ασβήλ, Γηρά και ο Νααμάν, ο Ηχί και ο Ρως, ο Μουπίμ, και ο Ουπίμ, και ο Αρέδ. 22 Αυτοί είναι οι γιοι τής Ραχήλ, που γεννήθηκαν στον Ιακώβ· όλες οι ψυχές ήσαν 14. 23 Και οι γιοι τού Δαν: Ο Ουσίμ. 24 Και οι γιοι τού Νεφθαλί: Ο Ιασιήλ, και ο Γουνί, και ο Ιεσέρ, και ο Σιλλήμ. 25 Αυτοί είναι οι γιοι τής Βαλλάς, που ο Λάβαν έδωσε στη θυγατέρα του, τη Ραχήλ· κι αυτούς τους γέννησε στον Ιακώβ· όλες οι ψυχές, ήσαν επτά. 26 Όλες οι ψυχές, που μπήκαν μέσα στην Αίγυπτο, μαζί με τον Ιακώβ, που βγήκαν από τον μηρό του, χωρίς τις γυναίκες των γιων τού Ιακώβ, όλες οι ψυχές, ήσαν 66. 27 Και οι γιοι τού Ιωσήφ, που γεννήθηκαν σ' αυτόν στην Αίγυπτο, ήσαν δύο ψυχές· όλες οι ψυχές της οικογένειας του Ιακώβ, που μπήκαν μέσα στην Αίγυπτο, ήσαν 70~70 28 ΚΑΙ ο Ιακώβ έστειλε τον Ιούδα μπροστά του στον Ιωσήφ, για να κατέβει πριν απ' αυτόν στη Γεσέν· και ήρθαν στη γη Γεσέν. 29 Και αφού ο Ιωσήφ έζεψε την άμαξά του, ανέβηκε σε συνάντηση του Ισραήλ, του πατέρα του, στη Γεσέν· και βλέποντάς τον, έπεσε επάνω στον τράχηλό του και έκλαψε πολλή ώρα επάνω στον τράχηλό του. 30 Και ο Ισραήλ είπε στον Ιωσήφ: Τώρα, ας πεθάνω, αφού είδα το πρόσωπό σου, επειδή εσύ ζεις ακόμα. 31 Και ο Ιωσήφ είπε στους αδελφούς του, και στην οικογένεια του πατέρα του: Εγώ θα ανέβω, και θα αναγγείλω στον Φαραώ, και θα του πω: Οι αδελφοί μου, και η οικογένεια του πατέρα μου, που ήσαν στη γη Χαναάν, ήρθαν σε μένα· 32 και οι άνθρωποι είναι ποιμένες, επειδή είναι άνδρες κτηνοτρόφοι· και έφεραν τα ποίμνιά τους, και τις αγέλες τους, και όλα όσα έχουν. 33 Αν, λοιπόν, σας καλέσει ο Φαραώ, και πει: Ποιο είναι το επιτήδευμά σας; 34 Θα πείτε: Οι δούλοι σου είμαστε άνδρες κτηνοτρόφοι από τα νεανικά μας χρόνια μέχρι τώρα, κι εμείς και οι πατέρες μας· για να κατοικήσετε στη γη Γεσέν· επειδή, κάθε ποιμένας προβάτων είναι βδέλυγμα στους Αιγυπτίους.

Γένεση 47

1 ΚΑΙ όταν ο Ιωσήφ ήρθε, ανήγγειλε στον Φαραώ, λέγοντας: Ο πατέρας μου και οι αδελφοί μου, και τα ποίμνιά τους, και οι αγέλες τους, και όλα όσα έχουν, ήρθαν από τη γη Χαναάν· και δες, είναι στη γη Γεσέν. 2 Και παίρνοντας από τους αδελφούς του πέντε άνδρες, τους παρέστησε μπροστά στον Φαραώ. 3 Και ο Φαραώ είπε στους αδελφούς του: Ποιο είναι το επιτήδευμά σας; Κι εκείνοι είπαν στον Φαραώ: Οι δούλοι σου είναι ποιμένες προβάτων, κι εμείς και οι πατέρες μας. 4 Είπαν ακόμα στον Φαραώ: Ήρθαμε για να παροικήσουμε στη γη· για τον λόγο ότι, δεν υπάρχει βοσκή για τα ποίμνια των δούλων σου, επειδή βάρυνε η πείνα στη γη Χαναάν· τώρα, λοιπόν, ας κατοικήσουν, παρακαλούμε, οι δούλοι σου στη γη Γεσέν. 5 Και ο Φαραώ είπε στον Ιωσήφ, λέγοντας: Ο πατέρας σου και οι αδελφοί σου ήρθαν σε σένα· 6 η γη τής Αιγύπτου είναι μπροστά σου· στο καλύτερο μέρος τής γης να κατοικίσεις τον πατέρα σου και τους αδελφούς σου· ας κατοικήσουν στη γη Γεσέν· και αν γνωρίζεις ότι βρίσκονται μεταξύ τους άνδρες άξιοι, να τους καταστήσεις επιστάτες στα κοπάδια μου. 7 Και ο Ιωσήφ έφερε μέσα τον Ιακώβ, τον πατέρα του, και τον παρέστησε μπροστά στον Φαραώ· και ο Ιακώβ ευλόγησε τον Φαραώ. 8 Και ο Φαραώ είπε στον Ιακώβ: Μέχρι πόσες είναι οι ημέρες των χρόνων τής ζωής σου; 9 Και ο Ιακώβ είπε στον Φαραώ: Οι ημέρες των χρόνων τής παροικίας μου είναι 130 χρόνια· λίγες και κακές υπήρξαν οι ημέρες των χρόνων τής ζωής μου, και δεν έφτασαν στις ημέρες των χρόνων της ζωής των πατέρων μου, στις ημέρες τής παροικίας τους. 10 Και ο Ιακώβ ευλόγησε τον Φαραώ, και βγήκε μπροστά από τον Φαραώ. 11 ΚΑΙ ο Ιωσήφ κατοίκισε τον πατέρα του και τους αδελφούς του, και τους έδωσε ιδιοκτησία στη γη τής Αιγύπτου, στο καλύτερο μέρος τής γης, στη γη Ραμεσσή, καθώς ο Φαραώ είχε προστάξει. 12 Και ο Ιωσήφ έτρεφε τον πατέρα του, και τους αδελφούς του, και ολόκληρη την οικογένεια του πατέρα του, με ψωμί,σύμφωνα με τις οικογένειές τους. 13 ΚΑΙ δεν υπήρχε ψωμί σε ολόκληρη τη γη· επειδή, η πείνα ήταν βαριά σε υπερβολικό βαθμό, ώστε η γη τής Αιγύπτου και η γη τής Χαναάν απέκαναν από την πείνα. 14 Και ο Ιωσήφ συγκέντρωσε όλο το ασήμι, που βρισκόταν στη γη τής Αιγύπτου, και στη γη Χαναάν, για το σιτάρι που αγόραζαν· και ο Ιωσήφ έφερε το ασήμι στο παλάτι τού Φαραώ. 15 Και αφού τέλειωσε το ασήμι από τη γη τής Αιγύπτου, και από τη γη Χαναάν, ήρθαν όλοι οι Αιγύπτιοι στον Ιωσήφ, λέγοντας: Δώσε μας ψωμί· και γιατί να πεθάνουμε μπροστά σου; Επειδή, τέλειωσε το ασήμι. 16 Και ο Ιωσήφ είπε: Φέρτε τα κτήνη σας, και θα σας δώσω ψωμί αντί για τα κτήνη σας, αν το ασήμι τέλειωσε. 17 Και έφεραν τα κτήνη τους στον Ιωσήφ, και ο Ιωσήφ τούς έδωσε ψωμί αντί για τα άλογα, κι αντί για τα πρόβατα, κι αντί για τα βόδια, κι αντί για τα γαϊδούρια· και τους έθρεψε με ψωμί κατά τη χρονιά εκείνη, αντί για όλα τα κτήνη τους. 18 Και αφού τέλειωσε η χρονιά εκείνη, ήρθαν σ' αυτόν τον δεύτερο χρόνο, και του είπαν: Δεν θα κρύψουμε από τον κύριό μας ότι τέλειωσε το ασήμι· και τα κτήνη έγιναν του κυρίου μας· δεν έμεινε άλλο μπροστά στον κύριό μας, παρά τα σώματά μας και η γη μας· 19 γιατί να χαθούμε μπροστά σου, κι εμείς και η γη μας; Αγόρασε εμάς και τη γη μας για ψωμί· και θα είμαστε, εμείς και η γη μας, δούλοι στον Φαραώ· και δώσε μας σπόρο, για να ζήσουμε, και να μη πεθάνουμε, και ερημωθεί η γη. 20 Και ο Ιωσήφ αγόρασε ολόκληρη τη γη τής Αιγύπτου για τον Φαραώ· επειδή, οι Αιγύπτιοι πούλησαν ο καθένας το χωράφι του, για τον λόγο ότι η πείνα βάρυνε επάνω τους· έτσι, η γη έγινε του Φαραώ· 21 και τον λαό, τον μετατόπισε σε πόλεις, από το ένα άκρο των ορίων τής Αιγύπτου μέχρι το άλλο άκρο της· 22 μόνον τη γη των ιερέων δεν αγόρασε· επειδή, οι ιερείς είχαν μερίδα προσδιορισμένη από τον Φαραώ· και έτρωγαν τη μερίδα τους, που ο Φαραώ έδωσε σ' αυτούς· γι' αυτό, δεν πούλησαν τη γη τους. 23 Τότε, ο Ιωσήφ είπε στον λαό: Δέστε, αγόρασα εσάς και τη γη σας σήμερα στον Φαραώ· να, πάρτε σπόρο, και σπείρετε τη γη· 24 και στον καιρό των καρπών, θα δώσετε το ένα πέμπτο στον Φαραώ· και τα τέσσερα μέρη θα είναι για σας, για σπόρο των χωραφιών, και για τροφή δική σας, και για όλους όσους βρίσκονται στα σπίτια σας, και για τροφή των παιδιών σας. 25 Κι εκείνοι είπαν: Εσύ έσωσες τη ζωή μας· ας βρούμε χάρη μπροστά στον κύριό μας, και θα είμαστε δούλοι τού Φαραώ. 26 Κι αυτό το έθεσε ο Ιωσήφ ως νόμο στη γη τής Αιγύπτου, μέχρι σήμερα, να δίνεται το ένα πέμπτο στον Φαραώ· εκτός της γης των ιερέων μόνον, που δεν έγινε του Φαραώ. 27 Και ο Ισραήλ κατοίκησε στη γη της Αιγύπτου, στη γη Γεσέν· και απέκτησαν σ' αυτή κτήματα, και αυξήθηκαν, και πληθύνθηκαν υπερβολικά. 28 ΚΑΙ ο Ιακώβ έζησε στη γη τής Αιγύπτου 17 χρόνια· και οι ημέρες των χρόνων τής ζωής τού Ιακώβ έγιναν 147 χρόνια. 29 Και οι ημέρες τού Ισραήλ για να πεθάνει πλησίασαν· και αφού κάλεσε τον γιο του τον Ιωσήφ, του είπε: Αν, τώρα, βρήκα χάρη μπροστά σου, βάλε, παρακαλώ, το χέρι σου κάτω από τον μηρό μου, και κάνε σε μένα έλεος και αλήθεια· παρακαλώ, μη με θάψεις στην Αίγυπτο. 30 Αλλά, θα κοιμηθώ μαζί με τους πατέρες μου, και θα με μετακομίσεις από την Αίγυπτο, και θα με θάψεις στον τάφο τους. Κι εκείνος είπε: Εγώ θα κάνω σύμφωνα με τον λόγο σου. 31 Κι εκείνος είπε: Ορκίσου σε μένα· και του ορκίστηκε. Και ο Ισραήλ προσκύνησε επάνω στην άκρη τής ράβδου του.

Γένεση 48

1 ΚΑΙ ύστερα από τα πράγματα αυτά είπαν στον Ιωσήφ: Δες, ο πατέρας σου ασθενεί. Και πήρε μαζί του τους δύο γιους του, τον Μανασσή και τον Εφραϊμ. 2 Και ανήγγειλαν στον Ιακώβ, λέγοντας: Δες, ο γιος σου ο Ιωσήφ έρχεται σε σένα· και παίρνοντας δύναμη, ο Ισραήλ κάθησε στο κρεβάτι. 3 Και ο Ιακώβ είπε στον Ιωσήφ: Ο Θεός, ο Παντοδύναμος, φάνηκε σε μένα στη Λουζ, στη γη Χαναάν, και με ευλόγησε· 4 και μου είπε: Δες, εγώ θα σε αυξήσω, και θα σε πληθύνω, και θα σε καταστήσω σε πλήθος λαών· κι αυτή τη γη θα τη δώσω στο σπέρμα σου, μετά από σένα, παντοτινή ιδιοκτησία. 5 Τώρα, λοιπόν, οι δύο γιοι σου, που γεννήθηκαν σε σένα στην Αίγυπτο, πριν εγώ έρθω σε σένα στην Αίγυπτο, είναι δικοί μου· ο Εφραϊμ και ο Μανασσής θα είναι σε μένα, όπως ο Ρουβήν και ο Συμεών· 6 και τα παιδιά σου, όσα γεννήσεις ύστερα από αυτούς, θα είναι δικά σου· σύμφωνα με το όνομα των αδελφών τους, θα ονομαστούν στην κληρονομιά τους. 7 Και όταν εγώ ερχόμουν από την Παδάν, μου πέθανε η Ραχήλ στον δρόμο στη γη Χαναάν, ενώ δεν έλειπε παρά λίγο διάστημα για να φτάσουμε στην Εφραθά· και την έθαψα εκεί, στον δρόμο τής Εφραθά· αυτή είναι η Βηθλεέμ. 8 Και βλέποντας ο Ισραήλ τους γιους τού Ιωσήφ, είπε: Ποιοι είναι αυτοί; 9 Και ο Ιωσήφ είπε στον πατέρα του: Αυτοί είναι οι γιοι μου, που μου έδωσε ο Θεός εδώ. Κι εκείνος είπε: Φέρ' τους, παρακαλώ, σε μένα, για να τους ευλογήσω. 10 Και τα μάτια του Ισραήλ ήσαν βαριά από τα γηρατειά, δεν μπορούσε να βλέπει. Και τους έφερε κοντά σ' αυτόν· και τους φίλησε, και τους αγκάλιασε. 11 Και ο Ισραήλ είπε στον Ιωσήφ: Δεν έλπιζα να δω το πρόσωπό σου· και να, ο Θεός μού έδειξε και το σπέρμα σου. 12 Και τους έβγαλε ο Ιωσήφ από το μέσον των γονάτων του. Και προσκύνησε με το πρόσωπο μέχρι το έδαφος. 13 Και παίρνοντάς τους και τους δύο, τον Εφραϊμ στα δεξιά του, προς τα αριστερά του Ισραήλ, και τον Μανασσή στα αριστερά του, προς τα δεξιά του Ισραήλ, πλησίασε σ' αυτόν. 14 Και ο Ισραήλ σηκώνοντας το δεξί του χέρι το έβαλε στο κεφάλι τού Εφραϊμ, που ήταν ο νεότερος, και το αριστερό του χέρι επάνω στο κεφάλι τού Μανασσή, κάνοντας εναλλαγή στα χέρια του· επειδή, ο Μανασσής ήταν ο πρωτότοκος. 15 Και ευλόγησε τον Ιωσήφ, και είπε: Ο Θεός, μπροστά στον οποίο περπάτησαν οι πατέρες μου, ο Αβραάμ και ο Ισαάκ, ο Θεός που με ποίμανε από τη γέννησή μου μέχρι τούτη την ημέρα, 16 ο άγγελος που με λύτρωσε από όλα τα κακά, να ευλογήσει αυτά τα παιδιά· και να ονομαστεί επάνω σ' αυτά το όνομά μου και το όνομα των πατέρων μου, του Αβραάμ και του Ισαάκ, και να πληθυνθούν σε μεγάλο πλήθος επάνω στη γη! 17 Και ο Ιωσήφ, βλέποντας ότι ο πατέρας του επέθεσε το δεξί του χέρι επάνω στο κεφάλι τού Εφραϊμ, δυσαρεστήθηκε· και έπιασε το χέρι του πατέρα του, για να το μεταθέσει από το κεφάλι τού Εφραϊμ επάνω στο κεφάλι τού Μανασσή. 18 Και ο Ιωσήφ είπε στον πατέρα του: Όχι έτσι, πατέρα μου, επειδή αυτός είναι ο πρωτότοκος· βάλε το δεξί σου χέρι επάνω στο κεφάλι του. 19 Αλλ' ο πατέρας του δεν θέλησε· και είπε: Ξέρω, παιδί μου, ξέρω· κι αυτός θα γίνει λαός, κι αυτός ακόμα θα γίνει μεγάλος· αλλ' όμως, ο αδελφός του ο νεότερος θα είναι μεγαλύτερός του, και το σπέρμα του θα γίνει πλήθος εθνών. 20 Και τους ευλόγησε εκείνη την ημέρα, λέγοντας: Όταν ο Ισραήλ αναφέρεται σε σένα, θα ευλογεί λέγοντας: Ο Θεός να σε κάνει όπως τον Εφραϊμ, και όπως τον Μανασσή! Και έστησε τον Εφραϊμ μπροστά από τον Μανασσή. 21 Και ο Ισραήλ είπε στον Ιωσήφ: Δες, εγώ πεθαίνω· και ο Θεός θα είναι μαζί σας, και θα σας επαναφέρει στη γη των πατέρων σας. 22 Κι εγώ σου δίνω ένα μερίδιο παραπάνω από τους αδελφούς σου, που πήρα από το χέρι των Αμορραίων με το μαχαίρι μου και με το τόξο μου.

Γένεση 49

1 ΚΑΙ ο Ιακώβ κάλεσε τους γιους του, και είπε: Συγκεντρωθείτε για να σας αναγγείλω τι πρόκειται να συμβεί σε σας, στις έσχατες ημέρες: 2 Συγκεντρωθείτε κι ακούστε, γιοι τού Ιακώβ, κι ακροαστείτε τον Ισραήλ, τον πατέρα σας. 3 Ρουβήν, πρωτότοκέ μου, εσύ είσαι η ισχύς μου, και η αρχή των δυνάμεών μου, έξοχος στην αξία, και έξοχος στη δύναμη· 4 Έβρασες σαν νερό· δεν θα έχεις την υπεροχή· επειδή, ανέβηκες στο κρεβάτι τού πατέρα σου· τότε το μίανες· στο κρεβάτι μου ανέβηκε. 5 Ο Συμεών και ο Λευί, οι αδελφοί, όργανα αδικίας είναι τα μαχαίρια τους· 6 Μέσα στη βουλή τους, ψυχή μου, μη μπεις· στη συνέλευσή τους, μη ενωθείς, τιμή μου· επειδή, στον θυμό τους φόνευσαν ανθρώπους, και στο πείσμα τους καταγκρέμισαν τείχος· 7 επικατάρατος ο θυμός τους, επειδή ήταν αυθάδης· και η οργή τους, επειδή ήταν σκληρή· θα τους διαμοιράσω στον Ιακώβ, και θα τους διασκορπίσω στον Ισραήλ. 8 Ιούδα, εσένα θα σε επαινέσουν οι αδελφοί σου· το χέρι σου θα είναι στον τράχηλο των εχθρών σου· οι γιοι τού πατέρα σου θα σε προσκυνήσουν· 9 Σκύμνος λιονταριού είναι ο Ιούδας· από κυνήγι ανέβηκες, γιε μου· καθώς έγειρε, κοιμήθηκε σαν λιοντάρι, και σαν σκύμνος λιονταριού· ποιος θα τον ξυπνήσει; 10 Δεν θα εκλείψει το σκήπτρο από τον Ιούδα ούτε νομοθέτης από μέσα από τα πόδια του, μέχρις ότου έρθει ο Σηλώ· και σ' αυτόν θα είναι η υπακοή των λαών. 11 Στην άμπελο δένει το πουλάρι του, και στον εκλεκτό βλαστό, το πουλαράκι τού γαϊδουριού του· σε κρασί θα πλύνει το ένδυμά του, και στο αίμα τού σταφυλιού τη στολή του· 12 τα μάτια του θα είναι κόκκινα από το κρασί, και τα δόντια του άσπρα από το γάλα. 13 Ο Ζαβουλών θα κατοικήσει σε λιμάνι θάλασσας, και θα είναι σε λιμάνι πλοίων· και το όριό του θα απλωθεί μέχρι τη Σιδώνα. 14 Ο Ισσάχαρ είναι γάιδαρος δυνατός, ξαπλωμένος στο μέσον από επαύλεις· 15 και βλέποντας ότι η ανάπαυση ήταν καλή, και ο τόπος ευχάριστος, έκλινε τον ώμο του σε φορτίο, και έγινε δούλος υποτελής. 16 Ο Δαν θα κρίνει τον λαό του, σαν μια από τις φυλές τού Ισραήλ· 17 Ο Δαν θα είναι φίδι επάνω στον δρόμο, ασπίδα στο μονοπάτι, δαγκώνοντας τις φτέρνες τού αλόγου, ώστε ο καβαλάρης του θα πέφτει προς τα πίσω. 18 Τη σωτηρία σου περίμενα, Κύριε. 19 Τον Γαδ, θα τον κουρσέψουν πειρατές· αλλά, κι αυτός στο τέλος θα κουρσέψει. 20 Το ψωμί τού Ασήρ θα είναι παχύ· κι αυτός θα δίνει βασιλικές λιχουδιές. 21 Ο Νεφθαλί είναι μια ελαφίνα ξαπολυμένη, δίνοντας αρεστά λόγια. 22 Ο Ιωσήφ είναι κλαδί καρποφόρο, κλαδί καρποφόρο κοντά στην πηγή, που οι βλαστοί του απλώνονται επάνω στον τοίχο· 23 οι τοξότες τον πίκραναν, και τόξευσαν εναντίον του, και τον εχθρεύθηκαν· 24 αλλά, το τόξο του έμεινε δυνατό, και οι βραχίονες των χεριών του ενδυναμώθηκαν, διαμέσου των χεριών τού δυνατού Θεού τού Ιακώβ· και από εκεί έγινε ο ποιμένας, η πέτρα τού Ισραήλ· 25 κι αυτό, διαμέσου του Θεού τού πατέρα σου, που θα σε βοηθάει, και διαμέσου του Παντοδύναμου, που θα σε ευλογεί, ευλογίες τού ουρανού από επάνω, ευλογίες της αβύσσου από κάτω, ευλογίες των μαστών και της μήτρας· 26 οι ευλογίες τού πατέρα σου ξεπέρασαν τις ευλογίες των προγόνων μου, μέχρι τις ψηλές κορυφές των αιώνιων βουνών· θα είναι επάνω στο κεφάλι τού Ιωσήφ, κι επάνω στην κορυφή τού εκλεκτού ανάμεσα στους αδελφούς του. 27 Ο Βενιαμίν θα είναι άρπαγας λύκος· το πρωί θα κατατρώει θήραμα, και το βράδυ θα διαιρεί λάφυρα. 28 ΟΛΟΙ αυτοί είναι οι 12 φυλές του Ισραήλ, κι αυτό είναι εκείνο που μίλησε σ' αυτούς ο πατέρας τους, και τους ευλόγησε· κάθε έναν, σύμφωνα με την ευλογία του, τους ευλόγησε. 29 Και τους παρήγγειλε και τους είπε: Εγώ προστίθεμαι στον λαό μου· θάψτε με μαζί με τους πατέρες μου, στο σπήλαιο που είναι στο χωράφι του Εφρών τού Χετταίου· 30 στο σπήλαιο που είναι στο χωράφι Μαχπελάχ, που είναι απέναντι στη Μαμβρή, στη γη Χαναάν, το οποίο ο Αβραάμ αγόρασε μαζί με το χωράφι από τον Εφρών τον Χετταίο για κτήμα μνήματος· 31 εκεί έθαψαν τον Αβραάμ, και τη Σάρρα τη γυναίκα του· εκεί έθαψαν τον Ισαάκ, και τη Ρεβέκκα τη γυναίκα του· κι εκεί έθαψα κι εγώ τη Λεία· 32 η αγορά τού χωραφιού, και του σπηλαίου που είναι σ' αυτό, έγινε από τους γιους τού Χετ. 33 Και αφού ο Ιακώβ τελείωσε, δίνοντας παραγγελίες στους γιους του, έσυρε τα πόδια του επάνω στο κρεβάτι, και ξεψύχησε· και προστέθηκε στον λαό του.

Γένεση 50

1 ΚΑΙ ο Ιωσήφ έπεσε επάνω στο πρόσωπο του πατέρα του, και έκλαψε επάνω του, και τον φίλησε. 2 Και ο Ιωσήφ πρόσταξε τους δούλους του τούς γιατρούς να βαλσαμώσουν τον πατέρα του. Και οι γιατροί βαλσάμωσαν τον Ισραήλ. 3 Και συμπληρώθηκαν γι' αυτόν 40 ημέρες· επειδή, έτσι συμπληρώνονται οι ημέρες της βαλσάμωσης· και οι Αιγύπτιοι τον πένθησαν, 70 ημέρες. 4 Και αφού πέρασαν οι ημέρες τού πένθους του, ο Ιωσήφ μίλησε στο παλάτι τού Φαραώ, λέγοντας: Αν τώρα βρήκα χάρη μπροστά σας, μιλήστε, παρακαλώ, στ' αυτιά τού Φαραώ, λέγοντας: 5 Ο πατέρας μου με όρκισε, λέγοντας: Να, εγώ πεθαίνω· στο μνήμα μου, που έσκαψα για τον εαυτό μου, στη γη Χαναάν, εκεί θα με θάψεις· τώρα, λοιπόν, ας ανέβω, παρακαλώ, και ας θάψω τον πατέρα μου· και θα επιστρέψω. 6 Και ο Φαραώ είπε: Ανέβα, και θάψε τον πατέρα σου· καθώς σε όρκισε. 7 Και ο Ιωσήφ ανέβηκε για να θάψει τον πατέρα του· κι ανέβηκαν μαζί του όλοι οι δούλοι τού Φαραώ, οι πρεσβύτεροι του παλατιού του, και όλοι οι πρεσβύτεροι της γης τής Αιγύπτου, 8 και ολόκληρη η οικογένεια του Ιωσήφ και οι αδελφοί του, και η οικογένεια του πατέρα του· μόνον τις οικογένειές τους, και τα ποίμνιά τους, και τις αγέλες τους, άφησαν στη γη τής Γεσέν. 9 Κι ανέβηκαν μαζί του, και άμαξες και καβαλάρηδες, ώστε έγινε μια υπερβολικά μεγάλη συνοδεία· 10 και ήρθαν στο αλώνι τού Ατάδ, που είναι πέρα από τον Ιορδάνη· κι εκεί θρήνησαν με μεγάλον και υπερβολικά δυνατόν θρήνο· και ο Ιωσήφ έκανε για τον πατέρα του πένθος επτά ημέρες. 11 Και βλέποντας οι κάτοικοι του τόπου, οι Χαναναίοι, το πένθος στο αλώνι τού Ατάδ, είπαν: Μεγάλο πένθος είναι αυτό για τους Αιγυπτίους· γι' αυτό ονομάστηκε το όνομά του Αβέλ-μισραϊμ, που είναι πέρα από τον Ιορδάνη. 12 Και οι γιοι του έκαναν σ' αυτόν, όπως τους είχε παραγγείλει· 13 και αφού οι γιοι του τον μετακόμισαν στη γη Χαναάν, τον έθαψαν στο σπήλαιο του χωραφιού Μαχπελάχ, που ο Αβραάμ είχε αγοράσει μαζί με το χωράφι για κτήμα μνήματος από τον Εφρών, τον Χετταίο, απέναντι από τη Μαμβρή. 14 Και αφού ο Ιωσήφ έθαψε τον πατέρα του, επέστρεψε στην Αίγυπτο, αυτός και οι αδελφοί του, και όλοι όσοι είχαν ανέβει μαζί του για να θάψουν τον πατέρα του. 15 ΚΑΙ βλέποντας οι αδελφοί τού Ιωσήφ ότι ο πατέρας τους πέθανε, είπαν: Ίσως ο Ιωσήφ μάς κρατήσει κακία, και μας ανταποδώσει με αυστηρότητα όλα τα κακά, όσα πράξαμε σ' αυτόν. 16 Και διαμήνυσαν στον Ιωσήφ, λέγοντας: Ο πατέρας σου πρόσταξε, πριν πεθάνει, λέγοντας: 17 Έτσι να πείτε στον Ιωσήφ: Συγχώρεσε, παρακαλώ, την αδικία των αδελφών σου, και την αμαρτία τους· επειδή, σου έκαναν κακό· τώρα, λοιπόν, συγχώρησε, παρακαλούμε, την αδικία των δούλων τού Θεού τού πατέρα σου. Και ο Ιωσήφ έκλαψε όταν του μίλησαν. 18 Πήγαν μάλιστα και οι αδελφοί του, και αφού έπεσαν μπροστά του, είπαν: Δες, εμείς είμαστε δούλοι σου. 19 Και ο Ιωσήφ τούς είπε: Μη φοβάστε· μήπως αντί του Θεού είμαι εγώ: 20 Εσείς θελήσατε κακό εναντίον μου· ο Θεός, όμως, θέλησε να το μετατρέψει σε καλό, για να γίνει όπως σήμερα, ώστε να σώσει τη ζωή πολλού λαού· 21 τώρα, λοιπόν, μη φοβάστε· εγώ θα θρέψω εσάς, και τις οικογένειές σας. Και τους παρηγόρησε, και τους μίλησε σύμφωνα με την καρδιά τους. 22 ΚΑΙ ο Ιωσήφ κατοίκησε στην Αίγυπτο, αυτός και η οικογένεια του πατέρα του· και ο Ιωσήφ έζησε 110 χρόνια. 23 Και ο Ιωσήφ είδε παιδιά τού Εφραϊμ, μέχρι τρίτης γενιάς· και τα παιδιά τού Μαχείρ, του γιου τού Μανασσή, γεννήθηκαν επάνω στα γόνατα του Ιωσήφ. 24 ΚΑΙ ο Ιωσήφ είπε στους αδελφούς του: Εγώ πεθαίνω· και ο Θεός θα σας επισκεφθεί εξάπαντος, και θα σας ανεβάσει από αυτή τη γη, στη γη που με όρκο υποσχέθηκε στον Αβραάμ, στον Ισαάκ και στον Ιακώβ. 25 Και ο Ιωσήφ όρκισε τους γιους Ισραήλ, λέγοντας: Ο Θεός εξάπαντος θα σας επισκεφθεί, και θα ανεβάσετε τα κόκαλά μου από εδώ. 26 Και ο Ιωσήφ πέθανε σε ηλικία 110 χρόνων· και τον βαλσάμωσαν· και τέθηκε σε φέρετρο στην Αίγυπτο.

Έξοδος 1

1 ΚΑΙ αυτά είναι τα ονόματα των γιων Ισραήλ, εκείνων που μπήκαν μέσα στην Αίγυπτο μαζί με τον Ιακώβ· μπήκαν μέσα, κάθε ένας μαζί με την οικογένειά του: 2 Ο Ρουβήν, ο Συμεών, ο Λευί, και ο Ιούδας, 3 ο Ισσάχαρ, ο Ζαβουλών, και ο Βενιαμίν, 4 ο Δαν και ο Νεφθαλί, ο Γαδ και ο Ασήρ. 5 Και όλες οι ψυχές, που βγήκαν από τον μηρό τού Ιακώβ, ήσαν 70 ψυχές· ο Ιωσήφ, όμως, ήταν ήδη στην Αίγυπτο. 6 Και ο Ιωσήφ πέθανε, και όλοι οι αδελφοί του, και ολόκληρη εκείνη η γενεά. 7 Και αυξήθηκαν οι γιοι Ισραήλ, και πληθύνθηκαν, και πολλαπλασιάστηκαν, και δυναμώθηκαν σε αρκετά υπερβολικό βαθμό, ώστε ο τόπος γέμισε απ' αυτούς. 8 ΚΑΙ ένας καινούργιος βασιλιάς σηκώθηκε στη διακυβέρνηση της Αιγύπτου, που δεν γνώριζε τον Ιωσήφ. 9 Και είπε στον λαό του: Δέστε, ο λαός των γιων Ισραήλ είναι μεγάλο πλήθος, και ισχυρότερος από μας· 10 ελάτε, ας σοφιστούμε ενντίον τους, για να μη πολλαπλασιαστούν, και, αν συμβεί πόλεμος, ενωθούν κι αυτοί μαζί με τους εχθρούς μας, και μας πολεμήσουν, και αναχωρήσουν από τον τόπο. 11 Και έβαλαν επάνω τους επιστάτες των εργασιών για να τους καταθλίβουν με τα βάρη τους· και οικοδόμησαν στον Φαραώ πόλεις αποθηκών, την Πιθώμ, και τη Ραμεσσή. 12 Όσο όμως τους κατέθλιβαν, τόσο περισσότερο πληθύνονταν και αύξαναν. Και οι Αιγύπτιοι αποστρέφονταν τους γιους Ισραήλ. 13 Και οι Αιγύπτιοι καταδυνάστευαν τους γιους Ισραήλ με σκληρότητα. 14 Και καταπίκραιναν τη ζωή τους με σκληρή δουλεία στον πηλό και στις πλίθες και σε όλες τις εργασίες των πεδιάδων· όλες οι εργασίες τους, με τις οποίες τους καταδυνάστευαν, ήσαν σκληρές. 15 Και ο βασιλιάς των Αιγυπτίων μίλησε στις μαμές των Εβραίων, (από τις οποίες η μία ονομαζόταν Σεπφώρα, και η άλλη Φουά), 16 και είπε: Όταν μαιεύετε τις Εβραίες, και τις δείτε επάνω στη γέννα, αν μεν είναι αρσενικό, να το θανατώνετε· αν, όμως, είναι θηλυκό, τότε ας ζήσει. 17 Και οι μαμές φοβήθηκαν τον Θεό, και δεν έκαναν όπως είχε πει σ' αυτές ο βασιλιάς τής Αιγύπτου, αλλά άφηναν τα αρσενικά να ζουν. 18 Και αφού ο βασιλιάς τής Αιγύπτου κάλεσε τις μαμές, είπε σ' αυτές: Γιατί κάνετε αυτό το πράγμα, και αφήνετε τα αρσενικά να ζουν; 19 Και οι μαμές αποκρίθηκαν στον Φαραώ ότι: Οι Εβραίες δεν είναι όπως οι γυναίκες της Αιγύπτου· επειδή, είναι εύρωστες, και γεννούν πριν μπουν σ' αυτές οι μαμές. 20 Και ο Θεός αγαθοποιούσε τις μαμές· και ο λαός πληθυνόταν, και δυναμωνόταν υπερβολικά. 21 Και επειδή οι μαμές φοβόνταν τον Θεό, έκανε σ' αυτές σπίτια. 22 Και ο Φαραώ πρόσταξε ολόκληρο τον λαό του, λέγοντας: Κάθε αρσενικό που θα γεννηθεί, να το ρίχνετε στον ποταμό· και κάθε θηλυκό να το αφήνετε να ζει.

Έξοδος 2

1 ΚΑΙ ένας άνθρωπος από την οικογένεια του Λευί πήγε, και πήρε για γυναίκα μία από τις θυγατέρες τού Λευί. 2 Και η γυναίκα συνέλαβε, και γέννησε γιο· και βλέποντάς τον ότι ήταν όμορφος, τον έκρυψε τρεις μήνες. 3 Και επειδή δεν μπορούσε να τον κρύβει περισσότερο, πήρε γι' αυτόν ένα κιβώτιο σπάρτινο, και το άλειψε με άσφαλτο και πίσσα, και έβαλε το παιδί μέσα σ' αυτό, και το τοποθέτησε στο ελώδες μέρος, κοντά στην άκρη τού ποταμού. 4 Και η αδελφή του παραμόνευε από μακριά, για να δει τι θα του συνέβαινε. 5 Και η θυγατέρα τού Φαραώ κατέβηκε για να λουστεί στον ποταμό, και οι υπηρέτριές της περπατούσαν κοντά στην όχθη τού ποταμού· και όταν είδαν το κιβώτιο, στο ελώδες μέρος, έστειλε την υπηρέτριά της και το πήρε· 6 και όταν το άνοιξε, βλέπει το παιδί, και να, το νήπιο έκλαιγε· και το λυπήθηκε, λέγοντας: Από τα παιδιά των Εβραίων είν' αυτό. 7 Τότε, η αδελφή του είπε στη θυγατέρα τού Φαραώ: Θέλεις να πάω να καλέσω για σένα μια γυναίκα από τις Εβραίες που θηλάζει, για να σου θηλάσει το παιδί; 8 Και η θυγατέρα τού Φαραώ είπε σ' αυτή: Πήγαινε. Και το κοριτσάκι πήγε και κάλεσε τη μητέρα τού παιδιού. 9 Και η θυγατέρα του Φαραώ είπε σ' αυτή: Πάρε τούτο το παιδί, και να μου το θηλάζεις, κι εγώ θα σου δώσω τον μισθό σου. 10 Και η γυναίκα πήρε το παιδί, και το θήλαζε. Και αφού το παιδί μεγάλωσε, το έφερε στη θυγατέρα τού Φαραώ, και έγινε γιος της· και αποκάλεσε το όνομά του Μωυσή, λέγοντας ότι: Το ανέσυρα από το νερό. 11 Και κατά τις ημέρες εκείνες, αφού ο Μωυσής μεγάλωσε, βγήκε προς τους αδελφούς του· και παρατηρώντας τα βάρη τους, βλέπει έναν άνθρωπο Αιγύπτιο να χτυπάει έναν Εβραίο, από τους αδελφούς του. 12 Και κοιτάζοντας ολόγυρα, εδώ κι εκεί, και βλέποντας ότι δεν υπήρχε κανένας, χτύπησε τον Αιγύπτιο, και τον έκρυψε στην άμμο. 13 Και βγαίνοντας την επόμενη ημέρα, και ξάφνου, δύο άνδρες Εβραίοι διαπληκτίζονταν· και λέει σ' εκείνον που αδικούσε: Γιατί χτυπάς τον διπλανό σου; 14 Κι εκείνος είπε: Ποιος σε έβαλε άρχοντα και κριτή επάνω μας; Μήπως εσύ θέλεις να με φονεύσεις, καθώς φόνευσες τον Αιγύπτιο; Και ο Μωυσής φοβήθηκε, και είπε: Σίγουρα, αυτό το πράγμα έγινε γνωστό. 15 Και όταν ο Φαραώ άκουσε το πράγμα αυτό, ζητούσε να θανατώσει τον Μωυσή· αλλ' ο Μωυσής έφυγε από μπροστά από τον Φαραώ, και κατοίκησε στη γη Μαδιάμ· και κάθησε κοντά στο πηγάδι. 16 Και ο ιερέας τής Μαδιάμ είχε επτά θυγατέρες· που, όταν ήρθαν, άντλησαν νερό, και γέμισαν τις ποτίστρες για να ποτίσουν τα πρόβατα του πατέρα τους. 17 Και όταν ήρθαν οι βοσκοί τις έδιωξαν· και αφού ο Μωυσής σηκώθηκε τις βοήθησε, και πότισε τα πρόβατά τους. 18 Και όταν ήρθαν στον Ραγουήλ τον πατέρα τους, είπε σ' αυτές: Γιατί ήρθατε σήμερα τόσο γρήγορα; 19 Κι εκείνες είπαν: Ένας άνθρωπος Αιγύπτιος μας λύτρωσε από τα χέρια των βοσκών, κι ακόμα, άντλησε για μας νερό, και πότισε τα πρόβατα. 20 Κι εκείνος είπε στις θυγατέρες του: Και πού είναι; Γιατί αφήσατε τον άνθρωπο; Καλέστε τον για να φάει ψωμί. 21 Και ευχαριστήθηκε ο Μωυσής να κατοικεί μαζί με τον άνθρωπο· ο οποίος έδωσε στον Μωυσή για γυναίκα τη Σεπφώρα, τη θυγατέρα του. 22 Και γέννησε γιο· και αποκάλεσε το όνομά του Γηρσώμ, λέγοντας: Πάροικος είμαι σε ξένη γη. 23 ΚΑΙ ύστερα από πολύ καιρό, πέθανε ο βασιλιάς τής Αιγύπτου· και καταστέναξαν οι γιοι Ισραήλ εξαιτίας της δουλείας, και αναβόησαν· και η βοή τους ανέβηκε στον Θεό εξαιτίας της δουλείας. 24 Και ο Θεός εισάκουσε τους στεναγμούς τους· και ο Θεός θυμήθηκε τη διαθήκη του προς τον Αβραάμ, τον Ισαάκ, και τον Ιακώβ· 25 και ο Θεός έρριξε το βλέμμα του επάνω στους γιους Ισραήλ, και ο Θεός τούς ελέησε.

Έξοδος 3

1 ΚΑΙ ο Μωυσής έβοσκε τα πρόβατα του Ιοθόρ, του πεθερού του, ιερέα τής Μαδιάμ· και έφερε τα πρόβατα στο πίσω μέρος τής ερήμου, και ήρθε στο βουνό τού Θεού, το Χωρήβ. 2 Και ο άγγελος του Κυρίου φάνηκε σ' αυτόν μέσα σε φλόγα φωτιάς, από το μέσον τής βάτου, και είδε, και να, η βάτος καιγόταν από τη φωτιά, αλλ' η βάτος δεν κατακαιγόταν. 3 Και ο Μωυσής είπε: Ας στρέψω, και ας παρατηρήσω αυτό το μεγάλο θέαμα, γιατί η βάτος δεν κατακαίγεται. 4 Και καθώς ο Κύριος είδε τον Μωυσή ότι έστρεψε να παρατηρήσει, ο Θεός φώναξε σ' αυτόν μέσα από τη βάτο, και είπε: Μωυσή, Μωυσή. Και εκείνος είπε: Εδώ είμαι. 5 Και είπε: Μη πλησιάσεις εδώ· λύσε τα υποδήματά σου από τα πόδια σου· επειδή, ο τόπος επάνω στον οποίο στέκεσαι, είναι άγια γη. 6 Και του είπε: Εγώ είμαι ο Θεός τού πατέρα σου, ο Θεός τού Αβραάμ, ο Θεός τού Ισαάκ, και ο Θεός τού Ιακώβ. Και ο Μωυσής έκρυψε το πρόσωπό του· επειδή, φοβόταν να κοιτάξει στον Θεό. 7 Και ο Κύριος είπε: Είδα, είδα την ταλαιπωρία του λαού μου, που είναι στην Αίγυπτο, και άκουσα την κραυγή τους εξαιτίας των εργοδιωκτών τους· επειδή, γνώρισα την οδύνη τους· 8 και κατέβηκα για να τους ελευθερώσω, από το χέρι των Αιγυπτίων, και να τους ανεβάσω από τη γη εκείνη, σε γη καλή και ευρύχωρη, σε γη που ρέει γάλα και μέλι, στον τόπο των Χαναναίων, και των Χετταίων, και των Αμορραίων, και των Φερεζαίων, και των Ευαίων, και των Ιεβουσαίων· 9 και τώρα δες, η κραυγή των γιων Ισραήλ ήρθε σε μένα· και είδα ακόμα την κατάθλιψη, με την οποία οι Αιγύπτιοι τους καταθλίβουν· 10 έλα, λοιπόν, τώρα, και θα σε αποστείλω στον Φαραώ, και θα βγάλεις τον λαό μου, τους γιους Ισραήλ, από την Αίγυπτο. 11 Και ο Μωυσής αποκρίθηκε στον Θεό: Ποιος είμαι εγώ, για να πάω στον Φαραώ, και να βγάλω τους γιους Ισραήλ από την Αίγυπτο; 12 Και ο Θεός είπε: Επειδή, εγώ θα είμαι μαζί σου· και τούτο θα είναι σε σένα το σημείο, ότι εγώ σε απέστειλα: Αφού βγάλεις τον λαό μου από την Αίγυπτο, θα λατρεύσετε τον Θεό επάνω σε τούτο το βουνό. 13 Και ο Μωυσής είπε στον Θεό: Δες, όταν εγώ πάω στους γιους Ισραήλ, και τους πω: Ο Θεός των πατέρων σας με απέστειλε σε σας, κι εκείνοι με ρωτήσουν: Τι είναι το όνομά του; Τι θα τους πω; 14 Και ο Θεός είπε στον Μωυσή: Εγώ είμαι ο Ων· και είπε: Έτσι θα πεις στους γιους Ισραήλ: Ο Ων με απέστειλε σε σας. 15 Και ο Θεός είπε ακόμα στον Μωυσή: Έτσι θα πεις στους γιους Ισραήλ: Ο Κύριος ο Θεός των πατέρων σας, ο Θεός τού Αβραάμ, ο Θεός τού Ισαάκ, και ο Θεός τού Ιακώβ, με απέστειλε σε σας· αυτό θα είναι το όνομά μου στον αιώνα, κι αυτό θα είναι η θύμησή μου σε γενεές γενεών· 16 πήγαινε, και συγκέντρωσε τους πρεσβύτερους του Ισραήλ, και πες τους: Ο Κύριος ο Θεός των πατέρων σας, ο Θεός τού Αβραάμ, του Ισαάκ, και του Ιακώβ, φάνηκε σε μένα, λέγοντας: Σας επισκέφθηκα αληθινά, και για όσα σας κάνουν στην Αίγυπτο· 17 και είπα: Θα σας ανεβάσω από την ταλαιπωρία των Αιγυπτίων, στη γη των Χαναναίων, και των Χετταίων, και των Αμορραίων, και των Φερεζαίων, και ων Ευαίων, και των Ιεβουσαίων, σε γη που ρέει γάλα και μέλι· 18 και θα υπακούσουν στη φωνή σου· και θα πας, εσύ και οι πρεσβύτεροι του Ισραήλ, στον βασιλιά τής Αιγύπτου, και θα του πείτε: Ο Κύριος ο Θεός των Εβραίων μάς συνάντησε· τώρα, λοιπόν, άφησε να πάμε δρόμο τριών ημερών στην έρημο, για να προσφέρουμε θυσία στον Κύριο τον Θεό μας· 19 κι εγώ ξέρω ότι ο βασιλιάς τής Αιγύπτου δεν θα σας αφήσει να πάτε, παρά μόνον με χέρι δυνατό· 20 και εκτείνοντας το χέρι μου, θα πατάξω την Αίγυπτο με όλα τα θαυμάσιά μου, που θα κάνω ανάμεσά της· και ύστερα απ' αυτά θα σας εξαποστείλει· 21 και θα δώσω χάρη σ' αυτόν τον λαό μπροστά στους Αιγυπτίους· και όταν αναχωρείτε, δεν θα αναχωρήσετε αδειανοί· 22 αλλά, κάθε γυναίκα θα ζητήσει από τη γειτόνισσά της, και από τη συγκάτοικό της, ασημένια σκεύη, και χρυσά σκεύη, και ενδύματα· και θα τα βάλετε επάνω στους γιους σας, κι επάνω στις θυγατέρες σας, και θα γυμνώσετε τους Αιγυπτίους.

Έξοδος 4

1 ΚΑΙ ο Μωυσής αποκρίθηκε, και είπε: Όμως, δες, δεν θα πιστέψουν σε μένα ούτε θα ακούσουν στη φωνή μου· επειδή, θα πουν: Δεν φάνηκε ο Κύριος σε σένα. 2 Και ο Κύριος του είπε: Τι είναι αυτό που έχεις στο χέρι σου; Κι εκείνος είπε: Ράβδος. 3 Και είπε: Ρίξ' την καταγής. Και την έρριξε καταγής, και έγινε φίδι· και ο Μωυσής έφυγε από μπροστά του. 4 Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Άπλωσε το χέρι σου, και πιάσ' το από την ουρά· (και απλώνοντας το χέρι του, το έπιασε, και έγινε στο χέρι του ράβδος·) 5 για να πιστέψουν ότι φάνηκε σε σένα ο Κύριος ο Θεός των πατέρων τους, ο Θεός τού Αβραάμ, ο Θεός τού Ισαάκ, και ο Θεός τού Ιακώβ. 6 Και ο Κύριος του είπε ακόμα: Βάλε τώρα το χέρι σου στον κόρφο σου. Και έβαλε το χέρι του στον κόρφο του· και όταν το έβγαλε, να, το χέρι του ήταν λεπρό σαν χιόνι. 7 Και είπε: Βάλε πάλι το χέρι σου στον κόρφο σου. Και έβαλε το χέρι του στον κόρφο του· και όταν το έβγαλε από τον κόρφο του, να, αποκαταστάθηκε όπως η σάρκα του. 8 Και αν δεν πιστέψουν σε σένα, είπε ο Κύριος, ούτε ακούσουν στη φωνή τού πρώτου σημείου, θα πιστέψουν στη φωνή τού δεύτερου σημείου· 9 και αν δεν πιστέψουν και στα δύο αυτά σημεία, ούτε ακούσουν στη φωνή σου, θα πάρεις από το νερό του ποταμού, και θα το χύσεις επάνω στην ξηρά· και το νερό, που θα έπαιρνες από τον ποταμό, θα γίνει επάνω στην ξηρά αίμα. 10 Και ο Μωυσής είπε στον Κύριο: Παρακαλώ, Κύριε· εγώ δεν είμαι άνθρωπος του λόγου ούτε από χθες ούτε από προχθές, ούτε από τη στιγμή που μίλησες στον δούλο σου· αλλά, είμαι βραδύστομος και βραδύγλωσσος. 11 Και ο Κύριος του είπε: Ποιος έδωσε στόμα στον άνθρωπο; Ή, ποιος έκανε τον άλαλο ή τον κουφό ή εκείνον που βλέπει ή τον τυφλό; Όχι εγώ ο Κύριος; 12 Πήγαινε, λοιπόν, τώρα, κι εγώ θα είμαι μαζί με το στόμα σου, και θα σε διδάξω ό,τι πρόκειται να μιλήσεις. 13 Κι εκείνος είπε: Παρακαλώ, Κύριε, απόστειλε όποιον άλλον έχεις να αποστείλεις. 14 Και ο θυμός τού Κυρίου άναψε ενάντια στον Μωυσή· και είπε: Δεν υπάρχει ο Ααρών ο αδελφός σου ο Λευίτης; Ξέρω ότι αυτός μπορεί να μιλάει καλά· και μάλιστα, δες, βγαίνει σε συνάντησή σου, και όταν σε δει, θα χαρεί στην καρδιά του· 15 εσύ, λοιπόν, θα μιλάς σ' αυτόν, και θα βάζεις τα λόγια στο στόμα του· κι εγώ θα είμαι μαζί με το στόμα σου, και με το στόμα εκείνου, και θα σας διδάξω ό,τι πρέπει να κάνετε: 16 Κι αυτός θα μιλάει στον λαό αντί για σένα· κι αυτός θα είναι σε σένα αντί για στόμα, ενώ εσύ θα είσαι σ' αυτόν αντί για Θεός· 17 πάρε, όμως, στο χέρι σου αυτή τη ράβδο, με την οποία θα κάνεις τα σημεία. 18 ΚΑΙ ο Μωυσής αναχώρησε, και επέστρεψε στον πεθερό του τον Ιοθόρ, και του είπε: Ας πάω, παρακαλώ, κι ας επιστρέψω στους αδελφούς μου, που είναι στην Αίγυπτο, κι ας δω αν ζουν ακόμα. Και ο Ιοθόρ είπε στον Μωυσή: Πήγαινε με ειρήνη. 19 Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή στη Μαδιάμ: Πήγαινε, επίστρεψε στην Αίγυπτο· επειδή, πέθαναν όλοι οι άνθρωποι εκείνοι που ζητούσαν την ψυχή σου. 20 Τότε, παίρνοντας ο Μωυσής τη γυναίκα του, και τα παιδιά του, και αφού τα κάθισε επάνω σε γαϊδούρια, επέστρεψε στη γη της Αιγύπτου· και ο Μωυσής πήρε τη ράβδο τού Θεού στο χέρι του. 21 Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Όταν πας και επιστρέψεις στην Αίγυπτο, πρόσεξε να κάνεις μπροστά στον Φαραώ όλα τα θαυμάσια, που έδωσα στο χέρι σου· μόνον που εγώ θα σκληρύνω την καρδιά του, και δεν θα εξαποστείλει τον λαό· 22 και θα πεις στον Φαραώ: Έτσι λέει ο Κύριος· γιος μου είναι, πρωτότοκός μου, ο Ισραήλ· 23 και σε σένα λέω: Εξαπόστειλε τον γιο μου, για να με λατρεύσει· και αν δεν θέλεις να τον εξαποστείλεις, δες, εγώ θα θανατώσω τον γιο σου, τον πρωτότοκό σου. 24 Κι ενώ ο Μωυσής ήταν καθ' οδόν, στο κατάλυμα, τον συνάντησε ο Κύριος, και ζητούσε να τον θανατώσει. 25 Και η Σεπφώρα, παίρνοντας ένα κοφτερό λιθάρι, έκανε περιτομή στην ακροβυστία τού γιου της, και τον έρριξε στα πόδια του, λέγοντας: Σίγουρα νυμφίος αιμάτων είσαι σε μένα. 26 Και έφυγε απ' αυτόν· κι εκείνη είπε: Είσαι νυμφίος αιμάτων, εξαιτίας της περιτομής. 27 Και ο Κύριος είπε στον Ααρών: Πήγαινε σε συνάντηση του Μωυσή στην έρημο. Και πήγε, και τον συνάντησε στο βουνό τού Θεού, και τον φίλησε. 28 Και ο Μωυσής ανήγγειλε στον Ααρών όλα τα λόγια τού Κυρίου, που του παρήγγειλε, και όλα τα σημεία, που πρόσταξε σ' αυτόν. 29 Πήγαν, λοιπόν, ο Μωυσής και ο Ααρών, και συγκέντρωσαν όλους τους πρεσβύτερους των γιων Ισραήλ· 30 και ο Ααρών μίλησε όλα τα λόγια, που ο Κύριος είχε μιλήσει στον Μωυσή, και έκανε τα σημεία μπροστά στον λαό. 31 Και ο λαός πίστεψε· και όταν άκουσε ότι ο Κύριος επισκέφθηκε τους γιους Ισραήλ, και ότι επέβλεψε στην ταλαιπωρία τους, σκύβοντας, προσκύνησαν.

Έξοδος 5

1 ΚΑΙ ύστερα απ' αυτά, μπαίνοντας ο Μωυσής και ο Ααρών, είπαν στον Φαραώ: Έτσι λέει ο Κύριος ο Θεός του Ισραήλ· εξαπόστειλε τον λαό μου, για να γιορτάσουν σε μένα στην έρημο. 2 Και ο Φαραώ είπε: Ποιος είναι ο Κύριος, στου οποίου τη φωνή να υπακούσω, ώστε να εξαποστείλω τον Ισραήλ; Δεν γνωρίζω τον Κύριο, και ούτε θα εξαποστείλω τον Ισραήλ. 3 Κι εκείνοι είπαν: Ο Θεός των Εβραίων μάς συνάντησε· άφησε, λοιπόν, να πάμε δρόμο τριών ημερών στην έρημο, για να προσφέρουμε θυσία στον Κύριο τον Θεό μας, μήπως και έρθει εναντίον μας με θανατικό ή με μάχαιρα. 4 Και ο βασιλιάς της Αιγύπτου τούς είπε: Γιατί, Μωυσή και Ααρών, αποκόβετε τον λαό από τις εργασίες του; Πηγαίνετε στα έργα σας. 5 Και ο Φαραώ είπε: Δέστε, ο λαός τού τόπου είναι τώρα πολυπληθής, κι εσείς τους κάνετε να σταματούν από τα έργα τους. 6 Και την ίδια ημέρα ο Φαραώ πρόσταξε τους εργοδιώκτες του λαού, και τους επιτρόπους τους, λέγοντας: 7 Δεν θα δώσετε στο εξής σ' αυτόν τον λαό άχυρο, όπως χθες και προχθές, για να κάνουν τις πλίθες· ας πάνε αυτοί, κι ας μαζεύουν άχυρο για τον εαυτό τους· 8 όμως, θα τους επιβάλετε την ποσότητα των πλίθων, που έκαναν και πρώτα· και δεν θα την ελαττώσετε, καθόλου· επειδή, μένουν αργοί, και γι' αυτό φωνάζουν, λέγοντας: Άφησε να πάμε, για να προσφέρουμε θυσία στον Θεό μας· 9 ας επιβαρυνθούν οι εργασίες αυτών των ανθρώπων, για να είναι απασχολημένοι σ' αυτές και να μη προσέχουν σε μάταια λόγια. 10 Βγήκαν, λοιπόν, οι εργοδιώκτες του λαού και οι επίτροποί του, και μίλησαν στον λαό, λέγοντας: Έτσι είπε ο Φαραώ: Δεν σας δίνω άχυρο· 11 πηγαίνετε εσείς οι ίδιοι, μαζέψτε άχυρο, όπου μπορείτε να βρείτε· αλλά, τίποτε δεν θα ελαττωθεί από τις εργασίες σας. 12 Και διασπάρθηκε ο λαός σε ολόκληρη τη γη της Αιγύπτου, για να μαζεύει καλάμη αντί για άχυρο. 13 Και οι εργοδιώκτες τούς βίαζαν, λέγοντας: Τελειώνετε τις εργασίες σας, το καθορισμένο για κάθε ημέρα, όπως όταν σας δινόταν άχυρο. 14 Και μαστιγώθηκαν οι επίτροποι των γιων Ισραήλ, που ήσαν διορισμένοι επάνω τους από τους εργοδιώκτες τού Φαραώ, λέγοντας: Γιατί δεν τελειώσατε χθες και σήμερα την καθορισμένη για σας ποσότητα των πλίθων, καθώς και πρώτα; 15 Και μπαίνοντας οι επίτροποι των γιων Ισραήλ, καταβόησαν στον Φαραώ, λέγοντας: Γιατί κάνεις έτσι στους δούλους σου; 16 Άχυρο δεν δίνεται στους δούλους σου, και μας λένε: Κάντε πλίθες· και δες, μαστιγώθηκαν οι δούλοι σου· και το σφάλμα είναι του λαού σου. 17 Κι εκείνος αποκρίθηκε: Είστε οκνηροί, οκνηροί· γι' αυτό λέτε: Άφησε να πάμε να προσφέρουμε θυσία στον Κύριο· 18 πηγαίνετε, λοιπόν, τώρα, δουλεύετε· επειδή, άχυρο δεν θα σας δοθεί· θα αποδίδετε, όμως, την ίδια ποσότητα των πλίθων. 19 Και οι επίτροποι των γιων Ισραήλ έβλεπαν τον εαυτό τους σε κακή θέση, αφού τους ειπώθηκε: Δεν θα ελαττωθεί τίποτε από την καθημερινή ποσότητα των πλίθων. 20 Και βγαίνοντας από τον Φαραώ, συνάντησαν τον Μωυσή και τον Ααρών, που έρχονταν σε συνάντησή τους· 21 και τους είπαν: Ο Κύριος να σας δει, και να κρίνει· επειδή, εσείς κάνατε βδελυκτή την οσμή μας μπροστά στον Φαραώ, και μπροστά στους δούλους του, ώστε να δώσετε στα χέρια τους μάχαιρα για να μας θανατώσουν. 22 Και ο Μωυσής επέστρεψε στον Κύριο, και είπε: Κύριε, γιατί κατέθλιψες αυτόν τον λαό; Και γιατί με απέστειλες; 23 Επειδή, αφότου ήρθα στον Φαραώ να μιλήσω στο όνομά σου, κατέθλιψε αυτόν τον λαό· κι εσύ καθόλου δεν ελευθέρωσες τον λαό σου.

Έξοδος 6

1 ΚΑΙ ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Τώρα θα δεις τι θα κάνω στον Φαραώ· επειδή, με δυνατό χέρι θα τους εξαποστείλει· και με δυνατό χέρι θα τους διώξει από τη γη του. 2 Ο Θεός μίλησε ακόμα στον Μωυσή και του είπε: Εγώ είμαι ο Κύριος· 3 και φάνηκα στον Αβραάμ, στον Ισαάκ, και στον Ιακώβ, με το όνομα ο Θεός, ο Παντοκράτορας· δεν γνωρίστηκα όμως σ' αυτούς με το όνομά μου Γιαχβέ· 4 κι ακόμα έστησα σ' αυτούς τη διαθήκη μου, να τους δώσω τη γη Χαναάν, τη γη τής παροικίας τους, στην οποία παροίκησαν· 5 επιπλέον, εγώ άκουσα τους στεναγμούς των γιων Ισραήλ, για την καταδούλωσή τους από τους Αιγυπτίους· και θυμήθηκα τη διαθήκη μου· 6 γι' αυτό, πες στους γιους Ισραήλ: Εγώ είμαι ο Κύριος· και θα σας βγάλω από κάτω από τα φορτία των Αιγυπτίων, και θα σας ελευθερώσω από τη δουλεία τους, και θα σας λυτρώσω με απλωμένον βραχίονα, και με μεγάλες κρίσεις· 7 και θα σας πάρω στον εαυτό μου για λαό μου, και θα είμαι Θεός σας· και θα γνωρίσετε ότι εγώ είμαι ο Κύριος, ο Θεός σας, που σας βγάζω από κάτω από τα φορτία των Αιγυπτίων· 8 και θα σας φέρω στη γη, για την οποία ύψωσα το χέρι μου, ότι θα τη δώσω στον Αβραάμ, στον Ισαάκ, και στον Ιακώβ· καιθα σας τη δώσω για κληρονομιά. Εγώ ο Κύριος. 9 Και ο Μωυσής μίλησε μ' αυτόν τον τρόπο στους γιους Ισραήλ· αλλά, δεν εισάκουσαν στον Μωυσή, από τη στενοχώρια της ψυχής τους, και από τη σκληρή δουλεία. 10 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 11 Μπες μέσα, μίλησε στον Φαραώ, τον βασιλιά της Αιγύπτου, για να εξαποστείλει τους γιους Ισραήλ από τη γη του. 12 Και ο Μωυσής μίλησε μπροστά στον Κύριο, λέγοντας: Δες, οι γιοι Ισραήλ δεν με εισάκουσαν· και πώς θα με εισακούσει ο Φαραώ, κι εγώ είμαι απερίτμητος στα χείλη; 13 Και ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή και στον Ααρών, και τους απέστειλε στους γιους Ισραήλ, και στον Φαραώ τον βασιλιά της Αιγύπτου, για να βγάλουν τους γιους Ισραήλ από την Αίγυπτο. 14 Αυτοί είναι οι αρχηγοί των οικογενειών των πατριών τους· οι γιοι τού Ρουβήν, του πρωτότοκου του Ισραήλ, ο Ανώχ και ο Φαλλού, ο Εσρών και ο Χαρμί· αυτές είναι οι συγγένειες του Ρουβήν. 15 Και οι γιοι τού Συμεών, ο Ιεμουήλ, και ο Ιαμείν, και ο Αώδ, και ο Ιαχείν, και ο Σωάρ, και ο Σαούλ, ο γιος τής Χανανίτιδας· αυτές είναι οι συγγένειες του Συμεών. 16 Και τα ονόματα των γιων τού Λευί, σύμφωνα με τις γενεές τους, είναι αυτά: Ο Γηρσών, και ο Καάθ, και ο Μεραρί· και τα χρόνια τής ζωής τού Λευί έγιναν 137 χρόνια. 17 Οι γιοι τού Γηρσών, ο Λιβνί και ο Σεμεϊ, σύμφωνα με τις συγγένειές τους. 18 Και οι γιοι τού Καάθ, ο Αμράμ, και ο Ισαάρ, και ο Χεβρών, και ο Οζιήλ· και τα χρόνια τής ζωής τού Καάθ έγιναν 133 χρόνια. 19 Και οι γιοι τού Μεραρί, ο Μααλί, και ο Μουσί· αυτές είναι οι συγγένειες του Λευί, σύμφωνα με τις γενεές τους. 20 Και ο Αμράμ πήρε για γυναίκα του, την Ιωχαβέδ, θυγατέρα τού αδελφού τού πατέρα του· και γέννησε σ' αυτόν τον Ααρών και τον Μωυσή· και τα χρόνια τής ζωής τού Αμράμ έγιναν 137 χρόνια. 21 Και οι γιοι τού Ισαάρ, ο Κορέ, και ο Νεφέγ, και ο Ζιθρί. 22 Και οι γιοι τού Οζιήλ, ο Μισαήλ, και ο Ελισαφάν, και ο Σιθρί. 23 Και ο Ααρών πήρε για γυναίκα του την Ελισάβετ, θυγατέρα τού Αμμιναδάβ, αδελφή τού Ναασσών· και γέννησε σ' αυτόν τον Ναδάβ και τον Αβιούδ, τον Ελεάζαρ και τον Ιθάμαρ. 24 Και οι γιοι τού Κορέ, ο Ασείρ, και ο Ελκανά, και ο Αβιάσαφ· αυτές είναι οι συγγένειες των Κοριτών. 25 Και ο Ελεάζαρ, ο γιος τού Ααρών, πήρε για γυναίκα του μία από τις θυγατέρες τού Φουτιήλ· και γέννησε σ' αυτόν τον Φινεές· αυτοί είναι οι αρχηγοί των πατριών των Λευιτών, σύμφωνα με τις συγγένειές τους. 26 Αυτοί είναι ο Ααρών και ο Μωυσής, προς τους οποίους ο Κύριος είπε: Βγάλτε τούς γιους Ισραήλ από τη γη τής Αιγύπτου, σύμφωνα με τα τάγματά τους. 27 Αυτοί είναι που μίλησαν στον Φαραώ, τον βασιλιά τής Αιγύπτου, για να βγάλουν τους γιους Ισραήλ από την Αίγυπτο· αυτοί, ο Μωυσής και ο Ααρών. 28 Και την ημέρα που ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή στη γη τής Αιγύπτου, 29 ο Κύριος είπε στον Μωυσή, λέγοντας: Εγώ είμαι ο Κύριος· μίλησε στον Φαραώ, τον βασιλιά τής Αιγύπτου, και πες του όλα όσα λέω σε σένα. 30 Και ο Μωυσής είπε μπροστά στον Κύριο: Δες, εγώ είμαι απερίτμητος στα χείλη· και πώς θα με εισακούσει ο Φαραώ;

Έξοδος 7

1 ΚΑΙ ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Δες, εγώ σε κατέστησα Θεό στον Φαραώ· και ο Ααρών, ο αδελφός σου, θα είναι προφήτης σου· 2 εσύ θα μιλήσεις όλα όσα σε προστάζω· και ο Ααρών, ο αδελφός σου, θα μιλήσει στον Φαραώ, για να εξαποστείλει τους γιους Ισραήλ από τη γη του· 3 κι εγώ θα σκληρύνω την καρδιά τού Φαραώ, και θα πληθύνω τα σημεία μου και τα θαυμάσιά μου στη γη τής Αιγύπτου· 4 όμως, ο Φαραώ δεν θα σας εισακούσει· και θα επιβάλω το χέρι μου επάνω στην Αίγυπτο, και θα βγάλω τα στρατεύματά μου, τον λαό μου, τους γιους Ισραήλ, από τη γη τής Αιγύπτου, με μεγάλες κρίσεις· 5 και θα γνωρίσουν οι Αιγύπτιοι, ότι εγώ είμαι ο Κύριος, όταν απλώσω το χέρι μου επάνω στην Αίγυπτο, και βγάλω τους γιους Ισραήλ από ανάμεσά τους. 6 Και έκαναν ο Μωυσής, και ο Ααρών, καθώς ο Κύριος πρόσταξε σ' αυτούς· έτσι έκαναν. 7 Και ο Μωυσής ήταν ηλικίας 80 χρόνων, και ο Ααρών 83 χρόνων, όταν μίλησαν στον Φαραώ. 8 Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή και στον Ααρών, λέγοντας: 9 Όταν ο Φαραώ σας πει, λέγοντας: Δείξτε μου εσείς ένα θαύμα· τότε, θα πεις στον Ααρών: Πάρε τη ράβδο σου, και ρίξ' την μπροστά στον Φαραώ· και θα γίνει φίδι. 10 Μπήκαν, λοιπόν, μέσα ο Μωυσής και ο Ααρών στον Φαραώ, και έκαναν έτσι, καθώς ο Κύριος είχε προστάξει· και ο Ααρών έρριξε τη ράβδο του μπροστά στον Φαραώ, και μπροστά στους δούλους του, και έγινε φίδι. 11 Κάλεσε, όμως, και ο Φαραώ τους σοφούς και τους μάγους· και οι μάγοι τής Αιγύπτου έκαναν κι αυτοί κατά τον ίδιο τρόπο, με τις τελετουργικές επωδές τους. 12 Επειδή, έρριξαν ο καθένας τη ράβδο του, και έγιναν φίδια· η ράβδος, όμως, του Ααρών κατάπιε τις ράβδους εκείνων. 13 Και σκληρύνθηκε η καρδιά τού Φαραώ, και δεν τους εισάκουσε, καθώς ο Κύριος είχε μιλήσει. 14 ΚΑΙ ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Η καρδιά τού Φαραώ σκληρύνθηκε, ώστε να μη εξαποστείλει τον λαό· 15 πήγαινε στον Φαραώ το πρωί· να, βγαίνει προς το νερό· και θα σταθείς κοντά στην άκρη τού ποταμού, για να τον συναντήσεις· και τη ράβδο, που μεταβλήθηκε σε φίδι, θα την κρατάς στο χέρι σου· 16 και θα του πεις: Ο Κύριος, ο Θεός των Εβραίων, με απέστειλε σε σένα, λέγοντας: Εξαπόστειλε τον λαό μου, για να με λατρεύσει στην έρημο· αλλά, δες, δεν εισάκουσες μέχρι τώρα· 17 έτσι λέει ο Κύριος: Με τούτο θα γνωρίσεις, ότι εγώ είμαι ο Κύριος· πρόσεξε, με τη ράβδο, που είναι στο χέρι μου, θα χτυπήσω επάνω στα νερά τού ποταμού, και θα μεταβληθούν σε αίμα· 18 και τα ψάρια, που είναι στον ποταμό, θα ψοφήσουν, και ο ποταμός θα βρωμήσει, και οι Αιγύπτιοι θα αηδιάσουν να πιουν νερό από τον ποταμό. 19 Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Πες στον Ααρών: Πάρε τη ράβδο σου, και έκτεινε το χέρι σου προς τα νερά τής Αιγύπτου, προς τα ρυάκια τους, προς τους ποταμούς τους, προς τις λίμνες τους, και προς κάθε σύναγμα νερού δικού τους, και θα γίνουν αίμα· και σε ολόκληρη τη γη τής Αιγύπτου θα γίνει αίμα, και στα ξύλινα και τα πέτρινα σκεύη. 20 Και ο Μωυσής και ο Ααρών έκαναν έτσι, όπως ο Κύριος πρόσταξε· και σηκώνοντας ο Ααρών τη ράβδο, χτύπησε τα νερά τού ποταμού μπροστά στον Φαραώ, και μπροστά στους υπηρέτες του· και μεταβλήθηκαν σε αίμα όλα τα νερά του ποταμού. 21 Και τα ψάρια, που ήσαν μέσα στον ποταμό, ψόφησαν, και ο ποταμός βρώμησε, ώστε οι Αιγύπτιοι δεν μπορούσαν να πιουν νερό από τον ποταμό· και ήταν αίμα σε ολόκληρη τη γη τής Αιγύπτου. 22 Το ίδιο, όμως, έκαναν και οι μάγοι τής Αιγύπτου με τις τελετουργικές επωδές τους· και σκληρύνθηκε η καρδιά τού Φαραώ, και δεν τους εισάκουσε, καθώς είχε πει ο Κύριος. 23 Και όταν ο Φαραώ επέστρεψε, ήρθε στο παλάτι του, και η καρδιά του δεν έδωσε βάση ούτε σε τούτο. 24 Και όλοι οι Αιγύπτιοι, έσκαβαν ολόγυρα στον ποταμό, για να πιουν νερό, επειδή δεν μπορούσαν να πιουν από το νερό τού ποταμού. 25 Και συμπληρώθηκαν επτά ημέρες, αφότου ο Κύριος χτύπησε τον ποταμό.

Έξοδος 8

1 ΚΑΙ ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Πήγαινε στον Φαραώ, και πες του, έτσι λέει ο Κύριος, εξαπόστειλε τον λαό μου, για να με λατρεύσει· 2 και αν δεν θέλεις να τον εξαποστείλεις, πρόσεξε, εγώ θα χτυπήσω όλα τα όριά σου με βατράχια· 3 και ο ποταμός θα ξεβράσει βατράχια, τα οποία καθώς θα ανεβαίνουν θα μπουν μέσα στο παλάτι σου, και στον κοιτώνα σου, κι επάνω στο κρεβάτι σου, και στα σπίτια των υπηρετών σου, κι επάνω στον λαό σου, και στους φούρνους σου, και στις σκάφες σου· 4 κι επάνω σε σένα, κι επάνω στον λαό σου, κι επάνω σε όλους τους υπηρέτες σου, θα ανέβουν τα βατράχια. 5 Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Πες στον Ααρών: Έκτεινες το χέρι σου με τη ράβδο σου προς τα ρυάκια, προς τους ποταμούς, και προς τις λίμνες, και ανέβασε τα βατράχια επάνω στη γη τής Αιγύπτου. 6 Και ο Ααρών εξέτεινε το χέρι του επάνω στα νερά τής Αιγύπτου· και ανέβηκαν τα βατράχια, και σκέπασαν τη γη τής Αιγύπτου. 7 Και έκαναν το ίδιο οι μάγοι, με τις τελετουργικές επωδές τους, και ανέβασαν τα βατράχια επάνω στη γη της Αιγύπτου. 8 Τότε, ο Φαραώ κάλεσε τον Μωυσή και τον Ααρών, και είπε: Παρακαλέστε τον Κύριο να σηκώσει τα βατράχια από μένα, και από τον λαό μου· και θα εξαποστείλω τον λαό, για να θυσιάσουν στον Κύριο. 9 Και ο Μωυσής είπε στον Φαραώ: Καθόρισέ μου, πότε να παρακαλέσω για σένα, και για τους υπηρέτες σου, και για τον λαό σου· για να εξαλείψει τα βατράχια από σένα, και από τα σπίτια σου, και να μείνουν μόνον στον ποταμό. 10 Κι εκείνος είπε: Αύριο. Και είπε: Θα γίνει σύμφωνα με τον λόγο σου· για να γνωρίσεις, ότι δεν είναι κανένας καθώς ο Κύριος ο Θεός μας· 11 και θα σηκωθούν τα βατράχια από σένα, και από τα σπίτια σου, και από τους υπηρέτες σου, και από τον λαό σου· μόνον στον ποταμό θα μείνουν. 12 Τότε, ο Μωυσής και ο Ααρών βγήκαν από τον Φαραώ· και ο Μωυσής αναβόησε στον Κύριο για τα βατράχια, που είχε φέρει στον Φαραώ. 13 Και ο Κύριος έκανε σύμφωνα με τον λόγο τού Μωυσή· και ψόφησαν τα βατράχια από τα σπίτια, από τις επαύλεις, και από τα χωράφια. 14 Και τα μάζεψαν σωρούς-σωρούς, και βρώμησε η γη. 15 Και βλέποντας ο Φαραώ,ότι έγινε αναψυχή, σκλήρυνε την καρδιά του, και δεν τους εισάκουσε, όπως είχε μιλήσει ο Κύριος. 16 ΚΑΙ ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Πες στον Ααρών: Έκτεινε τη ράβδο σου, και χτύπα το χώμα τής γης, για να γίνει σκνίπες σε ολόκληρη τη γη τής Αιγύπτου. 17 Και έκαναν έτσι· επειδή, ο Ααρών εξέτεινε το χέρι του με τη ράβδο του, και χτύπησε το χώμα τής γης, και έγινε σκνίπες στους ανθρώπους, και στα κτήνη· όλο το χώμα τής γης έγινε σκνίπες σε ολόκληρη τη γη τής Αιγύπτου. 18 Και έκαναν το ίδιο και οι μάγοι με τις τελετουργικές επωδές τους, για να βγάλουν σκνίπες· όμως, δεν μπόρεσαν· οι σκνίπες, λοιπόν, ήσαν επάνω στους ανθρώπους κι επάνω στα κτήνη. 19 Τότε, οι μάγοι είπαν στον Φαραώ: Αυτό είναι δάκτυλος Θεού. Η καρδιά, όμως, του Φαραώ σκληρύνθηκε, και δεν τους εισάκουσε, καθώς ο Κύριος είχε μιλήσει. 20 ΚΑΙ ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Σήκω ενωρίς το πρωί, και στάσου μπροστά στον Φαραώ· να, βγαίνει προς το νερό· και πες του: Έτσι λέει ο Κύριος· εξαπόστειλε τον λαό μου για να με λατρεύσει· 21 επειδή, αν δεν εξαποστείλεις τον λαό μου, πρόσεξε, θα στείλω κυνόμυγα, επάνω σου κι επάνω στους υπηρέτες σου, κι επάνω στον λαό σου, κι επάνω στα σπίτια σου, και τα σπίτια των Αιγυπτίων, ακόμα και η γη επάνω στην οποία κατοικούν, θα γεμίσουν από κυνόμυγα· 22 όμως, εκείνη την ημέρα θα εξαιρέσω τη γη Γεσέν, στην οποία κατοικεί ο λαός μου, ώστε να μη υπάρχει εκεί καθόλου κυνόμυγα· για να γνωρίσεις ότι εγώ είμαι ο Κύριος στο μέσον τής γης· 23 και θα βάλω διαφορά ανάμεσα στον λαό μου, και στον λαό σου· αύριο θα γίνει αυτό το σημείο. 24 Και ο Κύριος έκανε έτσι· και πλήθος κυνόμυγας ήρθε στο παλάτι τού Φαραώ, και στα σπίτια των υπηρετών του, και σε ολόκληρη τη γη τής Αιγύπτου· η γη διαφθάρηκε από το πλήθος τής κυνόμυγας. 25 Και ο Φαραώ κάλεσε τον Μωυσή και τον Ααρών, και είπε: Πηγαίνετε, κάντε θυσία στον Θεό σας σ' αυτή τη γη. 26 Και ο Μωυσής είπε: Δεν είναι πρέπον να κάνουμε έτσι· επειδή, εμείς θυσιάζουμε στον Κύριο τον Θεό μας θυσίες, που οι Αιγύπτιοι βδελύσσονται· να, αν εμείς θυσιάσουμε θυσίες, που βδελύσσονται οι Αιγύπτιοι, μπροστά στα μάτια τους, δεν θα μας λιθοβολήσουν; 27 Θα πάμε δρόμο τριών ημερών στην έρημο και θα θυσιάσουμε στον Κύριο τον Θεό μας, καθώς μας είπε. 28 Τότε, ο Φαραώ είπε: Εγώ θα σας εξαποστείλω, για να θυσιάσετε στον Κύριο τον Θεό σας στην έρημο· μόνον μη πάτε πολύ μακριά· παρακαλέστε και για μένα. 29 Και ο Μωυσής είπε: Δες, εγώ βγαίνω από σένα, και θα παρακαλέσω τον Κύριο, ώστε η κυνόμυγα να σηκωθεί αύριο, από τον Φαραώ, από τους υπηρέτες του, και από τον λαό του· αλλά, ας μη εξακολουθεί ο Φαραώ να μας απατά, χωρίς να εξαποστέλλει τον λαό για να θυσιάσει στον Κύριο. 30 Τότε, ο Μωυσής βγήκε από τον Φαραώ, και παρακάλεσε τον Κύριο. 31 Και ο Κύριος έκανε σύμφωνα με τον λόγο τού Μωυσή· και σήκωσε την κυνόμυγα από τον Φαραώ, από τους υπηρέτες του, και από τον λαό του· δεν έμεινε ούτε μία. 32 Εντούτοις, ο Φαραώ σκλήρυνε κι αυτή τη φορά την καρδιά του, και δεν εξαπέστειλε τον λαό.

Έξοδος 9

1 ΚΑΙ ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Πήγαινε στον Φαραώ, και πες του: Έτσι λέει ο Κύριος, ο Θεός των Εβραίων· εξαπόστειλε τον λαό μου, για να με λατρεύσει· 2 επειδή, αν δεν θέλεις να τον εξαποστείλεις, και αν τους κρατάς ακόμα, 3 πρόσεξε, το χέρι τού Κυρίου θα είναι επάνω στα κτήνη σου, που είναι στο χωράφι, επάνω στα άλογά σου, επάνω στα γαϊδούρια, επάνω στις καμήλες, επάνω στα βόδια, κι επάνω στα πρόβατα· ένα θανατικό υπερβολικά βαρύ· 4 και ο Κύριος θα κάνει διάκριση ανάμεσα στα κτήνη τού Ισραήλ, και στα κτήνη των Αιγυπτίων· και από όλα όσα ανήκουν στους γιους Ισραήλ δεν θα ψοφήσει ούτε ένα. 5 Και ο Κύριος διόρισε καιρό, λέγοντας: Αύριο ο Κύριος θα κάνει αυτό το πράγμα στη γη. 6 Και ο Κύριος έκανε το πράγμα αυτό την επομένη, και ψόφησαν όλα τα κτήνη των Αιγυπτίων· από δε τα κτήνη των γιων Ισραήλ δεν ψόφησε ούτε ένα. 7 Και ο Φαραώ έστειλε να δουν, και να, από τα κτήνη τού Ισραήλ δεν ψόφησε ούτε ένα· όμως, η καρδιά του Φαραώ σκληρύνθηκε, και δεν εξαπέστειλε τον λαό. 8 ΤΟΤΕ, ο Κύριος είπε στον Μωυσή και στον Ααρών: Γεμίστε τα χέρια σας με στάχτη από καμίνι, και ας τη σκορπίσει ο Μωυσής προς τον ουρανό μπροστά στον Φαραώ· 9 και θα γίνει λεπτή σκόνη επάνω σε ολόκληρη τη γη τής Αιγύπτου· και θα γίνει επάνω στους ανθρώπους, κι επάνω στα κτήνη, κάψιμο που θα επιφέρει ελκώδη εξανθήματα, σε ολόκληρη τη γη τής Αιγύπτου. 10 Πήραν, λοιπόν, τη στάχτη από ένα καμίνι, και στάθηκαν μπροστά στον Φαραώ· και ο Μωυσής τη σκόρπισε προς τον ουρανό, και έγινε κάψιμο που επέφερε ελκώδη εξανθήματα επάνω στους ανθρώπους κι επάνω στα κτήνη· 11 και δεν μπορούσαν οι μάγοι να σταθούν μπροστά στον Μωυσή, εξαιτίας του καψίματος· επειδή, το κάψιμο ήταν επάνω στους μάγους, κι επάνω σε όλους τους Αιγυπτίους. 12 Και ο Κύριος σκλήρυνε την καρδιά του Φαραώ, και δεν τους εισάκουσε, όπως ο Κύριος είχε μιλήσει στον Μωυσή. 13 ΚΑΙ ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Σήκω το πρωί ενωρίς, και να παρασταθείς μπροστά στον Φαραώ και να του πεις: Έτσι λέει ο Κύριος, ο Θεός των Εβραίων· να εξαποστείλεις τον λαό μου, για να με λατρεύσει· 14 επειδή, αυτή τη φορά, εγώ στέλνω όλες μου τις πληγές επάνω στην καρδιά σου, και στους υπηρέτες σου, κι επάνω στον λαό σου· για να γνωρίσεις ότι δεν υπάρχει κανένας όμοιος με μένα σε ολόκληρη τη γη· 15 επειδή, τώρα, θα εκτείνω το χέρι μου, και θα χτυπήσω εσένα και τον λαό σου με θανατικό, και θα χαθείς από τη γη· 16 επειδή, γι' αυτό βέβαια σε διατήρησα, για να δείξω σε σένα τη δύναμή μου, και να κηρυχθεί το όνομά μου σε ολόκληρη τη γη. 17 Υψώνεις ακόμα τον εαυτό σου ενάντια στον λαό μου, ώστε να μη τον εξαποστείλεις; 18 Δες, αύριο, γύρω σ' αυτή την ώρα, θα βρέξω χαλάζι, υπερβολικά βαρύ, που ποτέ δεν έχει γίνει στη γη της Αιγύπτου, από την ημέρα που θεμελιώθηκε μέχρι σήμερα· 19 τώρα, λοιπόν, απόστειλε να συνάξεις τα κτήνη σου, και όλα όσα έχεις στα χωράφια· επειδή, κάθε άνθρωπος και ζώο, που θα βρεθεί στα χωράφια και δεν φερθεί σε σπίτι, και κατέβει επάνω τους το χαλάζι, θα ψοφήσουν. 20 Όποιος από τους υπηρέτες τού Φαραώ φοβήθηκε τον λόγο τού Κυρίου, σύναξε γρήγορα στα σπίτια τούς δούλους του, και τα κτήνη του· 21 όποιος, όμως, δεν πρόσεξε στον λόγο τού Κυρίου, άφησε τους δούλους του και τα κτήνη του στα χωράφια. 22 Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Έκτεινε το χέρι σου προς τον ουρανό, και θα γίνει χαλάζι σε ολόκληρη τη γη τής Αιγύπτου, επάνω σε ανθρώπους, κι επάνω σε κτήνη, κι επάνω σε κάθε χορτάρι του χωραφιού στη γη τής Αιγύπτου. 23 Και ο Μωυσής εξέτεινε τη ράβδο του προς τον ουρανό, και ο Κύριος έστειλε βροντές και χαλάζι, και η φωτιά διέτρεχε επάνω στη γη· και ο Κύριος έβρεξε χαλάζι επάνω στη γη τής Αιγύπτου· 24 Και ήταν χαλάζι, και φωτιά, με φλόγες μέσα στο χαλάζι, ένα χαλάζι βαρύ, που ποτέ δεν είχε γίνει επάνω σε ολόκληρη τη γη τής Αιγύπτου, από τότε που έγινε έθνος. 25 Και το χαλάζι χτύπησε σε ολόκληρη τη γη τής Αιγύπτου, κάθε τι που υπήρχε στα χωράφια, από άνθρωπο μέχρι κτήνος· και όλο το χορτάρι τού χωραφιού το χτύπησε το χαλάζι, και όλα τα δέντρα τού χωραφιού τα έσπασε. 26 Μόνον στη γη Γεσέν, όπου ήσαν οι γιοι Ισραήλ, δεν έγινε χαλάζι. 27 Τότε, ο Φαραώ, στέλνοντας κάλεσε τον Μωυσή και τον Ααρών, και τους είπε: Αυτή τη φορά αμάρτησα· ο Κύριος είναι δίκαιος· κι εγώ και ο λαός μου είμαστε ασεβείς· 28 παρακαλέστε τον Κύριο, ώστε να σταματήσουν από το να γίνονται βροντές Θεού και χαλάζι· κι εγώ θα σας εξαποστείλω, και δεν θα μείνετε πλέον. 29 Και ο Μωυσής τού είπε: Καθώς θα βγω από την πόλη, θα σηκώσω τα χέρια μου στον Κύριο· οι βροντές θα σταματήσουν και το χαλάζι δεν θα υπάρχει πλέον· για να γνωρίσεις ότι του Κυρίου είναι η γη· 30 όμως, εσύ και οι υπηρέτες σου, ξέρω ότι ακόμα δεν θα φοβηθείτε από το πρόσωπο του Κυρίου τού Θεού. 31 Και χτυπήθηκαν το λινάρι και το κριθάρι· επειδή, το κριθάρι ήταν σταχυωμένο, και το λινάρι καλαμωμένο· 32 το σιτάρι, όμως, και η βρίζα δεν χτυπήθηκαν, επειδή ήσαν όψιμα. 33 Και ο Μωυσής βγήκε από τον Φαραώ, έξω από την πόλη, και άπλωσε τα χέρια του προς τον Κύριο· και οι βροντές και το χαλάζι σταμάτησαν, και δεν έσταξε πλέον βροχή επάνω στη γη. 34 Και όταν ο Φαραώ είδε ότι σταμάτησαν η βροχή και το χαλάζι και οι βροντές, εξακολούθησε να αμαρτάνει και σκλήρυνε την καρδιά του, αυτός και οι υπηρέτες του. 35 Και η καρδιά τού Φαραώ σκληρύνθηκε, και δεν εξαπέστειλε τους γιους Ισραήλ, όπως ο Κύριος είχε μιλήσει διαμέσου του Μωυσή.

Έξοδος 10

1 ΚΑΙ ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Μπες μέσα στον Φαραώ· επειδή, εγώ σκλήρυνα την καρδιά του, και την καρδιά των υπηρετών του, για να δείξω αυτά τα σημεία μου ανάμεσά τους· 2 και για να τα διηγείσαι στ' αυτιά τού γιου σου, και στον γιο τού γιου σου, τα όσα έκανα στους Αιγυπτίους, και τα σημεία μου, όσα έκανα ανάμεσά τους, και να γνωρίσετε ότι εγώ είμαι ο Κύριος. 3 Και ο Μωυσής και ο Ααρών μπήκαν μέσα στον Φαραώ, και του είπαν: Έτσι λέει ο Κύριος, ο Θεός των Εβραίων· μέχρι πότε θα αρνείσαι να ταπεινωθείς μπροστά μου; Εξαπόστειλε τον λαό μου για να με λατρεύσει· 4 επειδή, αν δεν θέλεις να εξαποστείλεις τον λαό μου, πρόσεξε, αύριο θα φέρω ακρίδα επάνω στα όριά σου· 5 και θα σκεπάσει το πρόσωπο της γης, ώστε να μη μπορεί κάποιος να δει τη γη· και θα καταφάει το υπόλοιπο, εκείνο που διασώθηκε, όσο σας άφησε το χαλάζι, και θα καταφάει όλα τα δέντρα, εκείνα που φύονται σε σας από τα χωράφια· 6 και θα γεμίσουν απ' αυτή τα σπίτια σου, και τα σπίτια όλων των υπηρετών σου, και τα σπίτια όλων των Αιγυπτίων· κάτι που δεν είδαν οι πατέρες σου ούτε οι πατέρες των πατέρων σου, από την ημέρα που υπήρξαν επάνω στη γη μέχρι σήμερα. Έπειτα, αφού στράφηκε, βγήκε από τον Φαραώ. 7 Και οι υπηρέτες τού Φαραώ τού είπαν: Μέχρι πότε αυτός θα είναι πρόσκομμα σε μας; Εξαπόστειλε τους ανθρώπους, για να λατρεύσουν τον Κύριο τον Θεό τους· ακόμα, δεν ξέρεις, ότι αφανίστηκε η Αίγυπτος; 8 Τότε, ξανάφεραν τον Μωυσή και τον Ααρών στον Φαραώ· και τους είπε: Πηγαίνετε, λατρεύστε τον Κύριο τον Θεό σας· αλλά, ποιοι και ποιοι θα πάτε; 9 Και ο Μωυσής είπε: Μαζί με τους νέους μας και μαζί με τους γέροντές μας θα πάμε, μαζί με τους γιους μας και μαζί με τις θυγατέρες μας, μαζί με τα πρόβατά μας και μαζί με τα βόδια μας θα πάμε· επειδή, έχουμε γιορτή στον Κύριο. 10 Κι εκείνος τούς είπε: Έτσι ας είναι ο Κύριος μαζί σας, καθώς εγώ θα σας εξαποστείλω μαζί με τα παιδιά σας· κοιτάξτε· επειδή, μπροστά σας βρίσκεται κακό· 11 όχι έτσι, πηγαίνετε τώρα οι άνδρες, και λατρεύστε τον Κύριο, επειδή, αυτό ζητάτε. Και ο Φαραώ τούς έβγαλε από μπροστά του. 12 Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Έκτεινε το χέρι σου επάνω στη γη τής Αιγύπτου για την ακρίδα, για να ανέβει επάνω στη γη τής Αιγύπτου, και να καταφάει όλο το χορτάρι τής γης, κάθε τι που άφησε το χαλάζι. 13 Και ο Μωυσής εξέτεινε τη ράβδο του επάνω στη γη της Αιγύπτου, και ο Κύριος έφερε επάνω στη γη όλη εκείνη την ημέρα και όλη τη νύχτα, ανατολικόνάνεμο· και το πρωί ο ανατολικός άνεμος έφερε την ακρίδα. 14 Και η ακρίδα ανέβηκε επάνω σε ολόκληρη τη γη της Αιγύπτου, και κάθησε επάνω σε όλα τα όρια της Αιγύπτου, πολλή, σε υπερβολικό βαθμό· τέτοια ακρίδα, πριν απ' αυτή, δεν υπήρξε ούτε θα υπάρξει τέτοια ύστερα απ' αυτή· 15 και σκέπασε το πρόσωπο ολόκληρης της γης, και σκοτείνιασε η γη· και κατέφαγε όλο το χορτάρι τής γης, και όλους τους καρπούς των δέντρων, όσους άφησε το χαλάζι, και δεν έμεινε τίποτε χλωρό ούτε στα δέντρα ούτε στα χόρτα τού χωραφιού, σε ολόκληρη τη γη τής Αιγύπτου. 16 Τότε, ο Φαραώ έσπευσε να καλέσει τον Μωυσή και τον Ααρών, και είπε: Αμάρτησα στον Κύριο τον Θεό σας, και σε σας· 17 αλλά, τώρα, συγχώρησέ μου, παρακαλώ, το αμάρτημά μου, μόνον αυτή τη φορά, και παρακαλέστε τον Κύριο τον Θεό σας για να σηκώσει από μένα αυτόν τον θάνατο μόνον. 18 Και ο Μωυσής βγήκε από τον Φαραώ, και παρακάλεσε τον Κύριο. 19 Και ο Κύριος μετέφερε ισχυρότατον δυτικό άνεμο, που σήκωσε την ακρίδα, και την έρριξε στην Ερυθρά Θάλασσα· δεν έμεινε ούτε μία ακρίδα επάνω σε όλα τα όρια της Αιγύπτου. 20 Εντούτοις, ο Κύριος σκλήρυνε την καρδιά τού Φαραώ, και δεν εξαπέστειλε τους γιους Ισραήλ. 21 ΚΑΙ ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Έκτεινε το χέρι σου προς τον ουρανό, και θα γίνει σκοτάδι επάνω στη γη τής Αιγύπτου, μάλιστα σκοτάδι ψηλαφητό. 22 Και ο Μωυσής εξέτεινε το χέρι του προς τον ουρανό, και έγινε πυκνό σκοτάδι επάνω σε ολόκληρη τη γη τής Αιγύπτου, για τρεις ημέρες. 23 Δεν έβλεπε ο ένας τον άλλον· ούτε σηκώθηκε κανείς από τον τόπο του για τρεις ημέρες· όμως,σε όλους τους γιους Ισραήλ ήταν φως στις κατοικίες τους. 24 Τότε, ο Φαραώ κάλεσε τον Μωυσή, και είπε: Πηγαίνετε, λατρεύστε τον Κύριο· μόνον τα πρόβατά σας και τα βόδια σας ας μείνουν· και τα παιδιά σας ας έρθουν μαζί σας. 25 Και ο Μωυσής είπε: Μα, πρέπει εσύ να μας δώσεις και θυσίες και ολοκαυτώματα, για να θυσιάσουμε στον Κύριο τον Θεό μας· 26 και τα κτήνη μας θάρθουν μαζί μας· δεν θα μείνει πίσω μας ούτε νύχι· επειδή, απ' αυτά πρέπει να πάρουμε, για να λατρεύσουμε τον Κύριο τον Θεό μας· κι εμείς δεν ξέρουμε με τι έχουμε να λατρεύσουμε τον Κύριο, μέχρις ότου να φτάσουμε εκεί. 27 Αλλά, ο Κύριος σκλήρυνε την καρδιά τού Φαραώ, και δεν θέλησε να τους εξαποστείλει. 28 Και ο Φαραώ τού είπε: Φύγε από μένα· πρόσεχε στον εαυτό σου, μη δεις πλέον το πρόσωπό μου· επειδή, την ημέρα κατά την οποία θα δεις το πρόσωπό μου, θα πεθάνεις. 29 Και ο Μωυσής είπε: Όπως είπες, δεν θα δω πλέον το πρόσωπό σου.

Έξοδος 11

1 ΚΑΙ ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Ακόμα μία πληγή θα φέρω επάνω στον Φαραώ, κι επάνω στη γη τής Αιγύπτου· ύστερα απ' αυτά θα σας εξαποστείλει από εδώ· εξαποστέλλοντάς σας, βέβαια και θα σας διώξει από εδώ ολοκληρωτικά· 2 μίλησε τώρα στ' αυτιά τού λαού, και ας ζητήσει κάθε άνδρας από τον γείτονά του, και κάθε γυναίκα από τη γειτόνισσά της, σκεύη ασημένια, και σκεύη χρυσά. 3 Και ο Κύριος έδωσε χάρη στον λαό μπροστά στους Αιγυπτίους· ακόμα και ο άνθρωπος, ο Μωυσής, ήταν μέγας σε υπερβολικό βαθμό στη γη της Αιγύπτου, μπροστά στους υπηρέτες του Φαραώ, και μπροστά στον λαό. 4 ΚΑΙ ο Μωυσής είπε: Έτσι λέει ο Κύριος· γύρω στα μεσάνυχτα, εγώ θα βγω στο μέσον της Αιγύπτου. 5 Και κάθε πρωτότοκο στη γη τής Αιγύπτου θα πεθάνει, από το πρωτότοκο του Φαραώ, που κάθεται επάνω στον θρόνο του, μέχρι το πρωτότοκο της δούλης, που δουλεύει στον μύλο, και κάθε πρωτότοκο των κτηνών· 6 και σε ολόκληρη τη γη τής Αιγύπτου θα υπάρξει μεγάλη κραυγή, τέτοια που δεν έγινε ποτέ ούτε θα γίνει τέτοια ύστερα απ' αυτά· 7 σε όλους, όμως, τους γιους Ισραήλ σκύλος δεν θα κουνήσει τη γλώσσα του, από άνθρωπο μέχρι κτήνος· για να γνωρίσετε ότι, ο Κύριος έκανε διάκριση ανάμεσα στους Αιγυπτίους και τον Ισραήλ· 8 και όλοι αυτοί οι δούλοι σου θα κατέβουν σε μένα, και θα προσπέσουν μπροστά μου, λέγοντας: Βγες έξω, εσύ και ολόκληρος ο λαός που σε ακολουθεί· και ύστερα απ' αυτά θα βγω έξω. Και βγήκε ο Μωυσής από τον Φαραώ με μεγάλον θυμό. 9 ΚΑΙ ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Δεν θα σας εισακούσει ο Φαραώ, για να πληθύνουν τα θαυμάσιά μου στη γη τής Αιγύπτου. 10 Και ο Μωυσής και ο Ααρών έκαναν όλα τα θαυμάσια αυτά μπροστά στον Φαραώ· και ο Κύριος σκλήρυνε την καρδιά τού Φαραώ, και δεν εξαπέστειλε τους γιους Ισραήλ από τη γη του.

Έξοδος 12

1 ΚΑΙ ο Κύριος είπε στον Μωυσή και στον Ααρών στη γη τής Αιγύπτου, λέγοντας: 2 Ο μήνας αυτός θα είναι σε σας αρχή μηνών· θα είναι σε σας ο πρώτος από τους μήνες τού χρόνου. 3 Να μιλήσετε σε ολόκληρη τη συναγωγή τού Ισραήλ, λέγοντας: Τη δέκατη ημέρα αυτού του μήνα ας πάρουν για τον εαυτό τους κάθε ένας ένα αρνί, σύμφωνα με τις οικογένειες των πατριών τους, ένα αρνί για κάθε οικογένεια. 4 Αν, όμως, εκείνοι που είναι στην οικογένεια είναι λιγοστοί για το αρνί, αυτός και ο γείτονάς του, που είναι πλησιέστερος στο σπίτι του, ας το πάρουν σύμφωνα με τον αριθμό των ψυχών· κάθε ένας θα συγκαταριθμείται για το αρνί, ανάλογα με όσο του χρειάζεται να φάει. 5 Και το αρνί σας θα είναι τέλειο, αρσενικό, χρονιάρικο· από τα πρόβατα ή από τις κατσίκες θα το πάρετε. 6 Και θα το διαφυλάττε μέχρι τη 14η ημέρα τού ίδιου μήνα· και τότε, ολόκληρο το πλήθος τής συναγωγής τού Ισραήλ θα το σφάξει προς την εσπέρα. 7 Και θα πάρουν από το αίμα και θα βάλουν επάνω στους δύο παραστάτες, κι επάνω στο ανώφλι τής θύρας των σπιτιών, όπου θα το φάνε. 8 Και θα φάνε το κρέας εκείνη τη νύχτα, ψητό στη φωτιά· με άζυμα, και με χόρτα πικρά, θα το φάνε· 9 μη φάτε απ' αυτό ωμό ούτε βραστό σε νερό, αλλά ψητό σε φωτιά· το κεφάλι του μαζί με τα πόδια του και μαζί με τα εντόσθιά του· 10 και μη αφήσετε υπόλοιπο απ' αυτό μέχρι το πρωί· και ό,τι περισσεύσει απ' αυτό μέχρι το πρωί, κάψτε το στη φωτιά. 11 Και θα το φάτε ως εξής· ζωσμένοι τις οσφύες σας, έχοντας τα υποδήματά σας στα πόδια σας, και τη ράβδο σας στο χέρι σας· και θα το φάτε με βιασύνη· είναι Πάσχα τού Κυρίου. 12 Επειδή, αυτή τη νύχτα θα περάσω μέσα από τη γη τής Αιγύπτου, και θα χτυπήσω κάθε πρωτότοκο στη γη τής Αιγύπτου, από άνθρωπο μέχρι κτήνος· και θα κάνω κρίσεις ενάντια σε όλους τους θεούς τής Αιγύπτου. Εγώ ο Κύριος. 13 Και το αίμα θα είναι σε σας για σημείο επάνω στα σπίτια σας, στα οποία κατοικείτε· και όταν δω το αίμα, θα σας παρατρέξω, και η πληγή δεν θα είναι σε σας για να σας εξολοθρεύσει, όταν χτυπήσω τη γη τής Αιγύπτου. 14 Και η ημέρα αυτή θα είναι σε σας σε ενθύμηση· και θα γιορτάσετε αυτή τη γιορτή στον Κύριο στις γενεές σας· ως έναν παντοτινό νόμο θα τη γιορτάζετε. 15 Θα τρώτε άζυμα επτά ημέρες· από την πρώτη ημέρα θα σηκώσετε το προζύμι από τα σπίτια σας· επειδή, όποιος φάει ένζυμα από την πρώτη μέχρι την έβδομη ημέρα, η ψυχή εκείνη θα εξολοθρευτεί από τον Ισραήλ. 16 Και κατά την πρώτη ημέρα θα είναι άγια σύναξη· και κατά την έβδομη ημέρα θα είναι άγια σύναξη σε σας· καμιά εργασία δεν θα γίνεται σ' αυτές, εκτός από εκείνο που χρειάζεται σε κάθε άνθρωπο για να φάει· μόνον αυτό θα κάνετε. 17 Θα φυλάξετε, λοιπόν, τη γιορτή των αζύμων· επειδή, αυτή την ίδια ημέρα θα βγάλω τα τάγματά σας από τη γη τής Αιγύπτου· γι' αυτό, ως έναν παντοτινό νόμο θα φυλάττε αυτή την ημέρα στις γενεές σας· 18 αρχίζοντας από τη 14η ημέρα τού μήνα, από την εσπέρα, θα τρώτε άζυμα, μέχρι την 21η ημέρα τού μήνα την εσπέρα· 19 για επτά ημέρες δεν θα βρίσκεται προζύμι στα σπίτια σας· επειδή, όποιος φάει ένζυμα, εκείνη η ψυχή θα εξολοθρευτεί από τη συναγωγή τού Ισραήλ, είτε ξένος είναι είτε αυτόχθονας· 20 κανένα ένζυμο δεν θα φάτε· σε όλες τις κατοικίες σας, άζυμα θα τρώτε. 21 ΤΟΤΕ, ο Μωυσής κάλεσε όλους τους πρεσβύτερους του Ισραήλ, και τους είπε: Διαλέξτε και πάρτε για τον εαυτό σας ένα αρνί, σύμφωνα με τις οικογένειές σας, και θυσιάστε το το Πάσχα· 22 έπειτα, πάρτε μια δέσμη από ύσσωπο, και βουτήξτε την στο αίμα, που θα είναι σε μια λεκάνη· και από το αίμα που θα είναι μέσα στη λεκάνη, χτυπήστε το ανώφλι και τους δύο παραστάτες των θυρών· και κανένας από σας δεν θα βγει έξω από τη θύρα τού σπιτιού του μέχρι το πρωί· 23 επειδή, ο Κύριος θα περάσει για να χτυπήσει τους Αιγυπτίους· και όταν δει το αίμα επάνω στο ανώφλι και επάνω στους δύο παραστάτες, ο Κύριος θα παρατρέξει τη θύρα, και δεν θα αφήσει τον εξολοθρευτή να μπει μέσα στα σπίτια σας, για να χτυπήσει. 24 Και θα φυλάξετε αυτό το πράγμα ως νόμον, στον εαυτό σου και στους γιους σου, μέχρι τον αιώνα. 25 Και όταν μπείτε μέσα στη γη, που ο Κύριος θα σας δώσει, όπως είπε, θα φυλάξετε αυτή τη λατρεία. 26 Και όταν σας λένε οι γιοι σας: Τι σημαίνει σε σας αυτή η λατρεία; 27 Θα αποκρίνεστε: Αυτό είναι η θυσία τού Πάσχα στον Κύριο, επειδή παρέτρεξε τα σπίτια των γιων Ισραήλ στην Αίγυπτο, όταν χτύπησε τους Αιγυπτίους, και έσωσε τα σπίτια μας. Τότε ο λαός, σκύβοντας, προσκύνησε. 28 Και όταν αναχώρησαν οι γιοι Ισραήλ, έκαναν όπως ο Κύριος πρόσταξε στον Μωυσή και στον Ααρών· έτσι έκαναν. 29 Και γύρω στα μεσάνυχτα, ο Κύριος χτύπησε κάθε πρωτότοκο στη γη της Αιγύπτου· από το πρωτότοκο του Φαραώ, που κάθεται επάνω στον θρόνο του, μέχρι το πρωτότοκο του αιχμαλώτου, που είναι στη φυλακή· και όλα τα πρωτότοκα των κτηνών. 30 Και ο Φαραώ σηκώθηκε τη νύχτα, αυτός, και όλοι οι υπηρέτες του, και όλοι οι Αιγύπτιοι· και μεγάλη κραυγή έγινε στην Αίγυπτο· επειδή, δεν υπήρχε σπίτι στο οποίο δεν υπήρχε και ένας νεκρός. 31 Και κάλεσε τον Μωυσή και τον Ααρών μέσα στη νύχτα, και είπε: Σηκωθείτε, βγείτε μέσα από τον λαό μου, κι εσείς, και οι γιοι τού Ισραήλ· και πηγαίνετε, να λατρεύσετε τον Κύριο, καθώς είπατε· 32 και πάρτε τα κοπάδια σας, και τις αγέλες σας, καθώς είπατε, και φύγετε· ευλογήστε, όμως, και μένα. 33 Και οι Αιγύπτιοι βίαζαν τον λαό, για να τον βγάλουν γρήγορα έξω από τον τόπο· επειδή, είπαν: Όλοι εμείς πεθαίνουμε. 34 Και ο λαός σήκωσε το ζυμάρι του, πριν φουσκώσει, έχοντας ο καθένας τη σκάφη του επάνω στους ώμους του, τυλιγμένη στα φορέματά του. 35 Και οι γιοι τού Ισραήλ έκαναν σύμφωνα με τον λόγο τού Μωυσή, και ζήτησαν από τους Αιγυπτίους ασημένια σκεύη, και χρυσά σκεύη, και ενδύματα· 36 και ο Κύριος έδωσε στον λαό χάρη μπροστά στους Αιγυπτίους, και δάνεισαν σ' αυτούς όσα τους ζήτησαν· και γύμνωσαν τους Αιγυπτίους. 37 ΚΑΙ οι γιοι Ισραήλ αναχώρησαν από τη Ραμεσσή προς τη Σοκχώθ, πεζοί, 600.000 άνδρες περίπου, χωρίς τα παιδιά. 38 Μαζί τους ανέβηκε κι ένα μεγάλο σύμμικτο πλήθος ανθρώπων, και κοπάδια και αγέλες, πολλά κτήνη σε υπερβολικό βαθμό. 39 Και από τη ζύμη, που έφεραν από την Αίγυπτο, έψησαν άζυμα ψωμιά στη στάχτη, επειδή δεν υπήρχε προζύμι, και επειδή εκδιώχθηκαν από την Αίγυπτο, και δεν μπόρεσαν να καθυστερήσουν ούτε καιπροετοίμασαν εφόδιο για τον εαυτό τους. 40 Και ο καιρός της παροικίας των γιων Ισραήλ, που παροίκησαν στην Αίγυπτο, ήταν 430 χρόνια. 41 Και μετά τα 430 χρόνια, την ίδια εκείνη ημέρα, βγήκαν όλα τατάγματα του Κυρίου από τη γη τής Αιγύπτου. 42 Αυτή είναι η νύχτα, που πρέπει να φυλάγεται στον Κύριο, επειδή τους έβγαλε από τη γη τής Αιγύπτου· αυτή είναι η νύχτα εκείνη του Κυρίου, που πρέπει να φυλάγεται από όλους τους γιους Ισραήλ, στις γενεές τους. 43 ΚΑΙ ο Κύριος είπε στον Μωυσή και τον Ααρών: Αυτός είναι ο νόμος τού Πάσχα· κανένας αλλογενής δεν θα φάει απ' αυτό· 44 και κάθε δούλος αγορασμένος με αργύρια, αφού περιτμηθεί, τότε θα φάει απ' αυτό· 45 και ο ξένος και ο μισθωτός δεν θα φάνε απ' αυτό. 46 Μέσα στο ίδιο το σπίτι θα φαγωθεί· από το κρέας δεν θα φέρετε έξω από το σπίτι, και κόκαλο δεν θα σπάσετε απ' αυτό. 47 Ολόκληρη η συναγωγή τού Ισραήλ θα το κάνει. 48 Και αν κάποιος ξένος, που παροικεί μαζί σου, θέλει να κάνει το Πάσχα στον Κύριο, ας περιτμηθούν όλα τα αρσενικά του, και τότε ας πλησιάσει για να το κάνει· και θα είναι όπως ο αυτόχθονας της γης· επειδή, κανένας απερίτμητος δεν θα φάει απ' αυτό. 49 Ο ίδιος νόμος θα είναι για τον αυτόχθονα, και για τον ξένο, που παροικεί μεταξύ σας. 50 ΚΑΙ όλοι οι γιοι τού Ισραήλ έκαναν όπως ο Κύριος πρόσταξε στον Μωυσή και στον Ααρών· έτσι έκαναν. 51 Και εκείνη την ίδια ημέρα έβγαλε ο Κύριος τους γιους Ισραήλ από τη γη τής Αιγύπτου, σύμφωνα με τα τάγματά τους.

Έξοδος 13

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 2 Καθιέρωσε σε μένα κάθε πρωτότοκο, που διανοίγει κάθε μήτρα ανάμεσα στους γιους Ισραήλ, από άνθρωπο μέχρι κτήνος· δικό μου είναι αυτό. 3 Και ο Μωυσής είπε στον λαό: Να έχετε στη μνήμη σας αυτή την ημέρα, κατά την οποία βγήκατε από την Αίγυπτο, από οίκο δουλείας· επειδή, ο Κύριος με δυνατό χέρι σάς έβγαλε από εκεί· κανένας δεν θα φάει ένζυμα. 4 Σήμερα βγαίνετε έξω κατά τον μήνα Αβίβ. 5 Όταν, λοιπόν, ο Κύριος σε φέρει στη γη των Χαναναίων, και των Χετταίων, και των Αμορραίων, και των Ευαίων, και των Ιεβουσαίων, που ορκίστηκε στους πατέρες σου ότι θα σου τη δώσει, γη που ρέει γάλα και μέλι, τότε θα κάνεις αυτή τη λατρεία, κατά τον μήνα αυτόν. 6 Θα τρως άζυμα επτά ημέρες· και κατά την έβδομη ημέρα θα είναι γιορτή στον Κύριο. 7 Άζυμα θα τρώγωνται τις επτά ημέρες· και δεν θα φανεί κοντά σου ένζυμο ούτε θα φανεί κοντά σου προζύμι, σε όλα τα όριά σου. 8 Και κατά την ημέρα εκείνη θα αναγγείλεις στον γιο σου, λέγοντας: Αυτό γίνεται για εκείνο που ο Κύριος έκανε σε μένα, όταν βγήκα από την Αίγυπτο. 9 Και τούτο θα είναι σε σένα για σημείο επάνω στο χέρι σου, και για ενθύμηση ανάμεσα στα μάτια σου, για να είναι ο νόμος τού Κυρίου στο στόμα σου· επειδή, με δυνατό χέρι ο Κύριος σε έβγαλε από την Αίγυπτο. 10 Θα τηρείς, λοιπόν, αυτόν τον νόμο στην εποχή του, κάθε χρόνο. 11 Και όταν ο Κύριος σε φέρει στη γη των Χαναναίων, καθώς ορκίστηκε σε σένα και στους πατέρες σου, και σου τη δώσει, 12 τότε θα αποχωρίσεις για τον Κύριο κάθε ένα που ανοίγει τη μήτρα, και κάθε πρωτότοκο των ζώων σου όσα έχεις· τα αρσενικά θα είναι του Κυρίου. 13 Και κάθε πρωτότοκο γαϊδουριού θα το εξαγοράζεις με ένα αρνί· και αν δεν το εξαγοράσεις, τότε θα το αποκεφαλίσεις· και κάθε πρωτότοκο ανθρώπου ανάμεσα στους γιους σου θα το εξαγοράζεις. 14 Και όταν στο μέλλον ο γιος σου σε ρωτήσει, λέγοντας: Τι είναι αυτό; Θα του πεις: Με δυνατό χέρι ο Κύριος μας έβγαλε από την Αίγυπτο, από οίκο δουλείας· 15 και όταν ο Φαραώ επέμεινε στο να μη μας εξαποστείλει, ο Κύριος θανάτωσε κάθε πρωτότοκο στη γη τής Αιγύπτου, από πρωτότοκο ανθρώπου μέχρι πρωτότοκο κτήνους· γι' αυτό, θυσιάζω στον Κύριο κάθε αρσενικό, που ανοίγει τη μήτρα, και κάθε πρωτότοκο των γιων μου το εξαγοράζω. 16 Κι αυτό θα είναι για σημείο, επάνω στο χέρι σου και για προμετωπίδιο ανάμεσα στα μάτια σου· επειδή, με δυνατό χέρι ο Κύριος μας έβγαλε από την Αίγυπτο. 17 ΚΑΙ όταν ο Φαραώ εξαπέστειλε τον λαό, ο Θεός δεν τους οδήγησε διαμέσου του δρόμου τής γης των Φιλισταίων, αν και ήταν ο συντομότερος· επειδή, ο Θεός είπε: Μήπως ο λαός, βλέποντας τον πόλεμο, μεταμεληθεί και επιστρέψει στην Αίγυπτο. 18 Αλλ' ο Θεός περιέφερε τον λαό διαμέσου του δρόμου τής ερήμου προς την Ερυθρά Θάλασσα· και ανέβηκαν οι γιοι Ισραήλ από τη γη τής Αιγύπτου εξοπλισμένοι. 19 Και ο Μωυσής πήρε μαζί του τα κόκαλα του Ιωσήφ· επειδή, είχε ορκίσει τους γιους Ισραήλ με όρκο, λέγοντας: Ο Θεός, βέβαια, θα σας επισκεφθεί· και θα ανεβάσετε τα κόκαλά μου από εδώ μαζί σας. 20 Και όταν αναχώρησαν από τη Σοκχώθ, στρατοπέδευσαν στην Εθάμ, προς τα άκρα τής ερήμου. 21 Και ο Κύριος πορευόταν μπροστά απ' αυτούς, την ημέρα σε στύλο νεφέλης, για να τους οδηγεί στον δρόμο· και τη νύχτα, σε στύλο φωτιάς, για να τους φέγγει· ώστε να οδοιπορούν ημέρα και νύχτα· 22 δεν απομάκρυνε μπροστά από τον λαό τον στύλο τής νεφέλης την ημέρα ούτε τον στύλο τής φωτιάς τη νύχτα.

Έξοδος 14

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 2 Πες στους γιους Ισραήλ, να στραφούν και να στρατοπεδεύσουν απέναντι από την Πι-αϊρώθ, ανάμεσα στη Μιγδώλ και τη θάλασσα, κατάντικρυ στη Βέελ-σεφών· κατάντικρυ σ' αυτή θα στρατοπεδεύσετε, κοντά στη θάλασσα· 3 επειδή, ο Φαραώ θα πει για τους γιους Ισραήλ: Αυτοί περιπλανιούνται στη γη· η έρημος τους περιέκλεισε· 4 κι εγώ θα σκληρύνω την καρδιά τού Φαραώ, ώστε να καταδιώξει καταπίσω τους· και θα δοξαστώ επάνω στον Φαραώ, κι επάνω σε ολόκληρο το στράτευμά του· και οι Αιγύπτιοι θα γνωρίσουν ότι εγώ είμαι ο Κύριος. Έτσι και έκαναν. 5 Και αναγγέλθηκε στον βασιλιά τής Αιγύπτου ότι ο λαός έφυγε· και η καρδιά τού Φαραώ και των υπηρετών του μεταβλήθηκε ενάντια στον λαό, και είπαν: Γιατί το κάναμε αυτό, ώστε να εξαποστείλουμε τον Ισραήλ, και να μη μας δουλεύει πλέον; 6 Έζευξε, λοιπόν, την άμαξά του, και παρέλαβε τον λαό του μαζί του· 7 πήρε και 600 εκλεκτές άμαξες, και όλες τις άμαξες της Αιγύπτου, και έβαλε επάνω σε όλε αυτές αρχηγούς. 8 Και ο Κύριος σκλήρυνε την καρδιά τού Φαραώ, του βασιλιά τής Αιγύπτου, και καταδίωξε καταπίσω από τους γιους Ισραήλ· και οι γιοι Ισραήλ έβγαιναν με χέρι υψηλό. 9 Και καταδίωξαν οι Αιγύπτιοι καταπίσω τους, όλα τα άλογα, οι άμαξες του Φαραώ, και οι καβαλάρηδές του και το στράτευμά του· και τους έφτασαν, καθώς ήσαν στρατοπεδευμένοι κοντά στη θάλασσα, απέναντι από την Πι-αϊρώθ, κατάντικρυ στη Βέελ-σεφών. 10 Και όταν ο Φαραώ πλησίασε, οι γιοι Ισραήλ ύψωσαν τα μάτια τους, και να, οι Αιγύπτιοι έρχονταν καταπίσω τους· και φοβήθηκαν υπερβολικά· και αναβόησαν οι γιοι Ισραήλ προς τον Κύριο. 11 Και είπαν στον Μωυσή: Επειδή δεν υπήρχαν μνήματα στην Αίγυπτο, μας έβγαλες για να πεθάνουμε στην έρημο; Γιατί μας το έκανες αυτό, και μας έβγαλες από την Αίγυπτο; 12 Δεν είναι αυτός ο λόγος που σου είπαμε στην Αίγυπτο, λέγοντας: Άφησέ μας, και ας δουλεύουμε τους Αιγυπτίους; Επειδή, ήταν καλύτερα σε μας να δουλεύουμε τους Αιγυπτίους, παρά να πεθάνουμε στην έρημο. 13 Και ο Μωυσής είπε στον λαό: Μη φοβάστε· σταθείτε, και βλέπετε τη σωτηρία τού Κυρίου, που θα κάνει σε σας σήμερα· επειδή, τους Αιγυπτίους, που είδατε σήμερα, δεν θα τους δείτε πλέον, ποτέ· 14 ο Κύριος θα πολεμήσει για σας· κι εσείς θα μένετε ήσυχοι. 15 Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Τι βοάς σε μένα; Πες στους γιους Ισραήλ να ξεκινήσουν· 16 κι εσύ ύψωσε τη ράβδο σου, και έκτεινε το χέρι σου προς τη θάλασσα, και σχίσε τη θάλασσα στα δύο, και ας περάσουν οι γιοι Ισραήλ διαμέσου ξηράς στο μέσον της θάλασσας· 17 κι εγώ, πρόσεξε, θα σκληρύνω την καρδιά των Αιγυπτίων, και θα μπουν μέσα πίσω απ' αυτούς· και θα δοξαστώ επάνω στον Φαραώ, κι επάνω σε ολόκληρο το στράτευμά του, επάνω στις άμαξές του, κι επάνω στους καβαλάρηδές του· 18 και θα γνωρίσουν οι Αιγύπτιοι ότι εγώ είμαι ο Κύριος, όταν δοξαστώ επάνω στον Φαραώ, επάνω στις άμαξές του, κι επάνω τους καβαλάρηδές του. 19 Τότε, ο άγγελος του Θεού, που προπορευόταν από το στράτευμα του Ισραήλ, σηκώθηκε, και ήρθε πίσω τους· και ο στύλος τής νεφέλης σηκώθηκε από μπροστά τους, και στάθηκε πίσω τους· 20 και ήρθε ανάμεσα στο στράτευμα των Αιγυπτίων και στο στράτευμα του Ισραήλ· και σ' εκείνους μεν ήταν σύννεφο που σκοτείνιαζε, σε τούτους όμως που φώτιζε, τη νύχτα· ώστε το ένα δεν πλησίασε το άλλο, ολόκληρη τη νύχτα. 21 Και ο Μωυσής εξέτεινε το χέρι του προς τη θάλασσα· και ο Κύριος έκανε τη θάλασσα να συρθεί όλη εκείνη τη νύχτα, από δυνατόν ανατολικό άνεμο, και έκανε τη θάλασσα ξηρά, και τα νερά διαχωρίστηκαν. 22 Και μπήκαν μέσα οι γιοι Ισραήλ, στο μέσον της θάλασσας, προς το ξερό μέρος, και τα νερά ήσαν σ' αυτούς τείχος από τα δεξιά και από τα αριστερά τους. 23 Και οι Αιγύπτιοι καταδίωξαν και μπήκαν καταπίσω τους, όλα τα άλογα του Φαραώ, οι άμαξές του, και οι καβαλάρηδές του, στο μέσον της θάλασσας. 24 Και κατά την πρωινή φυλακή, ο Κύριος κοίταξε από επάνω από τον στύλο τής φωτιάς και της νεφέλης προς τον στρατό των Αιγυπτίων, και συντάραξε τον στρατό των Αιγυπτίων· 25 και έβγαλε τους τροχούς των αμαξών τους, ώστε σέρνονταν με δυσκολία· και οι Αιγύπτιοι είπαν: Ας φύγουμε μπροστά από τον Ισραήλ, επειδή ο Κύριος πολεμάει τους Αιγυπτίους, για χάρη τους. 26 Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Έκτεινε το χέρι σου προς τη θάλασσα, και ας ξαναγυρίσουν τα νερά επάνω στους Αιγυπτίους, επάνω στις άμαξές τους, κι επάνω στους καβαλάρηδές τους. 27 Και ο Μωυσής εξέτεινε το χέρι του προς τη θάλασσα· και η θάλασσα επανέλαβε την ορμή της γύρω στα ξημερώματα· και οι Αιγύπτιοι, φεύγοντας, τη συνάντησαν· και ο Κύριος κατέστρεψε τους Αιγυπτίους στο μέσον της θάλασσας· 28 επειδή, τα νερά, καθώς ξαναγύρισαν, σκέπασαν τις άμαξες, και τους καβαλάρηδες, ολόκληρο το στράτευμα του Φαραώ, που είχε μπει μέσα καταπίσω τους στη θάλασσα· δεν έμεινε απ' αυτούς ούτε ένας. 29 Και οι γιοι Ισραήλ πέρασαν διαμέσου ξηράς, στο μέσον της θάλασσας. Και τα νερά ήσαν σ' αυτούς τοίχος από δεξιά τους, και από αριστερά τους. 30 Και ο Κύριος έσωσε κατά την ημέρα εκείνη τον Ισραήλ από το χέρι των Αιγυπτίων· και ο Ισραήλ είδε τους Αιγυπτίους νεκρούς στην άκρη τής θάλασσας. 31 Και ο Ισραήλ είδε το μεγάλο εκείνο έργο, που ο Κύριος έκανε επάνω στους Αιγυπτίους· και ο λαός φοβήθηκε τον Κύριο, και πίστεψε στον Κύριο, και στον Μωυσή, τον υπηρέτη του.

Έξοδος 15

1 ΤΟΤΕ, έψαλε ο Μωυσής και οι γιοι Ισραήλ τούτο το τραγούδι, προς τον Κύριο, και είπαν τα λόγια: Ας ψάλλω στον Κύριο· επειδή, δοξάστηκε με δόξα· έρριξε το άλογο και τον καβαλάρη του στη θάλασσα. 2 Ο Κύριος είναι η δύναμή μου και το τραγούδι μου, και στάθηκε η σωτηρία μου· αυτός είναι Θεός μου, και θα τον δοξάσω· ο Θεός τού πατέρα μου, και θα τον υψώσω. 3 Ο Κύριος είναι δυνατός πολεμιστής· το όνομά του είναι Κύριος. 4 Έρριξε τις άμαξες του Φαραώ και το στράτευμά του στη θάλασσα· και οι εκλεκτοί του πολέμαρχοι καταποντίστηκαν στην Ερυθρά Θάλασσα. 5 Οι άβυσσοι τους σκέπασαν· καταβυθίστηκαν σαν πέτρα στα βάθη. 6 Το δεξί σου χέρι, Κύριε, δοξάστηκε σε δύναμη· το δεξί σου χέρι, Κύριε, σύντριψε τον εχθρό. 7 Και με το μέγεθος της υπεροχής σου εξολόθρευσες τους ενάντιους σε σένα· εξαπέστειλες την οργή σου, και τους κατέφαγε σαν καλάμη. 8 Και με την πνοή τού θυμού σου τα νερά σωριάστηκαν μαζί· τα κύματα στάθηκαν σαν σωρός, οι άβυσσοι έπηξαν στο μέσον της θάλασσας. 9 Ο εχθρός είπε: Θα καταδιώξω, θα καταφτάσω, θα διαμοιραστώ τα λάφυρα· η ψυχή μου θα χορτάσει επάνω τους· θα σύρω το μαχαίρι μου, το χέρι μου θα τους αφανίσει. 10 Φύσηξες με τον άνεμό σου, και η θάλασσα τους σκέπασε· καταβυθίστηκαν σαν μολύβι στα φοβερά νερά. 11 Ποιος είναι, Κύριε, όμοιός σου, ανάμεσα στους θεούς; Ποιος είναι όμοιός σου, ένδοξος σε αγιότητα, θαυμαστός σε ύμνους, που ενεργεί τεράστια; 12 Άπλωσες το δεξί σου χέρι, και η γη τούς κατάπιε. 13 Με το έλεός σου οδήγησες αυτόν τον λαό, που τον λύτρωσες· τον οδήγησες με τη δύναμή σου προς την κατοικία τής αγιότητάς σου. 14 Οι λαοί θα ακούσουν, και θα φρίξουν· πόνοι θα κατακυριεύσουν τους κατοίκους τής Παλαιστίνης. 15 Τότε, οι ηγεμόνες τού Εδώμ θα εκπλαγούν· τρόμος θα καταλάβει τους άρχοντες του Μωάβ· όλοι οι κάτοικοι της Χαναάν θα λιώσουν. 16 Φόβος και τρόμος θα πέσει επάνω τους· από το μέγεθος του βραχίονά σου θα απολιθωθούν, μέχρις ότου περάσει ο λαός σου, Κύριε, μέχρις ότου περάσει ο λαός αυτός, που απέκτησες. 17 Θα τους φέρεις μέσα, και θα τους φυτέψεις στο βουνό τής κληρονομιάς σου, στον τόπο, Κύριε, που ετοίμασες για κατοικία σου, το αγιαστήριο, Κύριε, που τα χέρια σου έστησαν. 18 Ο Κύριος θα βασιλεύει στους αιώνες των αιώνων. 19 ΕΠΕΙΔΗ, τα άλογα του Φαραώ μπήκαν μέσα στη θάλασσα μαζί με τις άμαξές του και μαζί με τους καβαλάρηδές του, και ο Κύριος έστρεψε επάνω τους τα νερά τής θάλασσας· και οι γιοι Ισραήλ πέρασαν διαμέσου ξηράς, στο μέσον της θάλασσας. 20 ΚΑΙ η Μαριάμ, η προφήτισσα, η αδελφή τού Ααρών, πήρε το τύμπανο στο χέρι της, και όλες οι γυναίκες βγήκαν πίσω απ' αυτή με τύμπανα και χορούς. 21 Και η Μαριάμ ανταποκρινόταν σ' αυτούς, λέγοντας: Ψάλλτε στον Κύριο· επειδή, δοξάστηκε με δόξα· το άλογο και τον καβαλάρη του έρριξε στη θάλασσα. 22 ΤΟΤΕ, ο Μωυσής σήκωσε τους Ισραηλίτες από την Ερυθρά Θάλασσα, και βγήκαν στην έρημο Σουρ· και περπατούσαν τρεις ημέρες στην έρημο, και δεν έβρισκαν νερό. 23 Και από εκεί ήρθαν στη Μερρά· δεν μπορούσαν, όμως, να πιουν από τα νερά τής Μερράς, επειδή ήσαν πικρά· γι' αυτό και ονομάστηκε Μερρά. 24 Και ο λαός γόγγυζε ενάντια στον Μωυσή, λέγοντας: Τι θα πιούμε; 25 Και ο Μωυσής βόησε στον Κύριο· και ο Κύριος του έδειξε ένα ξύλο, που όταν το έρριξε στα νερά, τα νερά γλύκαναν. Εκεί τους έδωσε παραγγελία και διάταγμα· κι εκεί τους δοκίμασε· 26 και είπε: Αν ακούσεις επιμελώς τη φωνή τού Κυρίου τού Θεού σου, και πράττεις το αρεστό στα μάτια του, και δώσεις ακρόαση στις εντολές του, και φυλάξεις όλα τα προστάγματά του, δεν θα φέρω επάνω σου καμιά από τις αρρώστιες, που έφερα ενάντια στους Αιγυπτίους· επειδή, εγώ είμαι ο Κύριος, που σε θεραπεύω. 27 ΕΠΕΙΤΑ, ήρθαν στην Αιλείμ, όπου ήσαν 12 πηγές νερών, και 70 δέντρα φοινίκων· και εκεί στρατοπέδευσαν, κοντά στα νερά.

Έξοδος 16

1 ΚΑΙ σηκώθηκαν από την Αιλείμ· και ολόκληρη η συναγωγή των γιων Ισραήλ ήρθε στην έρημο Σιν, που είναι ανάμεσα στην Αιλείμ και το Σινά, τη 15η ημέρα τού δεύτερου μήνα, αφού βγήκαν από τη γη τής Αιγύπτου. 2 Και ολόκληρη η συναγωγή των γιων Ισραήλ γόγγυζε ενάντια στον Μωυσή και ενάντια στον Ααρών στην έρημο. 3 Και οι γιοι Ισραήλ είπαν σ' αυτούς: Είθε να πεθαίναμε κάτω από το χέρι τού Κυρίου στη γη τής Αιγύπτου, όταν καθόμασταν κοντά στα καζάνια τού κρέατος, και όταν τρώγαμε ψωμί μέχρι χορτασμού! Επειδή, μας βγάλατε σ'αυτή την έρημο, για να θανατώσετε με την πείνα ολόκληρη αυτή τη συναγωγή. 4 Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Δες, θα βρέξω σε σας ψωμί από τον ουρανό· και θα βγαίνει ο λαός και θα μαζεύει κάθε ημέρα αυτό που αρκεί στην ημέρα, για να τους δοκιμάσω, αν θα περπατάνε στον νόμο μου ή όχι· 5 και την έκτη ημέρα ας ετοιμάζουν εκείνο που θα έφερναν μέσα, και ας είναι διπλάσιο εκείνου που μαζεύουν κάθε ημέρα. 6 Και ο Μωυσής και ο Ααρών είπαν σε όλους τούς γιους Ισραήλ: Την εσπέρα θα γνωρίσετε ότι ο Κύριος σας έβγαλε από τη γη τής Αιγύπτου· 7 και το πρωί θα δείτε τη δόξα τού Κυρίου, καθόσον άκουσε τους γογγυσμούς σας ενάντια στον Κύριο· επειδή, εμείς τι είμαστε ώστε να γογγύζετε εναντίον μας; 8 Και ο Μωυσής είπε: Αυτό θα γίνει, όταν ο Κύριος την εσπέρα σάς δώσει κρέας να φάτε, και το πρωί ψωμί μέχρι χορτασμού· επειδή, ο Κύριος άκουσε τους γογγυσμούς σας, που γογγύζετε ενάντια σ' αυτόν· και, τι είμαστε εμείς; Οι γογγυσμοί σας δεν είναι εναντίον μας, αλλά ενάντια στον Κύριο. 9 Και ο Μωυσής είπε στον Ααρών: Πες σε ολόκληρη τη συναγωγή των γιων Ισραήλ: Πλησιάστε μπροστά στον Κύριο· επειδή, άκουσε τους γογγυσμούς σας. 10 Κι ενώ ο Ααρών μιλούσε σε ολόκληρη τη συναγωγή των γιων Ισραήλ, έστρεψαν το πρόσωπο προς την έρημο, και να, η δόξα τού Κυρίου φάνηκε μέσα στη νεφέλη. 11 Και ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 12 Άκουσα τους γογγυσμούς των γιων Ισραήλ· μίλησέ τους, λέγοντας: Την εσπέρα θα φάτε κρέας, και το πρωί θα χορτάσετε από ψωμιά, και θα γνωρίσετε, ότι εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας. 13 Και την εσπέρα ανέβηκαν ορτύκια, και σκέπασαν το στρατόπεδο· και το πρωί, σε όλα τα γύρω τού στρατοπέδου ήταν ένα στρώμα δρόσου. 14 Και αφού το στρώμα της δρόσου ανέβηκε, να, επάνω στο πρόσωπο της ερήμου ήταν κάτι λεπτό, στρογγυλό, λεπτό σαν πάχνη επάνω στη γη. 15 Και όταν οι γιοι Ισραήλ το είδαν, είπαν αναμεταξύ τους: Τι είναι αυτό; Επειδή, δεν ήξεραν τι ήταν. Και ο Μωυσής τούς είπε: Αυτό είναι το ψωμί, που ο Κύριος σας δίνει για να φάτε· 16 αυτός είναι ο λόγος που ο Κύριος πρόσταξε: Μαζέψτε κάθε ένας απ' αυτό όσο χρειάζεται για να φάει, ένα γομόρ κατ' άτομο, σύμφωνα με τον αριθμό των ψυχών σας· πάρτε ο καθένας για τους ομοσκήνους του. 17 Έτσι και έκαναν οι γιοι Ισραήλ, και μάζεψαν άλλος πολύ και άλλος λίγο. 18 Και όταν μέτρησαν με το γομόρ, όποιος είχε μαζέψει πολύ, δεν έπαιρνε περισσότερο· και όποιος είχε μαζέψει λίγο, δεν έπαιρνε λιγότερο· κάθε ένας έπαιρνε όσο χρειαζόταν σ' αυτόν για τροφή. 19 Και ο Μωυσής τούς είπε: Ας μη αφήνει κανένας υπόλοιπο απ' αυτό μέχρι το πρωί. 20 Όμως, δεν υπάκουσαν στον Μωυσή· αλλά, μερικοί άφησαν υπόλοιπο απ' αυτό μέχρι το πρωί, και γέννησε σκουλήκια, και βρώμησε· και ο Μωυσής θύμωσε εναντίον τους. 21 Και το μάζευαν κάθε ημέρα το πρωί, κάθε ένας όσο χρειαζόταν για τροφή του· και όταν ο ήλιος θέρμαινε διαλυόταν. 22 Την έκτη ημέρα, όμως, μάζευαν διπλάσια τροφή, δύο γομόρ αντί για ένα· και όλοι οι άρχοντες της συναγωγής ήρθαν, και το ανήγγειλαν στον Μωυσή. 23 Κι εκείνος τούς είπε: Αυτό είναι που ο Κύριος είπε· αύριο είναι σάββατο, άγια ανάπαυση στον Κύριο· ψήστε ό,τι έχετε να ψήσετε, και βράστε ό,τι έχετε να βράσετε· και όλο εκείνο που περισσεύει αποταμιεύστε το για τον εαυτό σας για να διαφυλάγεται μέχρι το πρωί. 24 Και το αποταμίευσαν μέχρι το πρωί, καθώς ο Μωυσής πρόσταξε· και δεν βρώμησε ούτε έγινε σκουλήκι σ' αυτό. 25 Και ο Μωυσής είπε: Φάτε το σήμερα· επειδή, σήμερα είναι σάββατο στον Κύριο· σήμερα δεν θα το βρείτε στην πεδιάδα· 26 έξι ημέρες θα το μαζεύετε· κατά την έβδομη ημέρα, όμως, κατά το σάββατο, κατά την ημέρα αυτή δεν θα βρίσκεται. 27 Μερικοί, όμως, από τον λαό βγήκαν την έβδομη ημέρα για να μαζέψουν, αλλά δεν βρήκαν. 28 Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Μέχρι πότε δεν θέλετε να φυλάττε τις εντολές μου, και τους νόμους μου; 29 Δέστε ότι ο Κύριος έδωσε σε σας το σάββατο, γι' αυτό την έκτη ημέρα σάς δίνει ψωμί δύο ημερών· καθήστε κάθε ένας στον τόπο του· ας μη βγαίνει κανένας από τον τόπο του την έβδομη ημέρα. 30 Και την έβδομη ημέρα ο λαός έκανε κατάπαυση. 31 Και ο οίκος τού Ισραήλ αποκάλεσε το όνομά του Μαν· και ήταν όμοιο με σπόρο κοριάνδρου, άσπρο· και η γεύση του, σαν πλακούντιο με μέλι. 32 Και ο Μωυσής είπε: Αυτός είναι ο λόγος που ο Κύριος πρόσταξε· γεμίστε απ' αυτό ένα γομόρ, για να φυλάγεται στις γενεές σας, για να βλέπουν το ψωμί με το οποίο σας έθρεψα στην έρημο, αφού σας έβγαλα από τη γη τής Αιγύπτου. 33 Και ο Μωυσής είπε στον Ααρών: Πάρε μία στάμνα και βάλε μέσα σ' αυτή ένα γομόρ γεμάτο από μάννα, και βάλ' την μπροστά στον Κύριο, για να φυλάγεται στις γενεές σας. 34 Και ο Ααρών την έβαλε μπροστά στο Μαρτύριο, για να φυλάγεται, καθώς ο Κύριος πρόσταξε στον Μωυσή. 35 Και οι γιοι Ισραήλ έτρωγαν το μάννα για 40 χρόνια, μέχρις ότου ήρθαν σε κατοικημένη γη· έτρωγαν το μάννα, μέχρις ότου ήρθαν στα σύνορα της γης Χαναάν. 36 Και το γομόρ είναι το ένα δέκατο του εφά.

Έξοδος 17

1 ΚΑΙ ολόκληρη η συναγωγή των γιων Ισραήλ σηκώθηκε από την έρημο Σιν, ακολουθώντας τις οδοιπορίες τους, σύμφωνα με την προσταγή τού Κυρίου, και στρατοπέδευσαν στη Ραφιδείν· όπου δεν υπήρχε νερό για να πιει ο λαός. 2 Και μιλούσαν προσβλητικά ενάντια στον Μωυσή, λέγοντας: Δώσε μας νερό για να πιούμε. Και ο Μωυσής είπε σ' αυτούς: Γιατί μιλάτε προσβλητικά εναντίον μου; Γιατί πειράζετε τον Κύριο; 3 Και ο λαός δίψασε εκεί για νερό· και ο λαός γόγγυζε ενάντια στον Μωυσή, λέγοντας: Γιατί γίνεται αυτό; Μας ανέβασες από την Αίγυπτο, για να θανατώσεις εμάς, και τα παιδιά μας, και τα κτήνη μας με τη δίψα; 4 Και ο Μωυσής βόησε στον Κύριο, λέγοντας: Τι να κάνω σε τούτο τον λαό; Λίγο μένει να με λιθοβολήσουν. 5 Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Πέρασε μπροστά από τον λαό, και πάρε μαζί σου από τους πρεσβύτερους του Ισραήλ· και τη ράβδο σου, με την οποία χτύπησες τον ποταμό, να το πάρεις στο χέρι σου, και να πας· 6 δες, εγώ θα σταθώ εκεί μπροστά σου, επάνω στην πέτρα στο Χωρήβ, και θα χτυπήσεις την πέτρα, και θα βγει απ' αυτή νερό για να πιει ο λαός. Έτσι και έκανε ο Μωυσής μπροστά στους πρεσβύτερους του Ισραήλ. 7 Και αποκάλεσε το όνομα του τόπου Μασσά, και Μεριβά, για την προσβολή των γιων Ισραήλ, και επειδή πείραξαν τον Κύριο, λέγοντας: Είναι ο Κύριος ανάμεσά μας ή όχι; 8 ΤΟΤΕ, ήρθε ο Αμαλήκ, και πολέμησε με τον Ισραήλ στη Ραφιδείν. 9 Και ο Μωυσής είπε στον Ιησού: Διάλεξε για μας άνδρες, και βγαίνοντας, πολέμησε με τον Αμαλήκ· αύριο, εγώ θα σταθώ επάνω στην κορυφή τού βουνού, κρατώντας στο χέρι μου τη ράβδο τού Θεού. 10 Και ο Ιησούς έκανε όπως του είπε ο Μωυσής και πολέμησε με τον Αμαλήκ· και ο Μωυσής, ο Ααρών, και ο Ωρ ανέβηκαν επάνω στην κορυφή τού βουνού. 11 Και όταν ο Μωυσής ύψωνε το χέρι του, ο Ισραήλ νικούσε· και όταν κατέβαζε το χέρι του, ο Αμαλήκ νικούσε. 12 Και τα χέρια τού Μωυσή είχαν βαρύνει· γι' αυτό, αφού πήραν μια πέτρα, την έβαλαν από κάτω του, και κάθησε επάνω σ' αυτή· και ο Ααρών και ο Ωρ, ένας από το ένα μέρος, και ένας από το άλλο, υποβάσταζαν τα χέρια του· και τα χέρια του έμεναν στηριγμένα μέχρι τη δύση τού ήλιου. 13 Και ο Ιησούς κατέστρεψε τον Αμαλήκ, και τον λαό του, με μάχαιρα. 14 Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Γράψ' το αυτό σε βιβλίο προς ενθύμηση, και παράδωσέ το στ' αυτιά του Ιησού· ότι θα εξαλείψω εξάπαντος τη μνήμη του Αμαλήκ(·15α) από τον ουρανό. 15 Και ο Μωυσής οικοδόμησε εκεί ένα θυσιαστήριο, και αποκάλεσε το όνομά του Ιεοβά Νισσί· 16 και είπε: Επειδή υψώθηκε χέρι ενάντια στον θρόνο τού Κυρίου, πόλεμος του Κυρίου θα είναι προς τον Αμαλήκ από γενεά σε γενεά.

Έξοδος 18

1 ΚΑΙ ο Ιοθόρ, ο ιερέας της Μαδιάμ, ο πεθερός τού Μωυσή, άκουσε όλα όσα έκανε ο Θεός στον Μωυσή και στον Ισραήλ, τον λαό του, ότι ο Κύριος έβγαλε τον Ισραήλ από την Αίγυπτο· 2 και ο Ιοθόρ, ο πεθερός τού Μωυσή, πήρε τη Σεπφώρα, τη γυναίκα τού Μωυσή, που είχε στείλει πίσω, 3 και τους δύο γιους της, από τους οποίους το όνομα του ενός ήταν Γηρσώμ, επειδή, είχε πει: Πάροικος στάθηκα σε ξένη γη· 4 και του άλλου το όνομα ήταν Ελιέζερ, επειδή, είχε πει: Ο Θεός του πατέρα μου στάθηκε βοηθός μου, και με έσωσε από τη μάχαιρα του Φαραώ· 5 και ο Ιοθόρ, ο πεθερός του Μωυσή, ήρθε προς τον Μωυσή, μαζί με τους γιους του, και μαζί με τη γυναίκα του, στην έρημο όπου ήταν στρατοπεδευμένος στο βουνό του Θεού· 6 και ανήγγειλε στον Μωυσή: Εγώ ο Ιοθόρ, ο πεθερός σου, έρχομαι σε σένα, και η γυναίκα σου, και οι δύο γιοι της, μαζί της. 7 Και ο Μωυσής βγήκε σε συνάντηση του πεθερού του, και τον προσκύνησε, και τον φίλησε· και ρώτησαν ο ένας τον άλλον για την υγεία τους και μπήκαν στη σκηνή. 8 Και ο Μωυσής διηγήθηκε στον πεθερό του όλα όσα ο Κύριος έκανε στον Φαραώ και στους Αιγυπτίους υπέρ του Ισραήλ, όλους τους μόχθους, που συνέβησαν σ' αυτούς στον δρόμο, και τους ελευθέρωσε ο Κύριος. 9 Και χάρηκε ο Ιοθόρ υπερβολικά για όλα τα αγαθά, όσα ο Κύριος έκανε στον Ισραήλ, που τον ελευθέρωσε από το χέρι των Αιγυπτίων. 10 Και ο Ιοθόρ είπε: Ευλογητός ο Κύριος, που σας ελευθέρωσε από το χέρι των Αιγυπτίων, και από το χέρι τού Φαραώ· που ελευθέρωσε τον λαό του κάτω από το χέρι των Αιγυπτίων· 11 τώρα γνωρίζω ότι ο Κύριος είναι μέγας περισσότερο από όλους τους θεούς· επειδή, στο πράγμα, για το οποίο υπερηφανεύτηκαν, στάθηκε ανώτερός τους. 12 Έπειτα, ο Ιοθόρ, ο πεθερός τού Μωυσή πήρε ολοκαυτώματα και θυσίες για να προσφέρει στον Θεό· και ήρθε ο Ααρών και όλοι οι πρεσβύτεροι του Ισραήλ, να φάνε ψωμί μαζί με τον πεθερό τού Μωυσή, μπροστά στον Θεό. 13 Και την επόμενη ημέρα ο Μωυσής κάθησε για να κρίνει τον λαό· και ο λαός στεκόταν μπροστά στον Μωυσή από το πρωί μέχρι την εσπέρα. 14 Και βλέποντας ο πεθερός τού Μωυσή όλα όσα έκανε στον λαό, είπε: Τι είναι αυτό το πράγμα, που κάνεις στον λαό; Γιατί εσύ κάθεσαι μόνος, και ολόκληρος ο λαός στέκεται μπροστά σου από το πρωί μέχρι την εσπέρα; 15 Και ο Μωυσής είπε στον πεθερό του: Επειδή, ο λαός έρχεται σε μένα για να ρωτήσει τον Θεό· 16 όταν έχουν κάποια υπόθεση, έρχονται σε μένα, κι εγώ κρίνω ανάμεσα στον έναν και τον άλλον· και τους δείχνω τα προστάγματα του Θεού, και τους νόμους του. 17 Και ο πεθερός τού Μωυσή τού είπε: Δεν είναι καλό το πράγμα που κάνεις· 18 βέβαια, κι εσύ θα αποκάνεις, κι αυτός ο λαός, που είναι μαζί σου· επειδή, το πράγμα είναι πολύ βαρύ για σένα· δεν μπορείς να το κάνεις μόνος· 19 άκουσε,λοιπόν, τη φωνή μου· θα σε συμβουλεύσω, και ο Θεός να είναι μαζί σου: Εσύ μεν να είσαι μπροστά στον Θεό υπέρ του λαού, για να αναφέρεις τις υποθέσεις στον Θεό· 20 και να τους διδάσκεις τα προστάγματα και τους νόμους, και να τους δείχνεις τον δρόμο στον οποίο πρέπει να περπατούν και τα έργα που πρέπει να πράττουν· 21 και να διαλέξεις από ολόκληρο τον λαό άνδρες άξιους, που φοβούνται τον Θεό, άνδρες φιλαλήθεις, που μισούν τη φιλαργυρία· και βάλ' τους επάνω σ' αυτούς ως χιλίαρχους, εκατόνταρχους, πεντηκόνταρχους, και δέκαρχους· 22 και ας κρίνουν τον λαό πάντοτε· και κάθε μεν μεγάλη υπόθεση, ας την αναφέρουν σε σένα· κάθε μικρή υπόθεση, όμως, ας την κρίνουν αυτοί· έτσι θα ανακουφιστείς, και θα σηκώνουν το βάρος μαζί σου· 23 αν κάνεις αυτό το πράγμα, και ο Θεός σε προστάζει το ίδιο, τότε θα μπορέσεις να αντέξεις, κι ακόμα ολόκληρος αυτός ο λαός θα φτάσει στον τόπο του με ειρήνη. 24 Και ο Μωυσής άκουσε τη φωνή τού πεθερού του, και έκανε όλα όσα του είπε. 25 Και ο Μωυσής διάλεξε από ολόκληρο τον Ισραήλ άνδρες άξιους, και τους έβαλε αρχηγούς επάνω στον λαό, χιλίαρχους, εκατόνταρχους, πεντηκόνταρχους, και δέκαρχους· 26 και έκριναν τον λαό σε κάθε χρονική περίοδο· τις μεν δύσκολες υποθέσεις τις ανέφεραν στον Μωυσή, κάθε όμως μικρή υπόθεση την έκριναν αυτοί. 27 Έπειτα, ο Μωυσής πρόπεμψε τον πεθερό του, και αναχώρησε στη γη του.

Έξοδος 19

1 ΚΑΤΑ τον τρίτο μήνα τής εξόδου των γιων Ισραήλ από την Αίγυπτο, αυτή την ημέρα, ήρθαν στην έρημο Σινά. 2 Και σηκώθηκαν από τη Ραφιδείν, και ήρθαν στην έρημο Σινά και στρατοπέδευσαν στην έρημο· και εκεί ο Ισραήλ κατασκήνωσε απέναντι στο βουνό. 3 Και ο Μωυσής ανέβηκε στον Θεό· και τον κάλεσε ο Κύριος από το βουνό, λέγοντας: Έτσι θα πεις στον οίκο Ιακώβ, και θα αναγγείλεις στους γιους Ισραήλ· 4 εσείς είδατε όσα έκανα στους Αιγυπτίους, και σας σήκωσα σαν επάνω σε φτερούγες αετού, και σας έφερα προς τον εαυτό μου· 5 τώρα, λοιπόν, αν πραγματικά υπακούσετε στη φωνή μου, και φυλάξετε τη διαθήκη μου, θα είστε σε μένα ο εκλεκτός λαός από όλους τους λαούς· επειδή, δική μου είναι ολόκληρη η γη· 6 κι εσείς θα είστε σε μένα βασίλειο ιεράτευμα, και έθνος άγιο. Αυτά είναι τα λόγια, που θα πεις στους γιους Ισραήλ. 7 Και ο Μωυσής ήρθε, και κάλεσε τους πρεσβύτερους του λαού, και έβαλε μπροστά τους, όλα εκείνα τα λόγια, που ο Κύριος τον πρόσταξε. 8 Και ολόκληρος ο λαός αποκρίθηκε ομόφωνα, λέγοντας: Όλα όσα είπε ο Κύριος, θα τα πράξουμε. Και ο Μωυσής ανέφερε στον Κύριο τα λόγια τού λαού. 9 Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Να, εγώ έρχομαι σε σένα μέσα σε πυκνή νεφέλη, για να ακούσει ο λαός όταν μιλήσω σε σένα, κι ακόμα να πιστεύει σε σένα πάντοτε. Και ο Μωυσής ανήγγειλε στον Κύριο τα λόγια τού λαού. 10 Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Πήγαινε στον λαό, και αγίασέ τους σήμερα και αύριο, κι ας πλύνουν τα ενδύματά τους· 11 κι ας είναι έτοιμοι για την τρίτη ημέρα· επειδή, κατά την τρίτη ημέρα θα κατέβει ο Κύριος επάνω στο βουνό Σινά, μπροστά σε ολόκληρο τον λαό· 12 και θα βάλεις όρια ολόγυρα στον λαό, λέγοντας: Προσέχετε στον εαυτό σας μη ανεβείτε στο βουνό ή αγγίξετε στις άκρες του· όποιος αγγίξει το βουνό, θα θανατωθεί εξάπαντος· 13 δεν θα αγγίξει σ' αυτόν χέρι, επειδή, με πέτρες θα λιθοβοληθεί ή με βέλη θα κατατοξευθεί· είτε ζώο είναι είτε άνθρωπος, δεν θα ζήσει. Όταν η σάλπιγγα ηχήσει, τότε θα ανέβουν επάνω στο βουνό. 14 Και ο Μωυσής κατέβηκε από το βουνό στον λαό, και αγίασε τον λαό· και έπλυναν τα ενδύματά τους. 15 Και είπε στον λαό: Γίνεστε έτοιμοι για την τρίτη ημέρα· μη πλησιάσετε σε γυναίκα. 16 Και την τρίτη ημέρα, το πρωί, έγιναν βροντές και αστραπές, κι ένα πυκνό σύννεφο ήταν επάνω στο βουνό, και μια φωνή σάλπιγγας υπερβολικά δυνατή· και ολόκληρος ο λαός, που ήταν στο στρατόπεδο, έτρεμε. 17 Τότε, ο Μωυσής έβγαλε τον λαό έξω από το στρατόπεδο, σε συνάντηση του Θεού· και στάθηκαν κάτω από το βουνό. 18 Και το βουνό Σινά κάπνιζε ολόκληρο· επειδή, ο Κύριος κατέβηκε μέσα σε φωτιά επάνω σ' αυτό· και ο καπνός του ανέβαινε ως καπνός από καμίνι, και ολόκληρο το βουνό σειόταν υπερβολικά. 19 Και όταν η φωνή τής σάλπιγγας προχωρούσε αυξανόμενη υπερβολικά, ο Μωυσής μιλούσε, και ο Θεός αποκρινόταν σ' αυτόν με φωνή. 20 Και κατέβηκε ο Κύριος επάνω στο βουνό Σινά, επάνω στην κορυφή τού βουνού· και ο Κύριος κάλεσε τον Μωυσή επάνω στην κορυφή τού βουνού, και ο Μωυσής ανέβηκε. 21 Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Μόλις κατέβεις, να διαμαρτυρηθείς στον λαό, μη τυχόν υπερβούν τα όρια, κι ανέβουν προς τον Κύριο για να περιεργαστούν, και πέσουν πολλοί απ' αυτούς· 22 ακόμα και οι ιερείς, που πλησιάζουν προς τον Κύριο, ας αγιαστούν, για να μη εξορμήσει ο Κύριος εναντίον τους. 23 Και ο Μωυσής είπε στον Κύριο: Ο λαός δεν μπορεί να ανέβει στο βουνό Σινά· επειδή, εσύ μας πρόσταξες, λέγοντας: Βάλε όρια ολόγυρα στο βουνό, και αγίασέ το. 24 Και ο Κύριος του είπε: Πήγαινε, κατέβα· έπειτα, θα ανέβεις, εσύ, και ο Ααρών μαζί σου· οι ιερείς, όμως, και ο λαός ας μη υπερβούν τα όρια, για να ανέβουν προς τον Κύριο, για να μη εξορμήσει εναντίον τους. 25 Και ο Μωυσής κατέβηκε στον λαό, και τους μίλησε.

Έξοδος 20

1 ΚΑΙ ο Θεός μίλησε όλα αυτά τα λόγια, λέγοντας: 2 Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σου, που σε έβγαλε από τη γη τής Αιγύπτου, από οίκο δουλείας. 3 ΜΗ έχεις άλλους θεούς εκτός από μένα. 4 ΜΗ κάνεις για τον εαυτό σου είδωλο μήτε ομοίωμα κάποιου, από όσα είναι στον ουρανό επάνω ή όσα είναι στη γη κάτω ή όσα είναι στα νερά κάτω από τη γη· 5 μη τα προσκυνήσεις μήτε να τα λατρεύσεις· επειδή, εγώ ο Κύριος ο Θεός σου είμαι Θεός ζηλότυπος, που ανταποδίδω τις αμαρτίες των πατέρων επάνω στα παιδιά, μέχρι τρίτης και τετάρτης γενεάς εκείνων που με μισούν· 6 και κάνω έλεος σε χιλιάδες γενεές εκείνων που με αγαπούν, και τηρούν τα προστάγματά μου. 7 ΜΗ πάρεις το όνομα του Κυρίου τού Θεού σου μάταια· επειδή, δεν θα αθωώσει ο Κύριος εκείνον που παίρνει μάταια το όνομά του. 8 ΝΑ ΘΥΜΑΣΑΙ την ημέρα του σαββάτου, για να την αγιάζεις· 9 έξι ημέρες να εργάζεσαι, και να κάνεις όλα τα έργα σου· 10 η ημέρα, όμως, η έβδομη είναι σάββατο του Κυρίου τού Θεού σου· μη κάνεις σ' αυτή κανένα έργο, ούτε εσύ ούτε ο γιος σου ούτε η θυγατέρα σου ούτε ο δούλος σου ούτε η δούλη σου ούτε το κτήνος σου ούτε ο ξένος σου, που βρίσκεται μέσα στις πύλες σου· 11 επειδή, σε έξι ημέρες δημιούργησε ο Κύριος τον ουρανό και τη γη, τη θάλασσα, και όλα όσα βρίσκονται σ' αυτά· και κατά την έβδομη ημέρα αναπαύθηκε· γι' αυτό ο Κύριος ευλόγησε την ημέρα τού σαββάτου, και την αγίασε. 12 ΤΙΜΑ τον πατέρα σου και τη μητέρα σου, για να γίνεις μακροχρόνιος επάνω στη γη, που σου δίνει ο Κύριος ο Θεός σου. 13 ΜΗ φονεύσεις. 14 ΜΗ μοιχεύσεις. 15 ΜΗ κλέψεις. 16 ΜΗ ψευδομαρτυρήσεις ενάντια στον πλησίον σου με ψεύτικη μαρτυρία. 17 ΜΗ επιθυμήσεις το σπίτι τού πλησίον σου· μη επιθυμήσεις τη γυναίκα τού πλησίον σου· ούτε τον δούλο του ούτε τη δούλη του ούτε το βόδι του ούτε το γαϊδούρι του ούτε κάθε τι που είναι του πλησίον σου. 18 ΚΑΙ ολόκληρος ο λαός έβλεπε τις βροντές, και τις αστραπές, και τη φωνή της σάλπιγγας, και το βουνό που κάπνιζε, και όταν ο λαός τα είδε αυτά, σύρθηκαν, και στάθηκαν από μακριά. 19 Και είπαν στον Μωυσή: Μίλησε εσύ σε μας, και θα ακούσουμε· κι ας μη μιλήσει σε μας ο Θεός, για να μη πεθάνουμε. 20 Και ο Μωυσής είπε στον λαό: Μη φοβάστε· επειδή, ο Θεός ήρθε για να σας δοκιμάσει, και για να είναι ο φόβος του μπροστά σας, για να μη αμαρτάνετε. 21 Και ο λαός στάθηκε από μακριά· και ο Μωυσής πλησίασε στην ομίχλη, όπου ήταν ο Θεός. 22 Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Έτσι να πεις στους γιους Ισραήλ· εσείς είδατε ότι από τον ουρανό μίλησα με σας· 23 μη κάνετε μαζί με μένα θεούς ασημένιους ούτε να κάνετε για τον εαυτό σας θεούς χρυσούς· 24 θυσιαστήριο από τη γη κάνε σε μένα· και θυσίαζε επάνω σ' αυτό τα ολοκαυτώματά σου, και τις ειρηνικές προσφορές σου, τα πρόβατά σου, και τα βόδια σου· σε κάθε τόπο, όπου θα κάνω μνεία του ονόματός μου, θα έρχομαι σε σένα, και θα σε ευλογώ· 25 και αν κάνεις θυσιαστήριο σε μένα από πέτρες, δεν θα το οικοδομήσεις από πέτρα πελεκητή· επειδή, αν περάσεις επάνω του το εργαλείο σου, θα το μολύνεις· 26 και μη ανέβεις με αναβαθμίδες επάνω στο θυσιαστήριό μου, για να μη ξεσκεπαστεί επάνω του η γύμνωσή σου.

Έξοδος 21

1 ΚΑΙ οι κρίσεις, που θα εκθέσεις μπροστά τους, είναι αυτές: 2 ΑΝ αγοράσεις έναν δούλο, Εβραίο, έξι χρόνια θα δουλέψει· και στον έβδομο θα αφήνεται ελεύθερος, δωρεάν. 3 Αν ήρθε μόνος, μόνος και θα αφήνεται· αν είχε γυναίκα, τότε και η γυναίκα του θα αφήνεται μαζί του. 4 Αν το αφεντικό του τού έδωσε γυναίκα και γέννησε σ' αυτόν γιους ή θυγατέρες, η γυναίκα και τα παιδιά της θα είναι του αφεντικού της, αυτός όμως θα αφήνεται μόνος. 5 Αλλά, αν ο δούλος πει φανερά: Αγαπώ το αφεντικό μου, τη γυναίκα μου, και τα παιδιά μου, δεν θα αφεθώ ελεύθερος· 6 τότε, το αφεντικό του θα τον φέρει στους κριτές· και θα τον φέρει στη θύρα ή στον παραστάτη τής θύρας, και το αφεντικό του θα τρυπήσει το αυτί του με ένα τρυπητήρι· και θα τον δουλεύει παντοτινά. 7 ΚΑΙ αν κάποιος πουλήσει τη θυγατέρα του για δούλη, δεν θα αφεθεί όπως αφήνονται οι δούλοι. 8 Αν δεν αρέσει στο αφεντικό της, που την αρραβωνιάστηκε για τον εαυτό του, τότε θα την απολυτρώσει· δεν έχει εξουσία να την πουλήσει σε ξένο έθνος, επειδή της φέρθηκε άπιστα. 9 Αν, όμως, την αρραβώνιασε με τον γιο του, θα κάνει σ' αυτή σύμφωνα με το δικαίωμα των θυγατέρων. 10 Αν πάρει για τον εαυτό του μια άλλη, δεν θα της στερήσει την τροφή, τα ενδύματά της, και το χρέος του γάμου σ' αυτή. 11 Αν, όμως, δεν της κάνει τα τρία αυτά, τότε θα φύγει δωρεάν, χωρίς χρήματα. 12 ΟΠΟΙΟΣ χτυπήσει έναν άνθρωπο και πεθάνει, οπωσδήποτε θα θανατωθεί· 13 αν, όμως, δεν παραμόνευσε, αλλ' ο Θεός τον παρέδωσε στο χέρι του, τότε εγώ θα σου διορίσω έναν τόπο, όπου θα καταφύγει· 14 και αν κάποιος σηκωθεί ενάντια στον πλησίον του, για να τον δολοφονήσει, θα τον αποσπάσεις από το θυσιαστήριό μου για να θανατωθεί. 15 ΚΑΙ όποιος χτυπήσει τον πατέρα του ή τη μητέρα του, θα θανατωθεί οπωσδήποτε. 16 ΚΑΙ όποιος κλέψει έναν άνθρωπο, και τον πουλήσει ή αν βρεθεί στα χέρια του, θα θανατωθεί οπωσδήποτε. 17 ΚΑΙ όποιος κακολογεί τον πατέρα του ή τη μητέρα του, θα θανατωθεί οπωσδήποτε. 18 ΚΑΙ αν άνθρωποι λογομαχούν μεταξύ τους, και ο ένας χτυπήσει τον άλλον με πέτρα ή με γροθιά και δεν πεθάνει, αλλά γίνει κλινήρης, 19 αν σηκωθεί, και περπατήσει έξω με το μπαστούνι του, τότε, θα είναι ελεύθερος εκείνος που τον χτύπησε· θα τον αποζημιώσει μόνον εξαιτίας της αργίας του, και θα επιμεληθεί την τέλεια θεραπεία του. 20 ΚΑΙ αν κάποιος χτυπήσει τον δούλο του ή τη δούλη του με ράβδο , και πεθάνει κάτω από τα χέρια του, οπωσδήποτε θα τιμωρηθεί. 21 Αν, όμως, ζήσει μία ημέρα ή δύο δεν θα τιμωρηθεί· επειδή, είναι δικό του χρήμα. 22 ΑΝ άνδρες μάχονται, και χτυπήσουν μια γυναίκα έγκυο, και βγει το παιδί της, δεν συμβεί όμως συμφορά· οπωσδήποτε θα δώσει αποζημίωση εκείνος που τη χτύπησε, όποια θα του επιβάλει ο άνδρας τής γυναίκας· και θα πληρώσει σύμφωνα με την απόφαση των κριτών. 23 Αν, όμως, συμβεί συμφορά, τότε θα δώσει ζωή αντί ζωής, 24 μάτι αντί ματιού, δόντι αντί δοντιού, χέρι αντί χεριού, πόδι αντί ποδιού, 25 κάψιμο αντί καψίματος, πληγή αντί πληγής, χτύπημα αντί χτυπήματος. 26 ΑΝ κάποιος χτυπήσει το μάτι τού δούλου του ή το μάτι τής δούλης του, και τον τυφλώσει, θα τον αφήσει ελεύθερο, εξαιτίας του ματιού του. 27 Και αν βγάλει το δόντι τού δούλου του ή το δόντι τής δούλης του, θα τον αφήσει ελεύθερο εξαιτίας του δοντιού του. 28 ΑΝ ένα βόδι κερατίσει κάποιον άνδρα ή γυναίκα, και πεθάνει, τότε το βόδι θα λιθοβοληθεί, και το κρέας του δεν θα τρώγεται· ο ιδιοκτήτης, όμως, του βοδιού θα είναι αθώος. 29 Αν όμως το βόδι συνήθιζε να κερατίζει από πριν, και έγινε διαμαρτυρία στον ιδιοκτήτη του, και δεν το φύλαξε, αν θανατώσει έναν άνδρα ή μια γυναίκα, το βόδι θα λιθοβοληθεί, αλλά και ο ιδιοκτήτης του πρέπει να θανατωθεί. 30 Αν του επιβληθεί τιμή εξαγοράς, θα δώσει για την εξαγορά τής ζωής του, όση τιμή θα του επιβαλόταν. 31 Είτε κερατίσει έναν γιο είτε κερατίσει μια θυγατέρα, σύμφωνα μ' αυτή την κρίση θα γίνει σ' αυτόν. 32 Αν το βόδι κερατίσει έναν δούλο ή μια δούλη, θα δώσει στο αφεντικό τους 30 σίκλους ασήμι· το βόδι, όμως, θα λιθοβοληθεί. 33 ΚΑΙ αν κάποιος ανοίξει έναν λάκκο ή αν κάποιος σκάψει έναν λάκκο, και δεν τον σκεπάσει, και πέσει σ' αυτόν ένα βόδι ή ένα γαϊδούρι, 34 ο ιδιοκτήτης τού λάκκου θα δώσει αποζημίωση, θα αποδώσει χρήματα στον ιδιοκτήτη τους· αλλά, αυτό που θανατώθηκε θα είναι δικό του. 35 ΚΑΙ αν το βόδι κάποιου κερατίσει το βόδι τού πλησίον του, και θανατωθεί, τότε θα πουλήσουν το ζωντανό βόδι, και θα μοιραστούν το χρήμα του, και, παρόμοια, θα μοιραστούν και το βόδι που θανατώθηκε. 36 Αν, όμως, είναι γνωστό, ότι το βόδι συνήθιζε να κερατίζει από πριν, και ο ιδιοκτήτης του δεν το φύλαξε, θα πληρώσει οπωσδήποτε, βόδι αντί για βόδι· αλλά, το βόδι που θανατώθηκε θα είναι δικό του.

Έξοδος 22

1 ΑΝ κάποιος κλέψει ένα βόδι ή ένα πρόβατο, και το σφάξει ή το πουλήσει, θα πληρώσει πέντε βόδια αντί του βοδιού, και τέσσερα πρόβατα αντί του προβάτου. 2 Αν ο κλέφτης βρεθεί να κάνει διάρρηξη, και χτυπηθεί και πεθάνει, δεν θα χυθεί γι' αυτόν αίμα. 3 Αν, όμως, ανατείλει ο ήλιος επάνω του, θα χυθεί αίμα γι' αυτόν· πρέπει να κάνει ανταπόδοση· και αν δεν έχει, θα πουληθεί για την κλοπή του. 4 Αν το κλοπιμαίο βρεθεί στα χέρια του ζωντανό, είτε βόδι είτε γαϊδούρι είτε πρόβατο, θα ανταποδώσει το διπλάσιο. 5 ΑΝ κάποιος καταβοσκήσει ένα χωράφι ή έναν αμπελώνα, και αφήσει το κτήνος του να βοσκηθεί σε ένα χωράφι ξένου ανθρώπου, θα κάνει ανταπόδοση από το καλύτερο του χωραφιού του, και από το καλύτερο του αμπελώνα του. 6 ΑΝ βγει φωτιά, και βρει αγκάθια και καούν θημωνιές σιταριού ή στάχυα όρθια ή ένα χωράφι, εκείνος που άναψε τη φωτιά θα κάνει οπωσδήποτε ανταπόδοση. 7 ΑΝ κάποιος παραδώσει στον πλησίον του ασήμι ή σκεύη, για να τα διαφυλάττει, και κλαπούν από το σπίτι τού ανθρώπου, αν βρεθεί ο κλέφτης, θα ανταποδώσει το διπλάσιο· 8 αν ο κλέφτης δεν βρεθεί, τότε ο ιδιοκτήτης τού σπιτιού θα φερθεί μπροστά στους κριτές, για να εξεταστεί αν δεν έβαλε το χέρι του επάνω στα αγαθά τού πλησίον του. 9 ΓΙΑ κάθε είδους αδίκημα, για βόδι, για γαϊδούρι, για πρόβατο, για ένδυμα, για κάθε χαμένο πράγμα, για το οποίο θα διαφιλονικούσε ένας άλλος ότι είναι δικό του, η κρίση και των δύο θάρθει μπροστά στους κριτές· και όποιον καταδικάσουν οι κριτές, εκείνος θα αποδώσει το διπλάσιο στον πλησίον του. 10 ΑΝ κάποιος παραδώσει στον πλησίον του ένα γαϊδούρι ή ένα βόδι ή ένα πρόβατο ή οποιοδήποτε κτήνος, για να το διαφυλάττει, και ψοφήσει ή συντριφτεί ή αρπαχτεί, χωρίς κάποιος να δει το γεγονός, 11 θα γίνει όρκος Θεού ανάμεσα και στους δύο αυτούς, ότι δεν έβαλε το χέρι του στο πράγμα τού πλησίον του· και ο ιδιοκτήτης του θα το πάρει, και ο άλλος δεν θα κάνει ανταπόδοση. 12 Αν, όμως, κλέφτηκε απ' αυτόν, θα κάνει ανταπόδοση στον ιδιοκτήτη του. 13 Αν κατασπαράχτηκε από θηρίο, θα το φέρει για μαρτυρία, και δεν θα πληρώσει το κατασπαραγμένο. 14 ΚΑΙ αν κάποιος δανειστεί ένα ζώο από τον πλησίον του και συντριφτεί ή πεθάνει, και ο ιδιοκτήτης του δεν ήταν μαζί του, οπωσδήποτε θα το πληρώσει. 15 Αν, όμως, ο ιδιοκτήτης του ήταν μαζί του, δεν θα πληρώσει· αν ήταν μισθωμένο, ήρθε για τον μισθό του. 16 ΚΑΙ αν κάποιος απατήσει μια αμνήστευτη παρθένα, και κοιμηθεί μαζί της, οπωσδήποτε θα την προικίσει με προίκα για γυναίκα στον εαυτό του. 17 Αν, όμως, ο πατέρας της δεν στέργει να τη δώσει σ' αυτόν, θα πληρώσει ασήμι σύμφωνα με την προίκα των παρθένων. 18 ΜΑΓΙΣΣΑ δεν θα αφήσεις να ζήσει. 19 ΟΠΟΙΟΣ συνευρεθεί με κτήνος, οπωσδήποτε θα πεθάνει. 20 ΟΠΟΙΟΣ θυσιάζει σε θεούς, εκτός σε μόνον τον Κύριο, θα εξολοθρευτεί. 21 ΚΑΙ τον ξένο δεν θα τον κακοποιήσεις ούτε θα τον καταδυναστεύσεις· επειδή, ξένοι σταθήκατε στη γη τής Αιγύπτου. 22 Δεν θα καταθλίψετε καμιά χήρα ή ορφανό. 23 Αν πραγματικά τούς καταθλίψετε, και βοήσουν σε μένα, θα εισακούσω τη φωνή τους εξάπαντος· 24 και ο θυμός μου θα εξαφθεί, και θα σας θανατώσω με μάχαιρα· και οι γυναίκες σας θα είναι χήρες, και τα παιδιά σας ορφανά. 25 ΑΝ δανείσεις χρήματα στον φτωχό γείτονά σου ανάμεσα στον λαό μου, δεν θα του φερθείς ως τοκιστής, δεν θα του επιβάλεις τόκο. 26 ΑΝ πάρεις ενέχυρο το ένδυμα του πλησίον σου, θα του το επιστρέψεις πριν δύσει ο ήλιος· 27 επειδή, μόνον αυτό είναι το σκέπασμά του, αυτό είναι το ένδυμα της σάρκας του· με τι θα κοιμηθεί; Και όταν βοήσει σε μένα, θα τον εισακούσω· επειδή, εγώ είμαι ελεήμονας. 28 ΔΕΝ θα κακολογήσεις κριτές ούτε θα καταραστείς άρχοντα του λαού σου. 29 ΤΙΣ απαρχές τού αλωνιού σου και του ληνού σου δεν θα τις καθυστερήσεις· τον πρωτότοκό σου από τους γιους σου θα δώσεις σε μένα· 30 το ίδιο θα κάνεις για το βόδι σου, και το πρόβατό σου· επτά ημέρες θα είναι μαζί με τη μητέρα του, την όγδοη ημέρα θα το δώσεις σε μένα. 31 ΚΑΙ οι άνδρες θα είστε άγιοι σε μένα· και δεν θα φάτε κρέας ζώου κατασπαραγμένου από θηρίο στο χωράφι· θα το ρίξετε στο σκυλί.

Έξοδος 23

1 ΔΕΝ θα διαδώσεις μια ψευδή φήμη· δεν θα συμφωνήσεις με τον άδικο, για να γίνεις ψευδομάρτυρας. 2 Δεν θα ακολουθήσεις τους πολλούς για κακό· ούτε θα μιλήσεις σε μια δικαστική υπόθεση, ώστε να κλίνεις με το μέρος των πολλών, για να διαστρέψεις την κρίση· 3 ούτε θα αποβλέψεις σε πρόσωπο φτωχού, στην κρίση του. 4 ΑΝ συναντήσεις το βόδι τού εχθρού σου ή το γαϊδούρι του να περιπλανιέται, θα το επιστρέψεις οπωσδήποτε σ' αυτόν. 5 Αν δεις το γαϊδούρι εκείνου που σε μισεί να έχει πέσει κάτω από το βάρος τού φορτίου του, και θα απέφευγες να τον βοηθήσεις, θα βοηθήσεις μαζί του οπωσδήποτε. 6 ΔΕΝ θα διαστρέψεις το δίκαιο του φτωχού σου στην κρίση του. 7 Να απέχεις από άδικη υπόθεση· και μη γίνεις αιτία να θανατωθεί ο αθώος και ο δίκαιος· επειδή, εγώ δεν θα δικαιώσω τον ασεβή. 8 Και δεν θα πάρεις δώρα· επειδή, τα δώρα τυφλώνουν και τους σοφούς, και διαστρέφουν τα λόγια των δικαίων. 9 Και δεν θα καταδυναστεύσεις τον ξένο· επειδή, εσείς γνωρίζετε την ψυχή τού ξένου, για τον λόγο ότι σταθήκατε ξένοι στη γη τής Αιγύπτου. 10 ΚΑΙ έξι χρόνια θα σπείρεις τη γη σου, και θα μαζεύεις τα γεννήματά της· 11 τον έβδομο χρόνο, όμως, θα την αφήσεις να αναπαυθεί, και να μένει αργή, για να τρώνε οι φτωχοί τού λαού σου· κι εκείνο που εναπολείφθηκε απ' αυτούς ας το τρώνε τα ζώα τού χωραφιού. Έτσι θα κάνεις για τον αμπελώνα σου, και για τον ελαιώνα σου. 12 Έξι ημέρες θα κάνεις τις εργασίες σου· την έβδομη ημέρα, όμως, θα αναπαύεσαι, για να αναπαυθεί και το βόδι σου, και το γαϊδούρι σου, και να έχει αναψυχή ο γιος τής δούλης σου, και ο ξένος. 13 ΚΑΙ θα προσέξετε σε όλα όσα σας είπα· και όνομα άλλων θεών δεν θα αναφέρετε ούτε θα ακουστεί από το στόμα σας. 14 Τρεις φορές τον χρόνο θα κάνεις γιορτή σε μένα. 15 Θα φυλάττεις τη γιορτή των αζύμων· επτά ημέρες θα τρως άζυμα, καθώς σε πρόσταξα. Σύμφωνα με τον προσδιορισμένο καιρό τού μήνα Αβίβ· επειδή, μέσα σ' αυτόν τον μήνα βγήκες από την Αίγυπτο· και κανένας δεν θα φανεί μπροστά μου αδειανός· 16 και τη γιορτή τού θερισμού, των πρωτογεννημάτων των κόπων σου, που έσπειρες στο χωράφι· και τη γιορτή τής συγκομιδής των καρπών, στο τέλος τού χρόνου, αφού μαζέψεις τους καρπούς σου από το χωράφι. 17 Τρεις φορές τον χρόνο θα εμφανίζεται κάθε αρσενικό σου μπροστά στον Κύριο τον Θεό. 18 ΔΕΝ θα προσφέρεις το αίμα τής θυσίας μου με ένζυμο ψωμί· ούτε θα μένει το πάχος τής γιορτής μου μέχρι το πρωί. 19 ΤΙΣ απαρχές των πρωτογεννημάτων τής γης σου θα φέρεις στον οίκο τού Κυρίου τού Θεού σου. Δεν θα ψήσεις κατσίκι που ακόμα θηλάζει στη μητέρα του. 20 ΔΕΣ, εγώ στέλνω μπροστά σου τον άγγελο, για να σε διαφυλάττει στον δρόμο, και να σε φέρει στον τόπο, που προετοίμασα· 21 να τον φοβάσαι, και να υπακούς στη φωνή του· μη τον παροργίσεις· επειδή, δεν θα συγχωρήσει τις παραβάσεις σας· επειδή, το όνομά μου είναι σ' αυτόν. 22 Αν, όμως, προσέχεις να υπακούς στη φωνή του, και εκτελείς όλα όσα λέω, τότε εγώ θα είμαι εχθρός των εχθρών σου, και ενάντιος στους εναντίους σου. 23 Επειδή, ο άγγελός μου θα προπορεύεται μπροστά σου, και θα σε φέρει μέσα στους Αμορραίους, και Χετταίους, και Φερεζαίους, και Χαναναίους, Ευαίους, και Ιεβουσαίους· και θα τους εξολοθρεύσω. 24 Δεν θα προσκυνήσεις τους θεούς τους ούτε θα τους λατρεύσεις ούτε θα πράξεις σύμφωνα με τα έργα εκείνων· αλλά θα τους εξολοθρεύσεις, και θα κατασυντρίψεις τα είδωλά τους. 25 Και θα λατρεύετε τον Κύριο τον Θεό σας, κι αυτός θα ευλογεί το ψωμί σου, και το νερό σου· και θα απομακρύνει κάθε αρρώστια από ανάμεσά σου· 26 και δεν θα υπάρχει άγονος και στείρα επάνω στη γη σου· τον αριθμό των ημερών σου θα κάνω πλήρη. 27 Θα στείλω μπροστά σου τον φόβο μου, και θα καταστρέψω κάθε λαό προς τον οποίο έρχεσαι, και θα κάνω όλους τους εχθρούς σου να στρέψουν σε σένα τα νώτα· 28 και θα στείλω σφήκες μπροστά σου, και θα εκδιώξουν τους Ευαίους, τους Χαναναίους, και τους Χετταίους από μπροστά σου. 29 Δεν θα τους εκδιώξω από μπροστά σου σε έναν χρόνο, για να μη ερημωθεί η γη, και πολλαπλασιαστούν τα θηρία τού χωραφιού εναντίον σου· 30 λίγο-λίγο θα τους διώξω από μπροστά σου, μέχρις ότου αυξηθείς και κυριεύσεις τη γη. 31 Και θα βάλω τα όριά σου από την Ερυθρά Θάλασσα μέχρι τη θάλασσα των Φιλισταίων, και από την έρημο μέχρι τον ποταμό· επειδή, στα χέρια σας θα παραδώσω τους κατοίκους τού τόπου, και θα τους εκδιώξεις από μπροστά σου. 32 Δεν θα κάνεις συνθήκη μαζί τους ούτε με τους θεούς τους· 33 δεν θα κατοικούν στη γη σου, για να μη σε κάνουν να αμαρτήσεις σε μένα· επειδή, αν λατρεύσεις τους θεούς τους, αυτό θα γίνει σε σένα παγίδα, οπωσδήποτε.

Έξοδος 24

1 ΥΣΤΕΡΑ απ' αυτά, είπε στον Μωυσή: Ανέβα στον Κύριο, εσύ και ο Ααρών, ο Ναδάβ και ο Αβιούδ, και 70 από τους πρεσβύτερους του Ισραήλ, και προσκυνήστε από μακριά· 2 και ο Μωυσής, μόνος, θα πλησιάσει στον Κύριο, αυτοί όμως δεν θα πλησιάσουν· ούτε ο λαός θα ανέβει μαζί του. 3 Και ο Μωυσής ήρθε, και διηγήθηκε στον λαό όλα τα λόγια τού Κυρίου, και όλα τα δικαιώματά του· και ο λαός αποκρίθηκε ομόφωνα, και είπε: Όλα τα λόγια, που ο Κύριος μίλησε, θα τα κάνουμε. 4 Και ο Μωυσής έγραψε όλα τα λόγια τού Κυρίου· και αφού σηκώθηκε ενωρίς το πρωί, οικοδόμησε θυσιαστήριο στο κάτω μέρος τού βουνού, και έστησε 12 στήλες σύμφωνα με τις 12 φυλές τού Ισραήλ. 5 Και έστειλε νέους από τους γιους Ισραήλ, και πρόσφεραν ολοκαυτώματα και θυσίασαν ειρηνικές θυσίες στον Κύριο, μοσχάρια. 6 Και παίρνοντας ο Μωυσής το μισό από το αίμα, το έβαλε σε λεκάνες· και με το άλλο μισό τού αίματος ράντισε επάνω στο θυσιαστήριο. 7 Έπειτα, παίρνοντας το βιβλίο τής διαθήκης, το διάβασε σε επήκοον του λαού· και εκείνοι είπαν: Όλα όσα μίλησε ο Κύριος θα τα κάνουμε, και θα υπακούμε. 8 Και ο Μωυσής, παίρνοντας το αίμα, ράντισε προς τον λαό, και είπε: Να το αίμα τής διαθήκης, που ο Κύριος έκανε σε σας, σύμφωνα με όλα αυτά τα λόγια. 9 Τότε, ανέβηκε ο Μωυσής και ο Ααρών, ο Ναδάβ, και ο Αβιούδ, και 70 από τους πρεσβύτερους του Ισραήλ. 10 Και είδαν τον Θεό τού Ισραήλ· και κάτω από τα πόδια του ήταν σαν έδαφος στρωμένο από πέτρα σαπφείρου, και σαν το στερέωμα του ουρανού σε καθαρότητα· 11 και πάνω στους εκλεκτούς των γιων Ισραήλ δεν έβαλε το χέρι του· και είδαν τον Θεό, και έφαγαν και ήπιαν. 12 Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Ανέβα σε μένα στο βουνό, και να είσαι εκεί· και θα σου δώσω τις πέτρινες πλάκες, και τον νόμο, και τις εντολές που έγραψα, για να τους διδάσκεις. 13 Και ο Μωυσής σηκώθηκε, μαζί με τον υπηρέτη του, τον Ιησού, και ο Μωυσής ανέβηκε επάνω στο βουνό του Θεού. 14 Και προς τους πρεσβύτερους είπε: Να μας περιμένετε εδώ, μέχρις ότου επιστρέψουμε σε σας· και δέστε, ο Ααρών και ο Ωρ, είναι μαζί σας· και αν κάποιος έχει μια υπόθεση, ας έρχεται σ' αυτούς. 15 Ο Μωυσής, λοιπόν, ανέβηκε επάνω στο βουνό, και η νεφέλη σκέπασε το βουνό. 16 Και κάθησε η δόξα τού Κυρίου επάνω στο όρος Σινά, και η νεφέλη το σκέπασε για έξι ημέρες· και την έβδομη ημέρα ο Κύριος κάλεσε τον Μωυσή από μέσα από τη νεφέλη. 17 Και η θέα τής δόξας τού Κυρίου, ήταν στα μάτια των γιων Ισραήλ, σαν φωτιά που κατέτρωγε επάνω στην κορυφή τού βουνού. 18 Και ο Μωυσής μπήκε στο κέντρο της νεφέλης, και ανέβηκε επάνω στο βουνό· και ο Μωυσής στάθηκε επάνω στο βουνό 40 ημέρες και 40 νύχτες.

Έξοδος 25

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 2 Πες στούς γιους Ισραήλ να φέρουν προσφορά σε μένα· από κάθε άνθρωπο που έχει προαίρεση στην καρδιά του, θα πάρετε την προσφορά μου. 3 Κι αυτή είναι η προσφορά, που θα πάρετε απ' αυτούς: Χρυσάφι, κι ασήμι, και χαλκό, 4 βαθυγάλαζο ύφασμα, και πορφυρούν, και κόκκινο, και βύσσο, και τρίχες κατσικιών, 5 και δέρματα κριαριών κοκκινοβαμμένα, και δέρματα τσακαλιών, και ξύλο σιττίμ, 6 λάδι για το φως, αρώματα για το λάδι τού χρίσματος, και για το ευώδες θυμίαμα, 7 πέτρες ονυχίτες, και πέτρες για να τοποθετηθούν στο εφόδ και στο περιστήθιο. 8 Και ας κάνουν σε μένα ένα αγιαστήριο, για να κατοικώ μεταξύ τους. 9 Σύμφωνα με όλα όσα εγώ σου δείχνω, σύμφωνα με το υπόδειγμα της σκηνής, και σύμφωνα με το υπόδειγμα όλων των σκευών της, έτσι θα κάνετε. 10 Και θα κατασκευάσουν κιβωτό από ξύλο σιττίμ· δύο πήχες και μισή το μάκρος της, και μια πήχη και μισή το πλάτος της, και μια πήχη και μισή το ύψος της· 11 και θα την σκεπάσεις ολόγυρα με καθαρό χρυσάφι, από μέσα κι απέξω θα την σκεπάσεις ολόγυρα, κι επάνω της θα κάνεις μια χρυσή στεφάνη ολόγυρα. 12 Και θα χύσεις γι' αυτήν τέσσερις χρυσούς κρίκους και θα τους βάλεις στις τέσσερις γωνίες της· δύο κρίκους αφενός στη μια πλευρά της, και δύο κρίκους αφετέρου στην άλλη πλευρά της. 13 Και θα κάνεις μοχλούς από ξύλο σιττίμ, και θα τους σκεπάσεις ολόγυρα με χρυσάφι· 14 και θα περάσεις τους μοχλούς στους κρίκους των πλευρών τής κιβωτού, για να βαστάζεται μ' αυτούς η κιβωτός· 15 οι μοχλοί θα μένουν στους κρίκους τής κιβωτού· δεν θα μετακινούνται απ' αυτή. 16 Και θα βάλεις στην κιβωτό τα μαρτύρια, που θα σου δώσω. 17 Και θα κάνεις ένα ιλαστήριο από καθαρό χρυσάφι· δύο πήχες και μισή το μάκρος του, και μια πήχη και μισή το πλάτος του. 18 Και θα κάνεις δύο χερουβείμ από χρυσάφι· σφυρηλατημένα θα τα κάνεις, από τις δύο άκρες τού.ιλαστηρίου· 19 και κάνε ένα χερούβ από τη μία άκρη, και ένα χερούβ από την άλλη άκρη· από το ιλαστήριο θα κάνεις τα χερουβείμ επάνω στις δύο άκρες του· 20 και τα χερουβείμ θα απλώνουν από πάνω τις φτερούγες για να σκεπάζουν με τις φτερούγες τους το ιλαστήριο· και τα πρόσωπά τους θα βλέπουν το ένα προς το άλλο· προς το ιλαστήριο θα είναι τα πρόσωπα των χερουβείμ. 21 Και θα βάλεις το ιλαστήριο επάνω στην κιβωτό, από πάνω· και θα βάλεις μέσα στην κιβωτό τα μαρτύρια, που θα σου δώσω· 22 κι εκεί θα γνωριστώ σε σένα· και από πάνω από το ιλαστήριο, από το μέσον των δύο χερουβείμ, που είναι επάνω στην κιβωτό τού μαρτυρίου, θα μιλήσω σε σένα για όλα όσα θα σε προστάξω, για να πεις στους γιους Ισραήλ. 23 Και θα κάνεις ένα τραπέζι από ξύλο σιττίμ· δύο πήχες το μάκρος του και μια πήχη το πλάτος του, ενώ το ύψος του μία πήχη και μισή· 24 και θα το σκεπάσεις ολόγυρα με καθαρό χρυσάφι, και θα κάνεις σ' αυτό μια χρυσή στεφάνη ολόγυρα. 25 Και θα του κάνεις ένα χείλος ολόγυρα, πλάτους μιας παλάμης, και θα κάνεις επάνω στο χείλος του μια χρυσή στεφάνη ολόγυρα. 26 Και θα του κάνεις τέσσερις χρυσούς κρίκους, και θα βάλεις τους κρίκους επάνω στις τέσσερις γωνίες, που είναι επάνω στα τέσσερα πόδια του· 27 οι κρίκοι θα είναι κάτω από το χείλος για θήκες των μοχλών, για να βαστάζεται το τραπέζι. 28 Και θα κάνεις τους μοχλούς από ξύλο σιττίμ, και θα τους περισκεπάσεις με χρυσάφι, για να βαστάζεται το τραπέζι μ' αυτούς. 29 Και θα κάνεις τους δίσκους του και τα θυμιατοδόχα του, και τα σπονδεία του, και τις λεκάνες του, για να γίνονται μ' αυτά οι σπονδές· από καθαρό χρυσάφι θα τα κάνεις. 30 Και θα βάλεις άρτους πρόθεσης επάνω στο τραπέζι, μπροστά μου, παντοτινά. 31 Και θα κάνεις μια λυχνία από καθαρό χρυσάφι· σφυρηλατημένη θα κάνεις τη λυχνία· ο κορμός της και τα κλαδιά της, οι λεκάνες της, οι κόμποι της, και τα άνθη της, θα είναι ένα σώμα μαζί της. 32 Και θα βγαίνουν έξι κλαδιά από τα πλάγιά της· τρία κλαδιά τής λυχνίας από το ένα πλάγιο, και τρία κλαδιά από το άλλο πλάγιο· 33 στο ένα κλαδί θα είναι τρεις λεκάνες αμυγδαλοειδείς, ένας κόμπος και ένα άνθος· και στο άλλο κλαδί τρεις λεκάνες αμυγδαλοειδείς, ένας κόμπος και ένα άνθος· έτσι θα γίνει στα έξι κλαδιά, εκείνα που βγαίνουν από τη λυχνία. 34 Και στη λυχνία θα υπάρχουν τέσσερις λεκάνες αμυγδαλοειδείς, οι κόμποι τους, και τα άνθη τους. 35 Και θα είναι ένας κόμπος κάτω από τα δύο κλαδιά, που βγαίνουν απ' αυτή, και ένας κόμπος κάτω από τα δύο κλαδιά, που βγαίνουν απ' αυτή, και ένας κόμπος κάτω από τα δύο κλαδιά, που βγαίνουν απ' αυτή, στα έξι κλαδιά εκείνα που βγαίνουν από τη λυχνία. 36 Οι κόμποι τους,και τα κλαδιά τους, θα είναι ένα σώμα μαζί της· το σύνολό της θα είναι ένα σώμα σφυρηλατημένο από καθαρό χρυσάφι. 37 Και θα κάνεις τα λυχνάρια της επτά· και θα ανάβουν τα λυχνάρια της, για να φέγγουν μπροστά της. 38 Και τα λυχνοψάλιδά της, και τα υποθέματά της, θα είναι από καθαρό χρυσάφι. 39 Από ένα τάλαντο καθαρό χρυσάφι θα κατασκευαστεί αυτή, και όλα αυτά τα σκεύη. 40 Και πρόσεχε να κάνεις σύμφωνα με τον τύπο τους, που σου δείχθηκε επάνω στο βουνό.

Έξοδος 26

1 ΚΑΙ θα κάνεις τη σκηνή, δέκα παραπετάσματα από βύσσο κλωσμένη, και βαθυγάλαζο ύφασμα, και πορφυρούν, και κόκκινο· με χερουβείμ θα τα κάνεις, εργασμένα επάνω με τέχνη. 2 Το μάκρος καθενός παραπετάσματος θα είναι 28 πήχες, και το πλάτος καθενός παραπετάσματος τέσσερις πήχες· όλα τα παραπετάσματα στο ίδιο μέτρο. 3 Τα πέντε παραπετάσματα θα συνδέονται το ένα με το άλλο· και τα άλλα πέντε παραπετάσματα θα συνδέονται το ένα με το άλλο. 4 Και θα κάνεις βαθυγάλαζα θηλυκωτήρια στις άκρες τού πρώτου παραπετάσματος, προς το πλάγιο, όπου γίνεται η ένωση· το ίδιο θα κάνεις και στην τελευταία άκρη του δεύτερου παραπετάσματος, όπου γίνεται η ένωση του δεύτερου· 5 θα κάνεις 50 θηλυκωτήρια στο ένα παραπέτασμα, και 50 θηλυκωτήρια θα κάνεις στην άκρη τού παραπετάσματος, που είναι προς την ένωση του δεύτερου, για να αντικρύζουν τα θηλυκωτήρια το ένα προς το άλλο. 6 Και θα κάνεις 50 περόνες χρυσές, και με τις περόνες θα συνδέσεις τα παραπετάσματα μεταξύ τους· έτσι, η σκηνή θα είναι μία. 7 Και θα κάνεις παραπετάσματα από τρίχες κατσικιών, για να είναι σκέπασμα επάνω στη σκηνή· 11 θα κάνεις αυτά τα παραπετάσματα· 8 το μάκρος τού ενός παραπετάσματος 30 πήχες, και το πλάτος τού ενός παραπετάσματος τέσσερις πήχες· του ίδιου μέτρου θα είναι τα 11 παραπετάσματα. 9 Και θα συνδέσεις τα πέντε παραπετάσματα χωριστά, και τα έξι παραπετάσματα χωριστά· το έκτο, όμως, παραπέτασμα θα το επιδιπλώσεις προς το πρόσωπο της σκηνής. 10 Και θα κάνεις 50 θηλυκωτήρια στην άκρη τού ενός παραπετάσματος, του τελευταίου προς την ένωση, και 50 θηλυκωτήρια στην άκρη τού παραπετάσματος, που ενώνεται με το δεύτερο. 11 Θα κάνεις και 50 περόνες χάλκινες, και θα βάλεις τις περόνες στα θηλυκωτήρια, και θα συνδέσεις τη σκηνή, ώστε να είναι μία. 12 Το υπόλοιπο, όμως, εκείνο που περισσεύει από τα παραπετάσματα της σκηνής, το μισό τού παραπετάσματος, εκείνο που εναπολείπεται, θα κρέμεται προς το πίσω μέρος τής σκηνής. 13 Και μία πήχη από το ένα πλάγιο, και μία πήχη από το άλλο πλάγιο, από το εναπολειπόμενο στο μάκρος των παραπετασμάτων τής σκηνής, θα κρέμεται από επάνω προς τα πλάγια της σκηνής, από το ένα μέρος και από το άλλο, για να τη σκεπάζει. 14 Και θα κάνεις κατακάλυμμα για τη σκηνή από δέρματα κριαριών κοκκινοβαμμένα, και επικάλυμμα από πάνω, από δέρματα τσακαλιών. 15 Και θα κάνεις για τη σκηνή σανίδες από ξύλο σιττίμ, όρθιες· 16 το μάκρος καθεμιάς σανίδας δέκα πήχες, και μία πήχη και μισή το πλάτος καθεμιάς σανίδας. 17 Δύο αγκωνίσκοι θα είναι στη μία σανίδα, που θα αντικρύζουν ο ένας τον άλλον· έτσι θα κάνεις σε όλες τις σανίδες της σκηνής. 18 Και θα κάνεις τις σανίδες για τη σκηνή, 20 σανίδες από το νότιο μέρος με κατεύθυνση προς τη μεσημβρία. 19 Και από κάτω από τις 20 σανίδες θα κάνεις 40 υποστηρίγματα ασημένια· δύο υποστηρίγματα από κάτω από τη μία σανίδα για τους δύο αγκωνίσκους της, και δύο υποστηρίγματα από κάτω από την άλλη σανίδα για τους δύο αγκωνίσκους της. 20 Και για το δεύτερο μέρος τής σκηνής, που είναι προς τον βορρά, θα κάνεις 20 σανίδες· 21 και τα 40 υποστηρίγματά τους ασημένια, δύο υποστηρίγματα από κάτω από τη μία σανίδα, και δύο υποστηρίγματα από κάτω από την άλλη σανίδα. 22 Και για τα μέρη από πίσω από τη σκηνή, που είναι προς δυσμάς, θα κάνεις έξι σανίδες. 23 Θα κάνεις και δύο σανίδες για τις γωνίες τής σκηνής στα μέρη από πίσω· 24 και θα ενωθούν από κάτω, και θα ενωθούν μαζί από πάνω, με έναν κρίκο· έτσι θα είναι γι' αυτές, και τις δύο· για τις δύο γωνίες θα είναι. 25 Και θα είναι οκτώ σανίδες, και τα ασημένια υποστηρίγματά τους, 16 υποστηρίγματα· δύο υποστηρίγματα από κάτω από τη μία σανίδα, και δύο υποστηρίγματα από κάτω από την άλλη σανίδα. 26 Και θα κάνεις μοχλούς από ξύλο σιττίμ· πέντε για τις σανίδες τού ενός μέρους τής σκηνής, 27 και πέντε μοχλούς για τις σανίδες τού άλλου μέρους τής σκηνής, 28 και πέντε μοχλούς για τις σανίδες τού μέρους τής σκηνής για το πλάγιο, που είναι προς δυσμάς· και ο μεσαίος μοχλός, που είναι στο μέσον των σανίδων, θα διαπερνάει από τη μία άκρη μέχρι την άλλη άκρη. 29 Και τις σανίδες θα τις σκεπάσεις ολόγυρα με χρυσάφι, και τους κρίκους τους θα τους κάνεις χρυσούς, για να είναι θήκες των μοχλών· και θα σκεπάσεις ολόγυρα τους μοχλούς με χρυσάφι. 30 Και θα ανεγείρεις τη σκηνή σύμφωνα με το σχέδιό της, που σου δείχθηκε επάνω στο βουνό. 31 Και θα κάνεις καταπέτασμα από βαθυγάλαζο ύφασμα, και πορφυρούν και κόκκινο, και κλωσμένη βύσσο, με εργασία καλλίτεχνη· με χερουβείμ θα είναι κατασκευασμένο. 32 Και θα το κρεμάσεις επάνω σε τέσσερις στύλους από ξύλο σιττίμ περισκεπασμένους με χρυσάφι· τα άγκιστρά τους θα είναι χρυσά, επάνω στα τέσσερα ασημένια υποστηρίγματα. 33 Και θα κρεμάσεις το καταπέτασμα κάτω από τις περόνες, για να φέρεις εκεί, από μέσα από το καταπέτασμα, την κιβωτό τού μαρτυρίου· και το καταπέτασμα θα κάνει χώρισμα σε σας, ανάμεσα στο άγιο και το άγιο των αγίων. 34 Και θα βάλεις το ιλαστήριο επάνω στην κιβωτό τού μαρτυρίου, στο άγιο των αγίων. 35 Και θα βάλεις το τραπέζι απέξω από το καταπέτασμα, και τη λυχνία αντικρυνά στο τραπέζι, προς το νότιο μέρος τής σκηνής· και το τραπέζι θα είναι προς το βόρειο μέρος. 36 Και θα κάνεις για τη θύρα τής σκηνής έναν τάπητα από βαθυγάλαζο ύφασμα και πορφυρούν, και κόκκινο, και κλωσμένη βύσσο, φτιαγμένον με κεντητή εργασία. 37 Και θα κάνεις για τον τάπητα πέντε στύλους από σιττίμ, και θα τους σκεπάσεις με χρυσάφι ολόγυρα· τα άγκιστρά τους θα είναι χρυσά· και θα χύσεις γι' αυτούς πέντε χάλκινα υποστηρίγματα.

Έξοδος 27

1 ΚΑΙ θα κάνεις θυσιαστήριο από ξύλο σιττίμ, πέντε πήχες το μάκρος, και πέντε πήχες το πλάτος· τετράγωνο θα είναι το θυσιαστήριο· και το ύψος του τριών πηχών· 2 και θα κάνεις τα κέρατά του στις τέσσερις γωνίες του· τα κέρατά του θα είναι από το ίδιο· και θα το σκεπάσεις ολόγυρα με χαλκό. 3 Και θα κάνεις τους σταχτοδόχους λέβητές του, και τα φτυάρια του, και τις λεκάνες του, και τις κρεάγρες του, και τα πυροδοχεία του· χάλκινα θα κάνεις όλα τα σκεύη του. 4 Και θα κάνεις γι' αυτό μια χάλκινη σχάρα διχτυωτής εργασίας· κι επάνω στο δίχτυ θα κάνεις τέσσερις κρίκους χάλκινους, στις τέσσερις γωνίες του. 5 Και θα τη βάλεις κάτω από την περιοχή τού θυσιαστηρίου, από κάτω, ώστε το δίχτυ να είναι μέχρι το μέσον του θυσιαστηρίου. 6 Και θα κάνεις μοχλούς για το θυσιαστήριο, μοχλούς από ξύλο σιττίμ, και θα τους σκεπάσεις ολόγυρα με χαλκό· 7 και οι μοχλοί θα μπουν μέσα στους κρίκους, και θα είναι οι μοχλοί επάνω στις δύο πλευρές του θυσιαστηρίου, για να το βαστάζουν. 8 Κοίλο με σανίδες θα το κάνεις, όπως σου δείχθηκε επάνω στο βουνό· έτσι θα κάνουν. 9 Και θα κάνεις την αυλή τής σκηνής· από το νότιο μέρος προς τη μεσημβρία θα υπάρχουν παραπετάσματα για την αυλή από κλωσμένη βύσσο, το μάκρος 100 πήχες για τη μία πλευρά. 10 Και οι 20 στύλοι της, και τα 20 υποστηρίγματά τους, θα είναι χάλκινα· τα άγκιστρα των στύλων και οι ζώνες τους ασημένιες. 11 Και το ίδιο προς τη βόρεια πλευρά θα είναι παραπετάσματα κατά μήκος, με μάκρος 100 πηχών και οι 20 στύλοι τους, και τα 20 χάλκινα υποστηρίγματά τους· και τα άγκιστρα των στύων και οι ζώνες τους ασημένιες. 12 Και για το πλάτος της αυλής προς τη δυτική πλευρά θα είναι παραπετάσματα 50 πηχών· δέκα στύλοι γι' αυτά, και δέκα υποστηρίγματα γι' αυτά. 13 Και το πλάτος τής αυλής προς την ανατολική πλευρά, που είναι προς την ανατολή, θα είναι 50 πήχες. 14 Και τα παραπετάσματα του ενός μέρους τής πύλης θα είναι 15 πήχες· τρεις στύλοι γι' αυτά, και τρεις υποστηρίγματα γι' αυτά. 15 Και στο άλλο μέρος θα είναι παραπετάσματα 15 πηχών· τρεις στύλοι γι' αυτά, και τρία υποστηρίγματα γι' αυτά. 16 Για την πύλη τής αυλής, όμως, θα είναι ένα καταπέτασμα 20 πηχών, από βαθυγάλαζο ύφασμα, και πορφυρούν, και κόκκινο, και κλωσμένη βύσσο, φτιαγμένο με κεντητή εργασία· τέσσερις στύλοι γι' αυτό, και τέσσερα υποστηρίγματα γι' αυτό. 17 Όλοι οι στύλοι ολόγυρα στην αυλή θα είναι ζωσμένοι με ασήμι, τα άγκιστρά τους ασημένια, και τα υποστηρίγματά τους χάλκινα. 18 Το μάκρος τής αυλής θα είναι 100 πήχες, και το πλάτος από τις δύο πλευρές 50, και το ύψος πέντε πήχες από κλωσμένη βύσσο, και τα υποστηρίγματά τους χάλκινα. 19 Όλα τα σκεύη τής σκηνής για ολόκληρη την υπηρεσία της, και όλοι οι πάσσαλοί της, και όλοι οι πάσσαλοι της αυλής θα είναι χάλκινοι. 20 ΚΑΙ εσύ θα προστάξεις τους γιους Ισραήλ να σου φέρουν καθαρό λάδι από κοπανισμένες ελιές για το φως, για να καίει πάντοτε το λυχνάρι. 21 Στη σκηνή τού μαρτυρίου, απέξω από το καταπέτασμα, που είναι μπροστά στο μαρτύριο, ο Ααρών και οι γιοι του θα το φροντίζουν από την εσπέρα μέχρι το πρωί μπροστά στον Κύριο· αυτό θα είναι παντοτινός νόμος στους γιους Ισραήλ στις γενεές τους.

Έξοδος 28

1 ΚΑΙ εσύ φέρε κοντά σου τον Ααρών, τον αδελφό σου, και τους γιους του μαζί του, ανάμεσα από τους γιους Ισραήλ, για να ιερατεύουν σε μένα: Τον Ααρών, τον Ναδάβ και τον Αβιούδ, τον Ελεάζαρ και τον Ιθάμαρ, τους γιους τού Ααρών. 2 Και θα κάνεις μια άγια στολή στον Ααρών τον αδελφό σου, για δόξα και τιμή. 3 Κι εσύ μίλησε προς όλους τούς σοφούς στην καρδιά, τους οποίους εγώ γέμισα από πνεύμα σοφίας, να κάνουν τη στολή τού Ααρών, για να τον καθιερώσεις, ώστε να ιερατεύει σε μένα. 4 Κι αυτή είναι η στολή, που θα κάνουν: Ένα περιστήθιο, και ένα εφόδ, και έναν ποδήρη, και έναν χιτώνα κεντητό, μια μίτρα και μια ζώνη· και θα κάνουν στολές άγιες στον Ααρών, τον αδελφό σου, και στους γιους του, για να ιερατεύουν σε μένα. 5 Κι αυτοί θα πάρουν το χρυσάφι και το βαθυγάλαζο ύφασμα, και το πορφυρούν, και το κόκκινο, και τη βύσσο· 6 και θα κάνουν το εφόδ από χρυσάφι, και βαθυγάλαζο ύφασμα, και πορφυρούν, από κόκκινο, και κλωσμένη βύσσο, καλλίτεχνης εργασίας· 7 θα έχει τις δύο επωμίδες του συνδεδεμένες στις δύο άκρες του, ώστε να συνδέονται. 8 Και η κεντητή ζώνη τού εφόδ, που είναι επάνω του, θα είναι από το ίδιο, κατά την εργασία του· από χρυσάφι, από βαθυγάλαζο ύφασμα, και πορφυρούν, και κόκκινο, και κλωσμένη βύσσο. 9 Και θα πάρεις δύο ονυχίτες πέτρες, και θα εγχαράξεις επάνω τους τα ονόματα των γιων Ισραήλ· 10 επάνω στη μία πέτρα, έξι από τα ονόματα αυτά, και τα υπόλοιπα έξι ονόματα επάνω στην άλλη πέτρα, σύμφωνα με τη σειρά τής γέννησής τους· 11 με εργασία λιθογλύφου, σύμφωνα με τη χάραξη της σφραγίδας, θα χαράξεις τις δύο πέτρες με τα ονόματα των γιων Ισραήλ· θα τις εναρμόσεις σε χρυσούς οικίσκους. 12 Και θα βάλεις τις δύο πέτρες επάνω στις επωμίδες του εφόδ, πέτρες υπόμνησης στους γιους Ισραήλ· και ο Ααρών θα βαστάζει τα ονόματά τους μπροστά στον Κύριο, επάνω στους δύο ώμους του για υπόμνηση. 13 Και θα κάνεις χρυσούς οικίσκους· 14 και δύο αλυσίδες από καθαρό χρυσάφι από τις άκρες· με εργασία πλεκτή θα τις κάνεις, και θα συνδέσεις τις πλεκτές αλυσίδες με τους οικίσκους. 15 Και θα κάνεις το περιστήθιο της κρίσης με καλλίτεχνη εργασία· σύμφωνα με την εργασία τού εφόδ θα το κάνεις· από χρυσάφι, βαθυγάλαζο ύφασμα, και πορφυρούν, και κόκκινο, και βύσσο κλωσμένη, θα το κάνεις· 16 θα είναι τετράγωνο, διπλό· μιας σπιθαμής το μάκρος του, και μιας σπιθαμής το πλάτος του. 17 Και θα εναρμόσεις σ' αυτό πέτρες, τέσσερις σειρές από πέτρες· σειρά από σάρδιο, τοπάζι, και σμάραγδο, θα είναι η πρώτη σειρά· 18 και η δεύτερη σειρά, άνθρακας, σάπφειρος, και αδάμαντας· 19 και η τρίτη σειρά, λιγύριο, αχάτης, και αμέθυστος· 20 και η τέταρτη σειρά, βηρύλλιο, και όνυχας, και ίασπης· εναρμοσμένοι θα είναι στους χρυσούς οικίσκους τους· 21 και οι πέτρες θα είναι με τα ονόματα των γιων Ισραήλ, 12, σύμφωνα με τα ονόματά τους, με τη χάραξη της σφραγίδας· κάθε ένας με το όνομά του θα είναι, σύμφωνα με τις 12 φυλές. 22 Και επάνω στο περιστήθιο θα κάνεις στις άκρες αλυσίδες, εργασίας πλεκτής από καθαρό χρυσάφι. 23 Και θα κάνεις επάνω στο περιστήθιο δύο κρίκους χρυσούς, και θα περάσεις τους δύο κρίκους στις δύο άκρες τού περιστηθίου. 24 Και θα περάσεις τις δύο πλεκτές χρυσές αλυσίδες στους δύο κρίκους, που είναι στις άκρες τού περιστηθίου. 25 Και τις άλλες δύο άκρες των δύο πλεκτών αλυσίδων θα τις συνδέσεις με τους δύο οικίσκους, και θα τους βάλεις στις επωμίδες τού εφόδ μπροστά του. 26 Και θα κάνεις δύο χρυσούς κρίκους, και θα τους βάλεις επάνω στις δύο άκρες τού περιστηθίου, στο χείλος του, που είναι προς το μέρος του εφόδ από μέσα· 27 και θα κάνεις ακόμα δύο χρυσούς κρίκους, και θα τους βάλεις στα δύο πλάγια τού εφόδ, από κάτω, προς το μπροστινό μέρος του, αντικρυνά στην άλλη ένωσή του, από πάνω από την κεντητή ζώνη του εφόδ. 28 Και θα δένουν το περιστήθιο με τους κρίκους του στους κρίκους τού εφόδ, με μια ταινία από βαθυγάλαζο ύφασμα για να είναι επάνω από την κεντητή ζώνη τού εφόδ, και για να μη είναι το περιστήθιο χωρισμένο από το εφόδ. 29 Και ο Ααρών θα βαστάζει τα ονόματα των γιων Ισραήλ στο περιστήθιο της κρίσης επάνω στην καρδιά του, όταν μπαίνει στο άγιο για υπόμνηση μπροστά στον Κύριο, παντοτινά. 30 Και θα βάλεις στο περιστήθιο της κρίσης το Ουρίμ και το Θουμμίμ, και θα είναι επάνω στην καρδιά τού Ααρών, όταν μπαίνει μπροστά στον Κύριο· και ο Ααρών θα βαστάζει την κρίση των γιων Ισραήλ επάνω στην καρδιά του μπροστά στον Κύριο, παντοτινά. 31 Και θα κάνεις τον ποδήρη τού εφόδ ολόκληρον από βαθυγάλαζο ύφασμα. 32 Και θα είναι στην κορυφή του ένα άνοιγμα, προς το μέσον του· θα έχει μια υφαντή ταινία ολόγυρα στο άνοιγμά του, καθώς είναι το άνοιγμα του θώρακα, για να μη σχίζεται. 33 Και θα κάνεις επάνω στα κράσπεδά του ρόδια από βαθυγάλαζο ύφασμα, και πορφυρούν, και κόκκινο, επάνω στα κράσπεδά του, ολόγυρα· και χρυσά κουδούνια ανάμεσά τους, ολόγυρα· 34 ένα χρυσό κουδούνι και ένα ρόδι, ένα χρυσό κουδούνι και ένα ρόδι, επάνω στα κράσπεδα του ποδήρη, ολόγυρα. 35 Και θα είναι επάνω στον Ααρών, για να λειτουργεί· και ο ήχος του θα είναι ακουστός, όταν μπαίνει στο άγιο μπροστά στον Κύριο, και όταν βγαίνει, για να μη πεθάνει. 36 Και θα κάνεις μια πλάκα από καθαρό χρυσάφι, και θα χαράξεις επάνω της, σαν χάραξη σφραγίδας, ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ. 37 Και θα τη βάλεις επάνω στη βαθυγάλαζη ταινία, για να είναι επάνω στη μίτρα· θα είναι στο μπροστινό μέρος τής μίτρας. 38 Και θα είναι επάνω στο μέτωπο του Ααρών, για να σηκώνει ο Ααρών την ανομία των άγιων πραγμάτων, που οι γιοι τού Ισραήλ θα αγιάζουν σε όλες τους τις άγιες προσφορές· και θα είναι παντοτινά επάνω στο μέτωπό του, για να είναι δεκτές μπροστά στον Κύριο. 39 Και θα υφάνεις τον χιτώνα από βύσσο, και θα κάνεις μια μίτρα από βύσσο, και θα κάνεις μια ζώνη εργασίας ενός κεντητή. 40 Και για τους γιους τού Ααρών θα κάνεις χιτώνες, και θα κάνεις γι' αυτούς ζώνες, και μιτρίδια θα κάνεις γι' αυτούς, για δόξα και τιμή. 41 Και θα ντύσεις μ' αυτά τον Ααρών τον αδελφό σου, και τους γιους του μαζί του, και θα τους χρίσεις, και θα τους καθιερώσεις, και θα τους αγιάσεις, για να ιερατεύουν σε μένα. 42 Και θα τους κάνεις λινές περισκελίδες, για να σκεπάζουν τη γύμνωση της σάρκας τους· θα φτάνουν από την οσφύ μέχρι τους μηρούς· 43 και θα είναι επάνω στον Ααρών, κι επάνω στους γιους του, όταν μπαίνουν στη σκηνή τού μαρτυρίου ή όταν πλησιάζουν το θυσιαστήριο για να λειτουργήσουν, μέσα στο άγιο, για να μη φέρουν επάνω τους ανομία, και πεθάνουν· αυτό θα είναι παντοτινός νόμος σ' αυτόν και στο σπέρμα του ύστερα απ' αυτόν.

Έξοδος 29

1 ΚΑΙ τούτο είναι το πράγμα, που θα κάνεις σ' αυτούς, για να τους αγιάσεις, ώστε να ιερατεύουν σε μένα. Πάρε ένα μοσχάρι βοδιού, και δύο άμωμα κριάρια, 2 και άζυμο ψωμί, και άζυμες πίτες, ζυμωμένες με λάδι, και άζυμα λάγανα, χρισμένα με λάδι· από σιμιγδάλι σιταριού θα τα κάνεις. 3 Και θα τα βάλεις σε ένα κανίστρι, και θα τα φέρεις μέσα στο κανίστρι, μαζί με το μοσχάρι και τα δύο κριάρια. 4 Και θα φέρεις τον Ααρών και τους γιους του στη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου, και θα τους λούσεις με νερό. 5 Και θα πάρεις τις στολές, και θα ντύσεις τον Ααρών με τον χιτώνα, και τον ποδήρη τού εφόδ, και το εφόδ, και το περιστήθιο, και θα τον ζώσεις με την κεντητή ζώνη τού εφόδ· 6 και θα βάλεις τη μίτρα επάνω στο κεφάλι του, και θα βάλεις το άγιο διάδημα επάνω στη μίτρα. 7 Τότε, θα πάρεις το λάδι τού χρίσματος, και θα χύσεις απ' αυτό επάνω στο κεφάλι του, και θα τον χρίσεις. 8 Και θα φέρεις τους γιους του, και θα τους ντύσεις με χιτώνες· 9 και θα τους ζώσεις με ζώνες, τον Ααρών και τους γιους του, και θα τους περιθέσεις μιτρίδια, και η ιερατεία θα είναι σ' αυτούς ως παντοτινός νόμος· και θα καθιερώσεις τον Ααρών και τους γιους του. 10 Και θα φέρεις το μοσχάρι μπροστά στη σκηνή τού μαρτυρίου, και ο Ααρών και οι γιοι του θα βάλουν τα χέρια τους επάνω στο κεφάλι τού μοσχαριού· 11 και θα σφάξεις το μοσχάρι μπροστά στον Κύριο, δίπλα στη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου. 12 Και θα πάρεις από το αίμα τού μοσχαριού, και θα βάλεις επάνω στα κέρατα του θυσιαστηρίου με το δάχτυλό σου· και θα χύσεις όλο το αίμα κοντά στη βάση τού θυσιαστηρίου. 13 Και θα πάρεις ολόκληρο το λίπος, που περισκεπάζει τα εντόσθια, και τον επάνω λοβό τού συκωτιού, και τα δύο νεφρά, και το λίπος, που είναι επάνω τους, και θα τα κάψεις επάνω στο θυσιαστήριο. 14 Αλλά, το κρέας τού μοσχαριού, και το δέρμα του, και τα κόπρανά του, θα τα κάψεις έξω από το στρατόπεδο με φωτιά· τούτο είναι θυσία περί αμαρτίας. 15 Και θα πάρεις το ένα κριάρι, και θα βάλουν τα χέρια τους, ο Ααρών και οι γιοι του, επάνω στο κεφάλι τού κριαριού· 16 και θα σφάξεις το κριάρι, και θα πάρεις το αίμα του, και θα ραντίσεις επάνω στο θυσιαστήριο ολόγυρα· 17 και θα διαμελίσεις το κριάρι σε τμήματα, και θα πλύνεις τα εντόσθιά του, και τα πόδια του, και θα τα βάλεις μαζί με τα τμήματά του, και μαζί με το κεφάλι του· 18 και θα κάψεις ολόκληρο το κριάρι επάνω στο θυσιαστήριο· τούτο είναι ολοκαύτωμα στον Κύριο· είναι οσμή ευωδίας, θυσία που γίνεται με φωτιά στον Κύριο. 19 Και θα πάρεις το δεύτερο κριάρι· και ο Ααρών και οι γιοι του θα βάλουν τα χέρια τους επάνω στο κεφάλι τού κριαριού· 20 τότε, θα σφάξεις το κριάρι, και θα πάρεις από το αίμα του, και θα βάλεις επάνω στον λοβό τού δεξιού αυτιού τού Ααρών, κι επάνω στον λοβό τού δεξιού αυτιού των γιων του, κι επάνω στον αντίχειρα του δεξιού χεριού τους, κι επάνω στο μεγάλο δάχτυλο του δεξιού ποδιού τους, και θα ραντίσεις το αίμα επάνω στο θυσιαστήριο, ολόγυρα. 21 Και θα πάρεις από το αίμα του, που είναι επάνω στο θυσιαστήριο, και από το λάδι τού χρίσματος, και θα ραντίσεις επάνω στον Ααρών, κι επάνω στις στολές του, κι επάνω στους γιους του, κι επάνω στις στολές των γιων του, μαζί μ' αυτόν· και θα αγιαστούν, αυτός, και οι στολές του, και οι γιοι του, και οι στολές των γιων του μαζί μ' αυτόν. 22 Και θα πάρεις από το κριάρι το λίπος και την ουρά, και το λίπος, αυτό που περισκεπάζει τα εντόσθια, και τον επάνω λοβό τού συκωτιού, και τα δύο νεφρά, και το λίπος που είναι επάνω τους, και τον δεξί βραχίονα, (επειδή, είναι κριάρι καθιέρωσης), 23 και ένα καρβέλι ψωμί και μια πίτα λαδωμένη, και ένα λάγανο από το κανίστρι των αζύμων, εκείνων που είναι σε πρόθεση μπροστά στον Κύριο· 24 και θα τα βάλεις όλα στα χέρια τού Ααρών, και στα χέρια των γιων του· και θα τα κινήσεις σε κινητή προσφορά μπροστά στον Κύριο. 25 Και θα τα πάρεις από τα χέρια τους, και θα τα κάψεις επάνω στο θυσιαστήριο, επάνω από το ολοκαύτωμα, σε οσμή ευωδίας μπροστά στον Κύριο· αυτό είναι θυσία που γίνεται με φωτιά στον Κύριο. 26 Και θα πάρεις το στήθος από το κριάρι τής καθιέρωσης, που είναι για τον Ααρών, και θα το κινήσεις σε κινητή προσφορά μπροστά στον Κύριο, και θα είναι δικό σου μερίδιο. 27 Και θα αγιάσεις το στήθος τής κινητής προσφοράς, και τον βραχίονα της προσφοράς τής ύψωσης, που κινήθηκε, και η οποία υψώθηκε, από το κριάρι τής καθιέρωσης, από εκείνο που είναι για τον Ααρών, και από εκείνο που είναι για τους γιους του· 28 και θα είναι του Ααρών και των γιων του ως νόμος παντοτινός από τους γιους Ισραήλ· επειδή, είναι προσφορά ύψωσης· και θα είναι προσφορά ύψωσης από τους γιους Ισραήλ, από τις ειρηνικές θυσίες τους, η προσφορά τους που υψώνεται στον Κύριο. 29 Και η άγια στολή του Ααρών θα είναι των γιων του ύστερα απ' αυτόν, για να χριστούν σ' αυτή, και να καθιερωθούν σ' αυτή. 30 Επτά ημέρες θα ντύνεται ο ιερέας μ' αυτή, αυτός που είναι αντ' αυτού από τους γιους του, που μπαίνει μέσα στη σκηνή τού μαρτυρίου για να υπηρετήσει μέσα στο άγιο. 31 Και θα πάρεις το κριάρι τής καθιέρωσης, και θα βράσεις το κρέας του σε έναν άγιο τόπο. 32 Και θα φάνε ο Ααρών και οι γιοι του το κρέας τού κριαριού, και το ψωμί που είναι στο κανίστρι, κοντά στη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου. 33 Και θα φάνε εκείνα διαμέσου των οποίων έγινε η εξιλέωση για καθιέρωση και αγιασμό τους· ξένος, όμως, δεν θα φάει, επειδή, είναι άγια· 34 και αν μείνει κάτι από το κρέας των καθιερώσεων ή από το ψωμί, μέχρι το πρωί, τότε θα κάψεις με φωτιά αυτό που απέμεινε· δεν θα φαγωθεί, επειδή είναι άγιο. 35 Και θα κάνεις έτσι στον Ααρών και στους γιους του, σύμφωνα με όσα σε πρόσταξα· επτά ημέρες θα τους καθιερώσεις· 36 και κάθε ημέρα θα προσφέρεις ένα μοσχάρι για προσφορά περί αμαρτίας για εξιλέωση. Και θα καθαρίζεις το θυσιαστήριο, κάνοντας εξιλέωση γι' αυτό, και θα το χρίσεις για να το αγιάσεις. 37 Επτά ημέρες θα κάνεις εξιλέωση για το θυσιαστήριο, και θα το αγιάζεις· και θα είναι θυσιαστήριο αγιότατο· κάθε τι που αγγίζει το θυσιαστήριο θα είναι άγιο. 38 Και τούτο είναι εκείνο, που θα προσφέρεις επάνω στο θυσιαστήριο· δύο αρνιά, χρονιάρικα, την ημέρα, παντοτινά· 39 το ένα αρνί θα το προσφέρεις το πρωί, και το άλλο αρνί θα το προσφέρεις το δειλινό· 40 και μαζί με το ένα αρνί ένα δέκατο σιμιγδάλι ζυμωμένο με ένα τέταρτο ιν κοπανισμένου λαδιού· και ένα τέταρτο ιν κρασιού για σπονδή· 41 και το δεύτερο αρνί θα το προσφέρεις το δειλινό· σύμφωνα με την προσφορά τού πρωινού, και σύμφωνα με τη σπονδή της, θα κάνεις σ' αυτό, σε οσμή ευωδίας, θυσία που γίνεται με φωτιά στον Κύριο. 42 Αυτό θα είναι ένα παντοτινό ολοκαύτωμα στις γενεές σας, κοντά στη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου, μπροστά στον Κύριο· όπου θα εμφανίζομαι σε σας, για να μιλάω εκεί σε σένα. 43 Και εκεί θα εμφανίζομαι στους γιους Ισραήλ, και η σκηνή θα αγιάζεται με τη δόξα μου. 44 Και θα αγιάζω τη σκηνή τού μαρτυρίου, και το θυσιαστήριο· θα αγιάζω και τον Ααρών, και τους γιους του, για να ιερατεύουν σε μένα. 45 Και θα κατοικώ ανάμεσα στους γιους Ισραήλ, και θα είμαι ο Θεός τους. 46 Κι αυτοί θα γνωρίζουν ότι εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός τους, που τους έβγαλα από την Αίγυπτο, για να κατοικώ ανάμεσά τους· εγώ ο Κύριος ο Θεός τους.

Έξοδος 30

1 ΘΑ κάνεις και ένα θυσιαστήριο για να θυμιάζεις θυμίαμα· από ξύλο σιττίμ θα το κάνεις· 2 μία πήχη το μάκρος του, και μία πήχη το πλάτος του· θα είναι τετράγωνο· και το ύψος του δύο πήχες· τα κέρατά του θα προέρχονται απ' αυτό. 3 Και θα το σκεπάσεις ολόγυρα με καθαρό χρυσάφι, την κορυφή του, και τα πλάγιά του, ολόγυρα, και τα κέρατά του· και θα του κάνεις ένα χρυσό στεφάνι, ολόγυρα. 4 Και δύο χρυσούς κρίκους θα του κάνεις κάτω από το στεφάνι· κοντά στις δύο γωνίες του, επάνω στα δύο πλάγιά του θα τους κάνεις, και θα είναι θήκες των μοχλών, ώστε να το βαστάζουν μ' αυτούς. 5 Και θα κάνεις τους μοχλούς από ξύλο σιττίμ, και θα τους σκεπάσεις ολόγυρα με χρυσάφι. 6 Και θα το βάλεις απέναντι από το καταπέτασμα, που είναι μπροστά στην κιβωτό τού μαρτυρίου, αντικρυνά στο ιλαστήριο, που είναι επάνω στο μαρτύριο, όπου θα εμφανίζομαι σε σένα. 7 Και ο Ααρών θα θυμιάζει επάνω σ' αυτό ευωδιαστό θυμίαμα, κάθε πρωινό· όταν ετοιμάζει τα λυχνάρια, θα θυμιάζει επάνω σ' αυτό. 8 Και όταν ο Ααρών ανάβει τα λυχνάρια την εσπέρα, θα θυμιάζει επάνω σ' αυτό, θυμίαμα παντοτινό μπροστά στον Κύριο στις γενεές σας. 9 Δεν θα προσφέρετε επάνω σ' αυτό ξένο θυμίαμα ούτε ολοκαύτωμα ούτε προσφορά από άλφιτα ούτε θα χύσετε επάνω σ' αυτό σπονδή. 10 Και ο Ααρών θα κάνει εξιλέωση επάνω στα κέρατά του μία φορά τον χρόνο, με το αίμα τής προσφοράς της εξιλέωσης περί αμαρτίας· μία φορά τον χρόνο θα κάνει εξιλέωση επάνω σ' αυτό στις γενεές σας· αυτό είναι αγιότατο στον Κύριο. 11 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 12 Όταν παίρνεις το κεφάλαιο των γιων Ισραήλ στην απαρίθμησή τους, τότε κάθε άνθρωπος θα δώσει λύτρο για την ψυχή του στον Κύριο, όταν τους απαριθμείς, για να μη πέσει επάνω τους πληγή, όταν τους απαριθμείς· 13 αυτό θα δίνουν· όποιος περνάει στην απαρίθμηση, το μισό τού σίκλου, σύμφωνα με τον σίκλο τού αγίου· (ο σίκλος είναι 20 γερά·) μισό τού σίκλου θα είναι η προσφορά του Κυρίου. 14 Καθένας που περνάει στην απαρίθμηση, από ηλικίας 20 χρόνων κι επάνω, θα δώσει προσφορά στον Κύριο. 15 Ο πλούσιος δεν θα δώσει περισσότερο, και ο φτωχός δεν θα δώσει λιγότερο από μισό σίκλο, όταν δίνουν προσφορά στον Κύριο, για να κάνουν εξιλέωση για τις ψυχές σας. 16 Και θα πάρεις το ασήμι τής εξιλέωσης από τους γιους Ισραήλ, και θα το μεταχειριστείς στην υπηρεσία τής σκηνής τού μαρτυρίου, και θα είναι στους γιους Ισραήλ σε υπόμνηση μπροστά στον Κύριο, για να γίνει εξιλέωση για τις ψυχές σας. 17 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 18 Θα κάνεις, ακόμα, έναν χάλκινο νιπτήρα, και τη βάση του χάλκινη, για να πλένονται· και θα ον βάλεις μεταξύ της σκηνής τού μαρτυρίου και του θυσιαστηρίου, και θα βάλεις σ' αυτόν νερό· 19 και ο Ααρών και οι γιοι του θα πλένουν τα χέρια τους και τα πόδια τους απ' αυτόν· 20 όταν μπαίνουν στη σκηνή του μαρτυρίου, θα πλένονται με νερό, για να μη πεθάνουν· ή, όταν πλησιάζουν στο θυσιαστήριο για να υπηρετήσουν, για να κάψουν μια θυσία, που γίνεται με φωτιά στον Κύριο· 21 τότε θα πλένουν τα χέρια τους και τα πόδια τους, για να μη πεθάνουν· κι αυτό θα είναι παντοτινός νόμος σ' αυτούς, σ' αυτόν και στο σπέρμα του στις γενεές τους. 22 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 23 Κι εσύ, πάρε για τον εαυτό σου εκλεκτά αρώματα, καθαρή σμύρνη 500 σίκλων, και ευώδες κιννάμωμο το μισό απ' αυτή, 250, και ευώδη κάλαμο 250, 24 και κασσία 500, σύμφωνα με τον σίκλο τού αγίου, και λάδι ελιάς ένα ιν· 25 και θα το κάνεις λάδι άγιου χρίσματος, χρίσμα αρωματικό, σύμφωνα με την τέχνη τού αρωματοποιού· άγιο λάδι επιχρίσματος θα είναι. 26 Και θα χρίσεις μ' αυτό τη σκηνή τού μαρτυρίου, και την κιβωτό τού μαρτυρίου, 27 και το τραπέζι και όλα τα σκεύη του, και τη λυχνία και τα σκεύη της, και το θυσιαστήριο του θυμιάματος, 28 και το θυσιαστήριο του ολοκαυτώματος, μαζί με όλα τα σκεύη του, και τον νιπτήρα και τη βάση του. 29 Και θα τα αγιάσεις, για να είναι αγιότατα· κάθε τι που τα αγγίζει, θα είναι άγιο. 30 Και τον Ααρών και τους γιους του θα τους χρίσεις, και θα τους αγιάσεις, για να ιερατεύουν σε μένα. 31 Και θα μιλήσεις στους γιους Ισραήλ, λέγοντας: Αυτό θα είναι σε μένα άγιο λάδι επιχρίσματος στις γενεές σας· 32 δεν θα επιχυθεί σε σάρκα ανθρώπου ούτε θα κάνετε όμοιο μ' αυτό, σύμφωνα με τη σύνθεσή του, αυτό είναι άγιο, και άγιο θα είναι σε σας· 33 όποιος συνθέσει όμοιο μ' αυτό ή όποιος βάλει απ' αυτό σε αλλογενή, θα εξολοθρευτεί από τον λαό του. 34 ΚΑΙ ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Πάρε για τον εαυτό σου ευώδη αρώματα, στακτή, και όνυχα, και χαλβάνη, αυτά τα ευώδη αρώματα, μαζί με καθαρό λιβάνι· το ίδιο βάρος θα είναι το κάθε ένα. 35 Και θα το κάνεις θυμίαμα, σε σύνθεση σύμφωνα με την τέχνη του αρωματοποιού, αναμιγμένο, καθαρό, άγιο· 36 και θα κοπανίσεις ένα μέρος απ' αυτό, πολύ λεπτό, και θα βάλεις απ' αυτό μπροστά στο μαρτύριο στη σκηνή τού μαρτυρίου, όπου θα εμφανίζομαι σε σένα· αυτό θα είναι σε σας αγιότατο. 37 Και σύμφωνα με τη σύνθεση του θυμιάματος αυτού, που θα κάνεις, εσείς δεν θα κάνετε για τον εαυτό σας· άγιο θα είναι σε σένα για τον Κύριο· 38 όποιος κάνει όμοιο μ' αυτό, για να το μυρίζει, θα εξολοθρευτεί από τον λαό.

Έξοδος 31

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 2 Δες, εγώ κάλεσα ονομαστικά τον Βεσελεήλ, τον γιο τού Ουρί, γιου τού Ωρ, από τη φυλή τού Ιούδα· 3 και τον γέμισα με θείο πνεύμα, με σοφία, και σύνεση, και επιστήμη, και κάθε καλλιτεχνία, 4 για να επινοεί καλλίτεχνα έργα, ώστε να εργάζεται σε χρυσάφι, και σε ασήμι, και σε χαλκό, 5 και να γλύφει πέτρες ένθεσης, και να σκαλίζει ξύλα, για εργασία κάθε καλλιτεχνίας. 6 Κι εγώ, δες, έδωσα σ' αυτόν τον Ελιάβ, τον γιο τού Αχισαμάχ, από τη φυλή τού Δαν· και σε κάθε έναν συνετόν στην καρδιά, έδωσα σοφία, για να κάνουν όλα όσα πρόσταξα σε σένα· 7 τη σκηνή τού μαρτυρίου, και την κιβωτό τού μαρτυρίου, και το ιλαστήριο, που είναι από πάνω της, και όλα τα σκεύη τής σκηνής, 8 και το τραπέζι και τα σκεύη του, και την καθαρή λυχνία με όλα τα σκεύη της, και το θυσιαστήριο του θυμιάματος, 9 και το θυσιαστήριο του ολοκαυτώματος μαζί με τα σκεύη του, και τον νιπτήρα, και τη βάση του, 10 και τις στολές υπηρεσίας, και τις άγιες στολές τού Ααρών τού ιερέα, και τις στολές των γιων του, για να ιερατεύουν, 11 και το επιχρισματικό λάδι, και το ευώδες θυμίαμα για το άγιο· θα κάνουν σύμφωνα με όλα όσα πρόσταξα σε σένα. 12 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 13 Κι εσύ μίλησε στους γιους Ισραήλ, λέγοντας: Προσέχετε να τηρείτε τα σάββατά μου· επειδή, αυτό είναι σημάδι ανάμεσα σε μένα και σε σας, στις γενεές σας, για να γνωρίζετε ότι εγώ είμαι ο Κύριος, που σας αγιάζω· 14 και θα τηρείτε το σάββατο, επειδή, είναι άγιο σε σας· όποιος το βεβηλώσει, θα θανατωθεί, οπωσδήποτε· επειδή, κάθε ένας που θα κάνει εργασία σ' αυτό, εκείνη η ψυχή θα εξολοθρευτεί μέσα από τον λαό της. 15 Έξι ημέρες θα γίνεται εργασία· και την έβδομη ημέρα, θα είναι σάββατο, άγια ανάπαυση στον Κύριο· και όποιος κάνει εργασία την ημέρα τού σαββάτου, θα θανατωθεί, οπωσδήποτε. 16 Και οι γιοι Ισραήλ θα τηρούν το σάββατο, για να το γιορτάζουν στις γενεές τους, σε μια αιώνια διαθήκη. 17 Αυτό είναι σημάδι ανάμεσα σε μένα και στους γιους Ισραήλ για πάντα· επειδή, σε έξι ημέρες δημιούργησε ο Κύριος τον ουρανό και τη γη, στην έβδομη ημέρα, όμως, σταμάτησε και αναπαύθηκε. 18 ΚΑΙ έδωσε στον Μωυσή, αφού τελείωσε να μιλάει σ' αυτόν επάνω στο βουνό Σινά, δύο πλάκες τού μαρτυρίου, πέτρινες πλάκες, γραμμένες με το δάχτυλο του Θεού.

Έξοδος 32

1 ΚΑΙ βλέποντας ο λαός ότι ο Μωυσής βράδυνε να κατέβει από το βουνό, ο λαός συγκεντρώθηκε προς τον Ααρών, και του έλεγαν: Σήκω, κάνε σε μας θεούς, που να προπορεύονται σε μας· επειδή, αυτός ο Μωυσής, ο άνθρωπος που μας έβγαλε από την Αίγυπτο, δεν ξέρουμε τι απέγινε αυτός. 2 Και ο Ααρών είπε σ' αυτούς: Βγάλτε τα χρυσά σκουλαρίκια, που είναι στα αυτιά των γυναικών σας, των γιων σας, και των θυγατέρων σας, και φέρτε τα σε μένα. 3 Και ολόκληρος ο λαός έβγαλε τα χρυσά σκουλαρίκια, που ήσαν στα αυτιά τους, και τα έφεραν στον Ααρών. 4 Και παίρνοντάς τα από τα χέρια τους, το διαμόρφωσε με χαρακτικό εργαλείο, και το έκανε ένα χωνευτό μοσχάρι· κι εκείνοι είπαν: Αυτοί είναι οι θεοί σου, Ισραήλ, που σε ανέβασαν από τη γη τής Αιγύπτου. 5 Και όταν ο Ααρών το είδε, οικοδόμησε ένα θυσιαστήριο μπροστά του· και ο Ααρών διακήρυξε, λέγοντας: Αύριο είναι γιορτή στον Κύριο. 6 Και αφού σηκώθηκαν ενωρίς την επόμενη ημέρα πρόσφεραν ολοκαυτώματα, και έφεραν ειρηνικές προσφορές· και ο λαός κάθησε να φάει και να πιει, και σηκώθηκαν να παίζουν. 7 Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Πήγαινε, κατέβα· επειδή, ο λαός σου, που έβγαλες από τη γη τής Αιγύπτου, ανόμησε· 8 εκτράπηαν γρήγορα από τον δρόμο, που πρόσταξα σ' αυτούς· έκαναν για τον εαυτό τους ένα μοσχάρι χωνευτό, και το προσκύνησαν, και θυσίασαν σ' αυτό, και είπαν: Αυτοί είναι οι θεοί σου, Ισραήλ, που σε ανέβασαν από τη γη τής Αιγύπτου. 9 Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Είδα αυτόν τον λαό, και δες, είναι λαός σκληροτράχηλος· 10 τώρα, λοιπόν, άφησέ με, και θα εξαφθεί η οργή μου εναντίον τους, και θα τους εξολοθρεύσω· και θα σε καταστήσω ένα μεγάλο έθνος. 11 Και ο Μωυσής ικέτευσε τον Κύριο τον Θεό του, και είπε: Γιατί, Κύριε, εξάπτεται η οργή σου ενάντια στον λαό σου, τον οποίο έβγαλες από τη γη τής Αιγύπτου, με μεγάλη δύναμη, και με κραταιό χέρι; 12 Γιατί να πουν οι Αιγύπτιοι, λέγοντας: Με πονηρία τούς έβγαλε, για να τους θανατώσει στα βουνά, και να τους εξολοθρεύσει από το πρόσωπο της γης; Επίστρεψε από την έξαψη της οργής σου, και μεταμελήσου για το κακό αυτό προς τον λαό σου· 13 θυμήσου τον Αβραάμ, τον Ισαάκ, και τον Ισραήλ, τους δούλους σου, προς τους οποίους ορκίστηκες στον εαυτό σου, και τους είπες: Θα πληθύνω το σπέρμα σας σαν τα αστέρια τού ουρανού· και όλη αυτή τη γη, για την οποία μίλησα, θα τη δώσω στο σπέρμα σας, και θα την κληρονομήσουν παντοτινά. 14 Και ο Κύριος μεταμελήθηκε για το κακό, που είπε να κάνει ενάντια στον λαό του. 15 Και ο Μωυσής, αφού στράφηκε, κατέβηκε από το βουνό, και οι δύο πλάκες τού μαρτυρίου ήσαν στα χέρια του· πλάκες γραμμένες και από τις δύο πλευρές τους· από τη μία πλευρά και από την άλλη ήσαν γραμμένες. 16 Και οι πλάκες ήσαν έργο τού Θεού, και η γραφή ήταν γραφή τού Θεού, χαραγμένη επάνω στις πλάκες. 17 Και ο Ιησούς, ακούγοντας τον θόρυβο του λαού που αλάλαζε, είπε στον Μωυσή: Θόρυβος πολέμου είναι μέσα στο στρατόπεδο. 18 Κι εκείνος είπε: Δεν είναι φωνή ανθρώπων που αλαλάζουν για νίκη ούτε φωνή ανθρώπων που βοούν για ήττα· φωνή ανθρώπων που τραγουδούν ακούω εγώ. 19 Και καθώς πλησίασε στο στρατόπεδο, είδε το μοσχάρι, και τους χορούς· και ο θυμός τού Μωυσή άναψε, και έρριξε τις πλάκες από τα χέρια του, και τις σύντριψε στη βάση τού βουνού· 20 και παίρνοντας το μοσχάρι που είχαν κάνει, το κατέκαψε σε φωτιά, και αφού το σύντριψε μέχρι που το λέπτυνε, το σκόρπισε επάνω στο νερό, και πότισε τους γιους Ισραήλ. 21 Και ο Μωυσής είπε στον Ααρών: Τι σου έκανε αυτός ο λαός, ώστε έφερες επάνω τους μεγάλη αμαρτία; 22 Και ο Ααρών είπε: Ας μη εξάπτεται ο θυμός τού Κυρίου μου· εσύ γνωρίζεις τον λαό, ότι είναι επιρρεπής στην κακία· 23 επειδή, μου είπαν: Κάνε σε μας θεούς, που να προπορεύονται από μας· επειδή, αυτός ο Μωυσής, ο άνθρωπος που μας έβγαλε από τη γη τής Αιγύπτου, δεν ξέρουμε τι απέγινε αυτός· 24 και τους είπα: Όποιος έχει χρυσάφι, ας το αφαιρέσει· και μου το έδωσαν· τότε, το έρριξα στη φωτιά, και βγήκε αυτό το μοσχάρι. 25 Και βλέποντας ο Μωυσής τον λαό ότι ήταν αχαλίνωτος, (επειδή, ο Ααρών τους είχε αφήσει αχαλίνωτους προς εντροπή, ανάμεσα στους εχθρούς τους), 26 ο Μωυσής στάθηκε κοντά στην πύλη τού στρατοπέδου, και είπε: Όποιος είναι του Κυρίου, ας έρθει σε μένα. Και συγκεντρώθηκαν σ' αυτόν όλοι οι γιοι τού Λευί. 27 Και τους είπε: Έτσι λέει ο Κύριος ο Θεός τού Ισραήλ· ας βάλει κάθε ένας τη ρομφαία του στον μηρό του· και περάστε, και να βγείτε έξω από πύλη σε πύλη διαμέσου του στρατοπέδου, και ας θανατώσει κάθε ένας τον αδελφό του, και κάθε ένας τον φίλο του, και κάθε ένας τον πλησίον του. 28 Και έκαναν οι γιοι τού Λευί σύμφωνα με τον λόγο τού Μωυσή· και έπεσαν από τον λαό εκείνη την ημέρα περίπου 3.000 άνδρες. 29 Επειδή, ο Μωυσής είπε: Καθιερώστε σήμερα τον εαυτό σας στον Κύριο, κάθε ένας επάνω στον γιο του, και κάθε ένας επάνω στον αδελφό του, για να δοθεί σε σας ευλογία σήμερα. 30 Και την επόμενη ημέρα ο Μωυσής είπε στον λαό: Εσείς αμαρτήσατε μεγάλη αμαρτία· και τώρα θα ανέβω στον Κύριο· ίσως κάνω εξιλέωση για την αμαρτία σας. 31 Και ο Μωυσής επέστρεψε στον Κύριο, και είπε: Παρακαλώ, ο λαός αυτός αμάρτησε μεγάλη αμαρτία, και έκαναν για τον εαυτό τους θεούς από χρυσάφι· 32 και τώρα, αν συγχωρήσεις την αμαρτία τους... αν όχι, εξάλειψέ με, παρακαλώ, από το βιβλίο σου, που έγραψες. 33 Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Όποιος αμάρτησε εναντίον μου, αυτόν θα εξαλείψω από το βιβλίο μου· 34 και τώρα, πήγαινε, οδήγησε τον λαό σ' εκείνον τον τόπο, για τον οποίο σου είπα· δες, ο άγγελός μου θα προπορεύεται μπροστά σου· αλλ' όμως, κατά την ημέρα τής ανταπόδοσής μου, θα ανταποδώσω την αμαρτία τους επάνω τους. 35 Και ο Κύριος χτύπησε τον λαό, για την κατασκευή του μόσχου που κατασκεύασε ο Ααρών.

Έξοδος 33

1 ΚΑΙ ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Πήγαινε, ανέβα από εδώ, εσύ και ο λαός που έβγαλες από τη γη τής Αιγύπτου, στη γη την οποία ορκίστηκα στον Αβραάμ, στον Ισαάκ, και στον Ιακώβ, λέγοντας: Στο σπέρμα σου θα τη δώσω· 2 Και θα αποστείλω έναν άγγελο μπροστά σου, και θα εκδιώξει τον Χαναναίο, τον Αμορραίο, και τον Χετταίο, και τον Φερεζαίο, τον Ευαίο, και τον Ιεβουσαίο· 3 σε μια γη που ρέει γάλα και μέλι· επειδή, εγώ δεν θα ανέβω ανάμεσά σου, (δεδομένου ότι, είσαι λαός σκληροτράχηλος), για να μη σε εξολοθρεύσω στον δρόμο. 4 Και όταν ο λαός άκουσε τούτον τον κακό λόγο, καταπένθησαν, και κανένας δεν έβαλε τον στολισμό του επάνω του. 5 Επειδή, ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Πες στους γιους Ισραήλ, εσείς είστε λαός σκληροτράχηλος· μια στιγμή αν ανέβω ανάμεσά σου, θα σε εξολοθρεύσω· γι' αυτό, τώρα, βγάλε τους στολισμούς σου από σένα, για να γνωρίσω τι θα κάνω σε σένα. 6 Και ξεντύθηκαν οι γιοι τού Ισραήλ τους στολισμούς τους, κοντά στο βουνό Χωρήβ. 7 Και ο Μωυσής παίρνοντας τη σκηνή, την έστησε έξω από το στρατόπεδο, μακριά από το στρατόπεδο, και την ονόμασε σκηνή τού μαρτυρίου· και όποιος ήταν που ζητούσε τον Κύριο, εξερχόταν προς τη σκηνή τού μαρτυρίου, που ήταν έξω από το στρατόπεδο. 8 Και όταν ο Μωυσής εξερχόταν προς τη σκηνή ολόκληρος ο λαός σηκωνόταν, και στεκόταν κάθε ένας κοντά στη θύρα τής σκηνής του, και με το βλέμμα παρακολουθούσαν τον Μωυσή, μέχρις ότου έμπαινε μέσα στη σκηνή. 9 Και καθώς ο Μωυσής έμπαινε μέσα στη σκηνή, κατέβαινε ο στύλος τής νεφέλης, και στεκόταν επάνω στις θύρες τής σκηνής· και ο Κύριος μιλούσε μαζί με τον Μωυσή. 10 Και ολόκληρος ο λαός έβλεπε τον στύλο τής νεφέλης να στέκεται επάνω στις θύρες τής σκηνής· και ολόκληρος ο λαός καθώς σηκωνόταν προσκυνούσε, κάθε ένας από τη θύρα τής σκηνής του. 11 Και ο Κύριος μιλούσε στον Μωυσή, πρόσωπο με πρόσωπο, καθώς ο άνθρωπος μιλάει στον φίλο του. Και γύριζε στο στρατόπεδο· και ο υπηρέτης του, ένας νέος, ο Ιησούς, ο γιος τού Ναυή, δεν αναχωρούσε από τη σκηνή. 12 Και ο Μωυσής είπε στον Κύριο: Δες, εσύ μου λες: Ανέβασε αυτόν τον λαό· κι εσύ δεν μου φανέρωσες ποιον θα αποστείλεις μαζί μου· κι εσύ είπες: Σε γνωρίζω με το όνομά σου, και μάλιστα βρήκες χάρη μπροστά μου· 13 τώρα, λοιπόν, αν βρήκα χάρη μπροστά σου, δείξε μου, παρακαλώ, τον δρόμο σου, για να γνωρίσω εσένα, για να βρω χάρη μπροστά σου· και δες ότι τούτο το έθνος είναι ο λαός σου. 14 Και είπε: Η παρουσία μου θα έρθει μαζί σου, και θα σου δώσω ανάπαυση. 15 Κι εκείνος τού είπε: Αν η παρουσία σου δεν έρθει μαζί μου, μη μας ανεβάσεις από εδώ· 16 επειδή, πώς θα γνωριστεί τώρα ότι βρήκα χάρη μπροστά σου, εγώ κι ο λαός σου; Όχι με την έλευσή σου μαζί μας; Έτσι θα διακριθούμε, εγώ και ο λαός σου, από κάθε λαό, που είναι επάνω στο πρόσωπο της γης. 17 Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Και τούτο το πράγμα που είπες, θα το κάνω· επειδή, βρήκες χάρη μπροστά μου, και σε γνωρίζω με το όνομά σου. 18 Και είπε: Δείξε μου, παρακαλώ, τη δόξα σου. 19 Κι εκείνος είπε: Εγώ θα κάνω να περάσει μπροστά σου ολόκληρη η αγαθότητά μου, και θα κηρύξω το όνομα του Κυρίου μπροστά σου, και θα ελεήσω όποιον ελεώ, και θα δείξω οικτιρμούς σε όποιον δείχνω οικτιρμούς. 20 Και είπε: Δεν μπορείς να δεις το πρόσωπό μου· επειδή, άνθρωπος δεν θα με δει, και θα ζήσει. 21 Και ο Κύριος είπε: Να ένας τόπος κοντά μου, και θα σταθείς επάνω στην πέτρα· 22 και όταν η δόξα μου διαβαίνει, θα σε βάλω στη σχισμή της πέτρας, και θα σε σκεπάσω με το χέρι μου, μέχρις ότου περάσω· 23 και θα σηκώσω το χέρι μου, και θα δεις τα νώτα μου· το πρόσωπό μου, όμως, δεν θα το δεις.

Έξοδος 34

1 ΚΑΙ ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Κόψε για τον εαυτό σου δύο πέτρινες πλάκες, καθώς τις πρώτες· και θα γράψω επάνω στις πλάκες τα λόγια, που ήσαν επάνω στις πρώτες πλάκες, τις οποίες σύντριψες· 2 και να γίνεις έτοιμος το πρωί, και ανέβα το πρωί επάνω στο βουνό Σινά, και να παρασταθείς εκεί μπροστά μου, επάνω στην κορυφή τού βουνού· 3 και κανένας δεν θα ανέβει μαζί σου, ούτε θα φανεί κανένας σε ολόκληρο το βουνό· και τα κοπάδια, και οι αγέλες, δεν θα βοσκηθούν μπροστά σ' εκείνο το βουνό. 4 Και έκοψε δύο πέτρινες πλάκες, καθώς τις πρώτες· και αφού ο Μωυσής σηκώθηκε ενωρίς το πρωί, ανέβηκε επάνω στο βουνό Σινά, καθώς τον πρόσταξε ο Κύριος, και πήρε στα χέρια του τις δύο πλάκες, τις πέτρινες. 5 Και ο Κύριος κατέβηκε σε μορφή νεφέλης και στάθηκε εκεί μαζί του, και κήρυξε το όνομα του Κυρίου. 6 Και πέρασε ο Κύριος μπροστά του και κήρυξε: Ο Κύριος, ο Κύριος ο Θεός είναι οικτίρμονας και ελεήμονας, μακρόθυμος, και πολυέλεος, και αληθινός, 7 ο οποίος φυλάττω έλεος σε χιλιάδες, συγχωρώ ανομία και παράβαση και αμαρτία, και καθόλου δεν αθωώνω τον ένοχο· ανταποδίδοντας την ανομία των πατέρων επάνω στα παιδιά, κι επάνω στα παιδιά των παιδιών, μέχρι τρίτης και τέταρτης γενεάς. 8 Και ο Μωυσής έσπευσε, και αφού έσκυψε στη γη, προσκύνησε· 9 και είπε: Αν τώρα βρήκα χάρη μπροστά σου, Κύριε, ας έρθει, παρακαλώ, ο Κύριός μου ανάμεσά μας· επειδή, ο λαός αυτός είναι σκληροτράχηλος· και συγχώρησε την ανομία μας και την αμαρτία μας, και πάρε μας για κληρονομιά σου. 10 Και είπε: Δες, εγώ κάνω μια διαθήκη· μπροστά σε ολόκληρο τον λαό σου θα κάνω θαυμαστά πράγματα, τέτοια που δεν έγιναν σε ολόκληρη τη γη, και σε κανένα έθνος· και ολόκληρος ο λαός, ανάμεσα στον οποίο βρίσκεσαι, θα δει το έργο τού Κυρίου· επειδή, είναι φοβερό εκείνο που εγώ θα κάνω μαζί σου. 11 Φύλαξε εκείνο που εγώ σε προστάζω σήμερα· δες, εγώ εκτοπίζω από μπροστά σου τον Αμορραίο, και τον Χαναναίο, και τον Χετταίο, και τον Φερεζαίο, και τον Ευαίο, και τον Ιεβουσαίο. 12 ΠΡΟΣΕΧΕ τον εαυτό σου, μη κάνεις συνθήκη με τους κατοίκους τής γης στην οποία πηγαίνεις, μήπως γίνει παγίδα ανάμεσά σου· 13 αλλά, τους βωμούς τους θα τους καταστρέψεις, και τα είδωλά τους θα τα συντρίψεις, και τα άλση τους θα τα κατακόψεις. 14 Επειδή, δεν θα προσκυνήσεις άλλον θεό· για τον λόγο ότι ο Κύριος, του οποίου το όνομα είναι Ζηλότυπος, είναι Θεός ζηλότυπος· 15 μήπως κάνεις συνθήκη με τους κατοίκους τής γης, και όταν πορνεύσουν πίσω από τους θεούς τους, και θυσιάσουν στους θεούς τους, σε προσκαλέσει κάποιος, και φας από τη θυσία του· 16 και μήπως πάρεις από τις θυγατέρες του στους γιους σου, και όταν οι θυγατέρες του πορνεύσουν πίσω από τους θεούς τους, κάνουν τους γιους σου να πορνεύσουν πίσω από τους θεούς τους. 17 ΘΕΟΥΣ χωνευτούς δεν θα κάνεις για τον εαυτό σου. 18 ΤΗ γιορτή των αζύμων θα την τηρείς. Επτά ημέρες θα τρως άζυμα, καθώς σε πρόσταξα, στον καιρό τού μήνα Αβίβ· επειδή, στον μήνα Αβίβ βγήκες από την Αίγυπτο. 19 ΚΑΘΕΝΑ που διανοίγει μήτρα είναι δικό μου· και κάθε πρωτότοκο αρσενικό ανάμεσα στα κτήνη σου είτε βόδι είτε πρόβατο. 20 Και το πρωτότοκο του θηλυκού γαϊδουριού θα το εξαγοράζεις με αρνί· και αν δεν το εξαγοράσεις, τότε θα το αποκεφαλίσεις. Όλους τους πρωτότοκους των γιων σου θα τους εξαγοράζεις. Και κανένας δεν θα φανεί μπροστά μου αδειανός. 21 Έξι ημέρες θα εργάζεσαι· την έβδομη ημέρα, όμως, θα αναπαύεσαι· στην εποχή τής σποράς και στην εποχή τού θερισμού θα αναπαύεσαι. 22 ΚΑΙ θα τηρείς τη γιορτή των εβδομάδων, των απαρχών τού θερισμού τού σιταριού, και τη γιορτή τής συγκομιδής στην επιστροφή τού χρόνου. 23 Για τρεις φορές τον χρόνο θα εμφανίζεται κάθε αρσενικό σου μπροστά στον Κύριο, τον Κύριο τον Θεό τού Ισραήλ. 24 Επειδή, αφού διώξω τα έθνη από μπροστά σου, και πλατύνω τα όριά σου, δεν θα επιθυμήσει τη γη σου κανένας, όταν ανεβαίνεις για να εμφανιστείς μπροστά στον Κύριο τον Θεό σου τρεις φορές τον χρόνο. 25 ΔΕΝ θα προσφέρεις το αίμα τής θυσίας μου με ένζυμα· και η θυσία τής γιορτής τού Πάσχα δεν θα μείνει μέχρι το πρωί. 26 ΤΑ πρωτογεννήματα της γης σου θα τα φέρεις στον οίκο του Κυρίου του Θεού σου. ΔΕΝ θα ψήσεις κατσικάκι, που ακόμα θηλάζει το γάλα της μητέρας του. 27 ΚΑΙ ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Γράψε για τον εαυτό σου αυτά τα λόγια· επειδή, σύμφωνα με τα λόγια αυτά έκανα διαθήκη σε σένα, και στον Ισραήλ. 28 Και ήταν εκεί μαζί με τον Κύριο 40 ημέρες και 40 νύχτες· ψωμί δεν έφαγε, και νερό δεν ήπιε. Και έγραψε επάνω στις πλάκες τα λόγια τής διαθήκης, τις δέκα εντολές. 29 ΚΑΙ όταν ο Μωυσής κατέβαινε από το βουνό Σινά, και οι δύο πλάκες του μαρτυρίου ήσαν στο χέρι τού Μωυσή, όταν κατέβαινε από το βουνό, ο Μωυσής δεν ήξερε ότι το δέρμα τού προσώπου του είχε γίνει λαμπερό, καθώς μιλούσε μαζί του. 30 Και είδε ο Ααρών, και όλοι οι γιοι Ισραήλ τον Μωυσή, και να, το δέρμα τού προσώπου του έλαμπε· και φοβήθηκαν να τον πλησιάσουν. 31 Και ο Μωυσής τούς κάλεσε· και γύρισαν προς αυτόν ο Ααρών και όλοι οι άρχοντες της συναγωγής, και ο Μωυσής μίλησε σ' αυτούς. 32 Και ύστερα απ' αυτά, όλοι οι γιοι Ισραήλ, πλησίασαν· και τους πρόσταξε όλα όσα ο Κύριος του είπε επάνω στο βουνό Σινά. 33 Και ο Μωυσής τελείωσε να τους μιλάει· και είχε ένα κάλυμμα επάνω στο πρόσωπό του. 34 Και όταν ο Μωυσής έμπαινε μέσα μπροστά στον Κύριο για να μιλήσει μαζί του, σήκωνε το κάλυμμα, μέχρις ότου βγει. Και έβγαινε έξω, και μιλούσε στους γιους Ισραήλ, ό,τι του είχε προσταχθεί. 35 Και οι γιοι Ισραήλ είδαν το πρόσωπο τού Μωυσή ότι το δέρμα του προσώπου του Μωυσή έλαμπε· και ο Μωυσής έβαζε πάλι το κάλυμμα επάνω στο πρόσωπό του, μέχρις ότου μπει μέσα για να μιλήσει μαζί του.

Έξοδος 35

1 ΚΑΙ ο Μωυσής συγκέντρωσε ολόκληρη τη συναγωγή των γιων Ισραήλ και τους είπε: Αυτά είναι τα λόγια, που ο Κύριος πρόσταξε, για να τα εκτελείτε. 2 Έξι ημέρες θα γίνεται εργασία· αλλά, η έβδομη ημέρα θα είναι σε σας άγια, σάββατο ανάπαυσης στον Κύριο· οποιοσδήποτε κάνει εργασία σ' αυτή, θα θανατωθεί· 3 δεν θα ανάβετε φωτιά σε όλα τα σπίτια σας την ημέρα τού σαββάτου. 4 Και ο Μωυσής μίλησε σε ολόκληρη τη συναγωγή των γιων Ισραήλ, λέγοντας: Αυτό είναι το πράγμα, που ο Κύριος πρόσταξε, λέγοντας: 5 Πάρτε από ό,τι έχετε για προσφορά στον Κύριο· όποιος παρακινείται στην καρδιά του προαιρετικά, ας φέρει την προσφορά τού Κυρίου· χρυσάφι, και ασήμι, και χαλκό, 6 και βαθυγάλαζο ύφασμα, και πορφυρούν, και κόκκινο, και βύσσο, και τρίχες κατσικιών, 7 και δέρματα κριαριών κοκκινοβαμμένα, και δέρματα τσακαλιών, και ξύλο σιττίμ, 8 και λάδι για το φως, και αρώματα για το επιχρισματικό λάδι, και για το ευώδες θυμίαμα, 9 και πέτρες ονυχίτες, και πέτρες για να τοποθετηθούν επάνω στο εφόδ, και στο περιστήθιο. 10 Και κάθε συνετός στην καρδιά μεταξύ σας, θάρθει, και θα κάνει όλα όσα πρόσταξε ο Κύριος· 11 τη σκηνή, το περισκέπασμά της, και τη σκέπη της, τις περόνες της, και τις σανίδες της, τους μοχλούς της, τους στύλους της, και τα υποστηρίγματά της, 12 την κιβωτό και τους μοχλούς της, το ιλαστήριο, και το καταπέτασμα που σκεπάζει, 13 το τραπέζι και τους μοχλούς του, και όλα τα σκεύη του, και ο άρτος τής πρόθεσης, 14 και τη λυχνία για το φως, και τα σκεύη της, και τα λυχνάρια της, και το λάδι τού φωτός, 15 και το θυσιαστήριο του θυμιάματος, και τους μοχλούς του, και το επιχρισματικό λάδι, και το ευώδες θυμίαμα, και τον τάπητα της θύρας τής εισόδου τής σκηνής, 16 το θυσιαστήριο του ολοκαυτώματος, και τη χάλκινη σχάρα του, τους μοχλούς του, και όλα τα σκεύη του, τον νιπτήρα και τη βάση του, 17 τα παραπετάσματα της αυλής, τους στύλους της, και τα υποστηρίγματά τους, και το παραπέτασμα της θύρας τής αυλής, 18 τους πασσάλους τής σκηνής, και τους πασσάλους τής αυλής, και τα σχοινιά τους, 19 τις λειτουργικές στολές για να υπηρετούν στο άγιο, τις άγιες στολές για τον Ααρών τον ιερέα, και τις στολές των γιων του, για να ιερατεύουν. 20 Και ολόκληρη η συναγωγή των γιων Ισραήλ βγήκε μπροστά από τον Μωυσή. 21 Και ήρθαν, κάθε άνθρωπος που η καρδιά τον διέγειρε· και καθένας, που το πνεύμα του τον έκανε πρόθυμο, έφεραν την προσφορά τού Κυρίου για το έργο τής σκηνής τού μαρτυρίου, και για ολόκληρη την υπηρεσία της, και για τις άγιες στολές. 22 Και ήρθαν, άνδρες και γυναίκες, όσοι ήσαν με πρόθυμη καρδιά, φέρνοντας βραχιόλια, και σκουλαρίκια, και δαχτυλίδια, και περιδέραια, κάθε χρυσό σκεύος· και όλοι όσοι πρόσφεραν στον Κύριο προσφορά από χρυσάφι. 23 Και κάθε άνθρωπος στον οποίο βρισκόταν βαθυγάλαζο ύφασμα, και πορφυρούν, και κόκκινο, και βύσσος, και τρίχες κατσικιών, και δέρματα κριαριών κοκκινοβαμμένα, και δέρματα τσακαλιών, τα έφεραν. 24 Καθένας που μπορούσε να κάνει προσφορά από ασήμι και χαλκό, έφεραν την προσφορά τού Κυρίου· και κάθε άνθρωπος, στον οποίο βρισκόταν ξύλο σιττίμ, για κάθε έργο τής υπηρεσίας, το έφεραν. 25 Και κάθε γυναίκα, συνετή στην καρδιά, έκλωθαν με τα χέρια τους, και έφεραν κλωσμένα, το βαθυγάλαζο ύφασμα, και το πορφυρούν, το κόκκινο και τη βύσσο. 26 Και όλες οι γυναίκες, που η καρδιά τις διέγειρε σε επινοητικότητα, έκλωσαν τις τρίχες των κατσικιών. 27 Και οι άρχοντες έφεραν τις πέτρες από όνυχα, και τις πέτρες για την τοποθέτηση επάνω στο εφόδ, και στο περιστήθιο· 28 και τα αρώματα, και το λάδι, για το φως, και για το επιχρισματικό λάδι, και για το ευώδες θυμίαμα. 29 Οι γιοι Ισραήλ έφεραν προαιρετική προσφορά στον Κύριο, κάθε άνδρας και γυναίκα, που η καρδιά τούς έκανε πρόθυμους στο να φέρνουν για ολόκληρη την εργασία, την οποία ο Κύριος πρόσταξε διαμέσου του Μωυσή να γίνει. 30 Και ο Μωυσής είπε στους γιους Ισραήλ: Δέστε, ο Κύριος κάλεσε ονομαστικά τον Βεσελεήλ, τον γιο τού Ουρί, γιου τού Ωρ, από τη φυλή Ιούδα· 31 και τον γέμισε με θείο πνεύμα, σοφία, σύνεση, και επιστήμη, και κάθε καλλιτεχνία· 32 και για να επινοεί καλλίτεχνα έργα, ώστε να εργάζεται σε χρυσάφι, και σε ασήμι, και σε χαλκό, 33 και να γλύφει πέτρες ένθεσης, και να σκαλίζει ξύλα, για εργασία, για κάθε καλλιτεχνικό έργο. 34 Και έδωσε στην καρδιά του το να διδάσκει, αυτός και ο Ελιάβ, ο γιος τού Αχισαμάχ, από τη φυλή Δαν. 35 Αυτούς τους γέμισε με σύνεση καρδιάς, για να εργάζονται κάθε έργο, χαράκτη και καλλιτέχνη, και κεντητή, σε βαθυγάλαζο ύφασμα, και σε πορφυρούν, σε κόκκινο, και σε βύσσο, και έργο ενός υφαντή, εκείνων που εργάζονται κάθε έργο, και που επινοούν καλλίτεχνα έργα.

Έξοδος 36

1 ΚΑΙ έκανε ο Βεσελεήλ, και ο Ελιάβ, και κάθε σοφός στην καρδιά, στον οποίο ο Κύριος έδωσε σοφία και σύνεση, για να ξέρει να εργάζεται ολόκληρο το έργο τής υπηρεσίας του αγιαστηρίου, σε όλα όσα ο Κύριος πρόσταξε. 2 Και ο Μωυσής κάλεσε τον Βεσελεήλ, και τον Ελιάβ, και κάθε σοφόν στην καρδιά, στου οποίου την καρδιά ο Κύριος έδωσε σοφία, κάθε άνθρωπο που η καρδιά τον παρακινούσε στο νάρθει στο έργο για να το κάνει. 3 Και πήραν μπροστά από τον Μωυσή όλες τις προσφορές, που έφεραν οι γιοι Ισραήλ για το έργο τής υπηρεσίας του αγιαστηρίου, για να το κάνουν. Και έφερναν ακόμα σ' αυτόν αυτοπροαίρετες προσφορές κάθε πρωί. 4 Και ήρθαν όλοι οι σοφοί, εκείνοι που εργάζονταν ολόκληρο το έργο τού αγιαστηρίου, κάθε ένας από το έργο που έκαναν· 5 και είπαν στον Μωυσή, λέγοντας: Ο λαός φέρνει περισσότερο από ό,τι είναι αρκετό για την υπηρεσία τού έργου, το οποίο ο Κύριος πρόσταξε να γίνει. 6 Και ο Μωυσής πρόσταξε, και κήρυξε στο στρατόπεδο, λέγοντας: Κανένας άνδρας ούτε γυναίκα, ας μη κάνει πλέον εργασία για την προσφορά τού αγιαστηρίου. Και ο λαός σταμάτησε από το να φέρνει· 7 επειδή, το υλικό, που είχαν, ήταν αρκετό για ολόκληρο το έργο, ώστε να το κάνουν, και περίσσευε. 8 ΚΑΙ κάθε σοφός στην καρδιά, από εκείνους που εργάζονταν το έργο τής σκηνής, έκαναν δέκα παραπετάσματα από κλωσμένη βύσσο, και βαθυγάλαζο ύφασμα, και πορφυρούν, και κόκκινο· με χερουβείμ καλλίτεχνης εργασίας τα έκαναν· 9 το μάκρος τού ενός παραπετάσματος ήταν 28 πήχες, και το πλάτος τού ενός παραπετάσματος τέσσερις πήχες· όλα τα παραπετάσματα ήσαν του ίδιου μέτρου· 10 και σύνδεσε τα πέντε παραπετάσματα, το ένα μαζί με το άλλο· και τα άλλα πέντε παραπετάσματα τα σύνδεσε το ένα μαζί με το άλλο. 11 Και έκανε θηλυκωτήρια βαθυγάλαζα στην άκρη τού ενός παραπετάσματος, προς το πλάγιο, όπου έγινε η ένωση· το ίδιο έκανε και στην τελευταία άκρη τού δεύτερου παραπετάσματος, όπου έγινε η ένωση του δεύτερου· 12 έκανε 50 θηλυκωτήρια στο ένα παραπέτασμα, και 50 θηλυκωτήρια έκανε στην άκρη τού παραπετάσματος, όπου έγινε η ένωση του δεύτερου, για να αντικρύζουν τα θηλυκωτήρια το ένα προς το άλλο. 13 Και έκανε 50 χρυσές περόνες, και σύνδεσε τα παραπετάσματα το ένα προς το άλλο με τις περόνες· και η σκηνή έγινε μία. 14 ΚΑΙ έκανε παραπετάσματα από τρίχες κατσικιών για να είναι σκέπασμα επάνω στη σκηνή· 11 παραπετάσματα τα έκανε αυτά· 15 το μάκρος τού ενός παραπετάσματος ήταν 30 πήχες, και το πλάτος τού ενός παραπετάσματος τέσσερις πήχες· και τα 11 παραπετάσματα ήσαν του ίδιου μέτρου· 16 και σύνδεσε τα πέντε παραπετάσματα χωριστά, και τα έξι παραπετάσματα χωριστά. 17 Και έκανε 50 θηλυκωτήρια στην τελευταία άκρη τού παραπετάσματος προς την ένωση, και 50 θηλυκωτήρια έκανε στην άκρη τού παραπετάσματος, προς την ένωση του δεύτερου. 18 Έκανε ακόμα 50 χάλκινες περόνες, για να συνδέσει τη σκηνή, ώστε να είναι μία. 19 ΚΑΙ έκανε κατακάλυμμα για τη σκηνή από δέρματα κριαριών κοκκινοβαμμένα, και επικάλυμμα από πάνω, από δέρματα τσακαλιών. 20 ΚΑΙ έκανε τις σανίδες για τη σκηνή από ξύλο σιττίμ, όρθιες· 21 το μάκρος τής μιας σανίδας δέκα πήχες, και το πλάτος τής μιας σανίδας μια πήχη και μισή· 22 μία σανίδα είχε δύο αγκωνίσκους, που αντίκρυζαν ο ένας τον άλλον· έτσι έκανε για όλες τις σανίδες τής σκηνής. 23 Και έκανε τις σανίδες για τη σκηνή, 20 σανίδες από το νότιο μέρος προς τα δεξιά. 24 Και 40 υποστηρίγματα ασημένια έκανε από κάτω από τις 20 σανίδες· δύο υποστηρίγματα από κάτω από τη μία σανίδα για τους δύο αγκωνίσκους της, και δύο υποστηρίγματα από κάτω από την άλλη σανίδα για τους δύο αγκωνίσκους της. 25 Και για το δεύτερο μέρος τής σκηνής, εκείνο προς βορράν, έκανε 20 σανίδες, 26 και τα 40 τους υποστηρίγματα ασημένια· δύο υποστηρίγματα κάτω από τη μία σανίδα, και δύο υποστηρίγματα κάτω από την άλλη σανίδα. 27 Και για τα μέρη τής σκηνής, που ήσαν προς δυσμάς, έκανε έξι σανίδες. 28 Και δύο σανίδες έκανε για τις γωνίες τής σκηνής στα δύο πλάγια· 29 και ενώθηκαν από κάτω, ενώθηκαν μαζί και από πάνω, διαμέσου ενός κρίκου· έτσι έκανε και για τις δύο αυτές, για τις δύο γωνίες. 30 Και ήσαν οκτώ σανίδες· και τα υποστηρίγματά τους, 16 υποστηρίγματα ασημένια, από δύο υποστηρίγματα από κάτω από κάθε σανίδα. 31 Και έκανε τους μοχλούς από ξύλο σιττίμ· πέντε για τις σανίδες τού ενός μέρους τής σκηνής, 32 και πέντε μοχλούς για τις σανίδες τού άλλου μέρους τής σκηνής, και πέντε μοχλούς για τις σανίδες τής σκηνής, για τα μέρη που είναι από πίσω, προς δυσμάς· 33 και έκανε τον μεσαίο μοχλό για να διαπερνάει μέσα από τις σανίδες από τη μία άκρη μέχρι την άλλη άκρη. 34 Και περισκέπασε τις σανίδες με χρυσάφι, και έκανε τους κρίκους τους χρυσούς για να είναι θήκες των μοχλών, και σκέπασε ολόγυρα τους μοχλούς με χρυσάφι. 35 ΚΑΙ έκανε το καταπέτασμα από βαθυγάλαζο ύφασμα, και πορφυρούν, και κόκκινο, και κλωσμένη βύσσο· με καλλίτεχνη εργασία το έκανε, με χερουβείμ. 36 Και έκανε σ' αυτό τους τέσσερις στύλους από ξύλο σιττίμ, και τους σκέπασε ολόγυρα με χρυσάφι· τα άγκιστρά τους χρυσά· και έχυσε γι' αυτούς τέσσερα ασημένια υποστηρίγματα. 37 ΚΑΙ έκανε τον τάπητα για τη θύρα τής σκηνής από βαθυγάλαζο ύφασμα, και πορφυρούν, και κόκκινο, και κλωσμένη βύσσο, με εργασία ενός κεντητή· 38 και τους πέντε στύλους της και τα άγκιστρά τους· και σκέπασε ολόγυρα τα κεφαλάρια των στύλων τους και τις ταινίες τους με χρυσάφι· τα πέντε, όμως, υποστηρίγματά τους ήσαν χάλκινα.

Έξοδος 37

1 ΚΑΙ ο Βεσελεήλ έκανε την κιβωτό από ξύλο σιττίμ· δύο πήχες και μισή το μάκρος της, και μία πήχη και μισή το πλάτος της, και μία πήχη και μισή το ύψος της· 2 και την περισκέπασε με καθαρό χρυσάφι από μέσα κι απέξω, και έκανε σ' αυτή μία στεφάνη χρυσή, ολόγυρα. 3 Και έχυσε γι' αυτή τέσσερις κρίκους χρυσούς για τις τέσσερις γωνίες της· δύο μεν κρίκους στο ένα πλάγιό της, δύο δε κρίκους στο άλλο πλάγιό της. 4 Και έκανε μοχλούς από ξύλο σιττίμ, και τους σκέπασε ολόγυρα με χρυσάφι· 5 και πέρασε τους μοχλούς στους κρίκους, προς τα πλάγια της κιβωτού, για να βαστάζουν την κιβωτό. 6 Και έκανε το ιλαστήριο από καθαρό χρυσάφι· δύο πήχες και μισή το μάκρος του, και μία πήχη και μισή το πλάτος του. 7 Και έκανε δύο χερουβείμ από χρυσάφι· σφυρηλατημένα τα έκανε, από τις δύο άκρες τού ιλαστηρίου· 8 ένα χερούβ από τη μία άκρη, και ένα χερούβ από την άλλη άκρη· από το ιλαστήριο έκανε τα χερουβείμ, από τα δύο άκρα του· 9 και τα χερουβείμ άπλωναν τις φτερούγες τους από πάνω, σκεπάζοντας με τις φτερούγες τους το ιλαστήριο, και τα πρόσωπά τους έβλεπαν το ένα προς το άλλο· τα πρόσωπα των χερουβείμ ήσαν προς το ιλαστήριο. 10 ΚΑΙ έκανε το τραπέζι από ξύλο σιττίμ· δύο πήχες το μάκρος του, και μία πήχη το πλάτος του, το δε ύψος του μία πήχη και μισή· 11 και το σκέπασε ολόγυρα με καθαρό χρυσάφι, και έκανε σ' αυτό μία χρυσή στεφάνη, ολόγυρα. 12 Έκανε ακόμα σ' αυτό ένα χείλος, ολόγυρα, μία παλάμη το πλάτος· κι επάνω στο χείλος του, ολόγυρα, έκανε μία χρυσή στεφάνη. 13 Και έχυσε γι' αυτό τέσσερις κρίκους χρυσούς, και έβαλε τους κρίκους στις τέσσερις γωνίες, που ήσαν στα τέσσερα πόδια του· 14 κάτω από το χείλος ήσαν οι κρίκοι, θήκες των μοχλών, για να βαστάζουν το τραπέζι. 15 Και έκανε τους μοχλούς από ξύλο σιττίμ, και τους σκέπασε ολόγυρα με χρυσάφι, για να βαστάζουν το τραπέζι. 16 Και έκανε τα σκεύη του, που ήσαν επάνω στο τραπέζι, τους δίσκους του, και τα θυμιατοδόχα του και τις λεκάνες του, και τα σπονδεία, για να γίνονται μ' αυτά οι σπονδές, από καθαρό χρυσάφι. 17 ΚΑΙ έκανε τη λυχνία από καθαρό χρυσάφι· σφυρηλατημένη έκανε τη λυχνία· ο κορμός της, και τα κλαδιά της, οι λεκάνες της, οι κόμποι της, και τα άνθη της ήσαν ένα σώμα μαζί της. 18 Και έβγαιναν έξι κλαδιά από τα πλάγιά της· τρία κλαδιά τής λυχνίας από το ένα της πλάγιο, και τρία κλαδιά τής λυχνίας από το άλλο της πλάγιο· 19 τρεις λεκάνες αμυγδαλοειδείς στο ένα κλαδί, ένας κόμπος, και ένα άνθος· και τρεις λεκάνες αμυγδαλοειδείς στο άλλο κλαδί, ένας κόμπος, και ένα άνθος· έτσι έκανε και στα έξι κλαδιά, που έβγαιναν από τη λυχνία. 20 Και στη λυχνία υπήρχαν τέσσερις λεκάνες αμυγδαλοειδείς, οι κόμποι τους, και τα άνθη τους. 21 Και ένας κόμπος κάτω από τα δύο κλαδιά που έβγαιναν απ' αυτή, και ένας κόμπος κάτω από τα δύο κλαδιά, που έβγαιναν απ' αυτή, και ένας κόμπος κάτω από τα δύο κλαδιά, που έβγαιναν απ' αυτή, στα έξι κλαδιά, που έβγαιναν απ' αυτή. 22 Οι κόμποι τους, και τα κλαδιά τους, ήσαν ένα σώμα μαζί της· το σύνολό της ήταν ένα σφυρηλατημένο σώμα από καθαρό χρυσάφι. 23 Και έκανε τα επτά λυχνάρια της, και τα λυχνοψάλιδά της, και τα υποθέματά της, από καθαρό χρυσάφι. 24 Από ένα τάλαντο καθαρό χρυσάφι την έκανε, και όλα τα σκεύη της. 25 ΚΑΙ έκανε το θυσιαστήριο του θυμιάματος από ξύλο σιττίμ· το μάκρος του μία πήχη, και το πλάτος του μία πήχη, τετράγωνο· και δύο πήχες το ύψος του· και τα κέρατά του ήσαν από το ίδιο σώμα. 26 Και το σκέπασε ολόγυρα με καθαρό χρυσάφι, την κορυφή του, και τα πλάγιά του, ολόγυρα, και τα κέρατά του· και έκανε σ' αυτό μία χρυσή στεφάνη, ολόγυρα. 27 Και έκανε γι' αυτό δύο χρυσούς κρίκους, κάτω από τη στεφάνη του, κοντά στις δύο γωνίες του, στα δύο πλάγια, για να είναι θήκες των μοχλών, ώστε να το βαστάζουν μ' αυτούς. 28 Και έκανε τους μοχλούς από ξύλο σιττίμ, και τους περισκέπασε με χρυσάφι. 29 ΚΑΙ έκανε το άγιο επιχρισματικό λάδι, και το καθαρό ευώδες θυμίαμα, σύμφωνα με τη τέχνη τού αρωματοποιού.

Έξοδος 38

1 ΚΑΙ έκανε το θυσιαστήριο του ολοκαυτώματος, από ξύλο σιττίμ· πέντε πήχες το μάκρος του, και πέντε πήχες το πλάτος του, τετράγωνο· και το ύψος του τρεις πήχες· 2 και έκανε τα κέρατά του στις τέσσερις γωνίες του· τα κέρατά του ήσαν από το ίδιο σώμα· και το σκέπασε ολόγυρα με χαλκό. 3 Και έκανε όλα τα σκεύη τού θυσιαστηρίου, τους λέβητες, και τα φτυάρια, και τις λεκάνες, τις κρεάγρες, και τα πυροδοχεία· όλα τα σκεύη του τα έκανε χάλκινα. 4 Και έκανε για το θυσιαστήριο μία χάλκινη σχάρα διχτυωτής εργασίας, κάτω από την περιοχή του, από κάτω, μέχρι το μέσον του. 5 Και έχυσε τέσσερις κρίκους για τα τέσσερα άκρα τής χάλκινης σχάρας, για να είναι θήκες των μοχλών. 6 Και έκανε τους μοχλούς από ξύλο σιττίμ, και τους σκέπασε ολόγυρα με χαλκό, 7 και πέρασε τους μοχλούς στους κρίκους προς τα πλάγια του θυσιαστηρίου, για να το βαστάζουν μ' αυτούς· κοίλο, σανιδωτό το έκανε. 8 ΚΑΙ έκανε τον νιπτήρα από χαλκό, και τη βάση του από χαλκό, από τους χάλκινους καθρέφτες των συναθροιζόμενων γυναικών, που συγκεντρώνονταν δίπλα στη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου. 9 ΚΑΙ έκανε την αυλή· προς την πλευρά που ήταν προς τη μεσημβρία,τα παραπετάσματα της αυλής ήσαν από κλωσμένη βύσσο, 100 πηχών. 10 Οι στύλοι τους ήσαν 20, και τα χάλκινα υποστηρίγματά τους 20· τα άγκιστρα των στύλων, και οι ζώνες τους, ασημένια. 11 Και προς τη βορινή πλευρά τα παραπετάσματα ήσαν 100 πήχες· οι στύλοι τους 20, και τα χάλκινα υποστηρίγματά τους 20· τα άγκιστρα των στύλων και οι ζώνες τους ασημένια. 12 Και προς τη δυτική πλευρά ήσαν παραπετάσματα 50 πήχες· οι στύλοι τους δέκα και τα υποστηρίγματά τους δέκα· τα άγκιστρα των στύλων και οι ζώνες τους ασημένια. 13 Και προς την ανατολική πλευρά, που ήταν προς ανατολάς, 50 πήχες. 14 Τα παραπετάσματα του ενός μέρους τής πύλης ήσαν 15 πήχες· οι στύλοι τους τρεις, και τα υποστηρίγματά τους τρία. 15 Και στο άλλο μέρος τής πύλης τής αυλής, και από τις δύο πλευρές, ήσαν παραπετάσματα 15 πήχες· οι στύλοι τους τρεις, και τα υποστηρίγματά τους τρία. 16 Όλα τα παραπετάσματα της αυλής, ολόγυρα, ήσαν από βύσσο κλωσμένη. 17 Και τα υποστηρίγματα για τους στύλους ήσαν χάλκινα· τα άγκιστρα των στύλων και οι ζώνες τους ασημένια· και τα κεφαλάρια των στύλων τους ήσαν σκεπασμένα ολόγυρα με ασήμι· και όλοι οι στύλοι τής αυλής ήσαν ζωσμένοι με ασήμι. 18 Και το καταπέτασμα για την πύλη τής αυλής ήταν εργασία ενός κεντητή, από βαθυγάλαζο ύφασμα, και πορφυρούν, και κόκκινο, αι βύσσο κλωσμένη· και ήταν 20 πήχες το μάκρος, και το ύψος στο πλάτος πέντε πήχες, όπως στα παραπετάσματα της αυλής. 19 Και οι στύλοι τους τέσσερις· και τα χάλκινα υποστηρίγματά τους τέσσερα· τα άγκιστρά τους ασημένια, και τα κεφαλάρια των στύλων τους περισκεπασμένα με ασήμι, και οι ζώνες τους ασημένιες. 20 Και όλοι οι πάσσαλοι της σκηνής και της αυλής, ολόγυρα, χάλκινοι. 21 ΑΥΤΗ είναι η απαρίθμηση των πραγμάτων τής σκηνής, της σκηνής τού μαρτυρίου, όπως απαριθμήθηκαν, σύμφωνα με την προσταγή τού Μωυσή, για την υπηρεσία των Λευιτών, διαμέσου του Ιθάμαρ, γιου τού Ααρών τού ιερέα. 22 Και ο Βεσελεήλ, ο γιος τού Ουρί, γιου τού Ωρ, από τη φυλή Ιούδα, έκανε όλα όσα ο Κύριος πρόσταξε στον Μωυσή. 23 Και ήταν μαζί του ο Ελιάβ, ο γιος τού Αχισαμάχ, από τη φυλή Δαν, χαράκτης, και επινοητικός τεχνίτης, και κεντητής σε βαθυγάλαζο ύφασμα, και σε πορφυρούν, και σε κόκκινο, και σε βύσσο. 24 Ολόκληρο το χρυσάφι, που δαπανήθηκε για την εργασία σε ολόκληρο το έργο τού αγιαστηρίου, το χρυσάφι της προσφοράς, ήταν 29 τάλαντα, και 730 σίκλοι, σύμφωνα με τον σίκλο τού αγιαστηρίου. 25 Και το ασήμι εκείνων που απαριθμήθηκαν από τη συναγωγή ήταν 100 τάλαντα, και 1.775 σίκλοι, σύμφωνα με τον σίκλο τού αγιαστηρίου· 26 ένα βεκάχ ανά κεφαλή, το μισό τού σίκλου, σύμφωνα με τον σίκλο τού αγιαστηρίου, για καθέναν που περνάει στην απαρίθμηση, από 20 ετών ηλικίας κι επάνω, για 603.550 ανθρώπους. 27 Και από το ασήμι των 100 ταλάντων χύθηκαν τα υποστηρίγματα του αγιαστηρίου, και τα υποστηρίγματα του καταπετάσματος· 100 υποστηρίγματα από 100 τάλαντα, ένα τάλαντο για κάθε ένα υποστήριγμα. 28 Και από τους 1.775 σίκλους έκανε άγκιστρα για τους στύλους, και σκέπασε ολόγυρα τα κεφαλάρια τους, και τους έζωσε ολόγυρα. 29 Και ο χαλκός τής προσφοράς ήταν 70 τάλαντα, και 2.400 σίκλοι. 30 Και απ' αυτόν έκανε τα υποστηρίγματα στη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου, και το χάλκινο θυσιαστήριο, και τη χάλκινη σχάρα γι' αυτό, και όλα τα σκεύη τού θυσιαστηρίου, 31 και τα υποστηρίγματα της αυλής, ολόγυρα, και τα υποστηρίγματα της πύλης τής αυλής, και όλους τους πασσάλους τής σκηνής, και όλους τους πασσάλους τής αυλής ολόγυρα.

Έξοδος 39

1 ΚΑΙ από το βαθυγάλαζο ύφασμα, και το πορφυρούν, και το κόκκινο, έκαναν υπηρετικές στολές για να υπηρετούν στο άγιο, και έκαναν τις άγιες στολές για τον Ααρών, καθώς ο Κύριος πρόσταξε στον Μωυσή. 2 ΚΑΙ έκανε το εφόδ από χρυσάφι, από βαθυγάλαζο ύφασμα, και πορφυρούν, και κόκκινο, και κλωσμένη βύσσο. 3 Και σφυρηλάτησαν το χρυσάφι σε λεπτές πλάκες, και το έκοψαν σε σύρματα, για να το εργαστούν στο βαθυγάλαζο ύφασμα, και στο πορφυρούν, και στο κόκκινο, και στη βύσσο, με καλλίτεχνη εργασία. 4 Έκαναν γι' αυτό επωμίδες συναπτές· που συνάπτονταν επάνω στις δύο άκρες του. 5 Και η κεντητή ζώνη τού εφόδ επάνω σ' αυτό ήταν από το ίδιο, σύμφωνα με την εργασία του· από χρυσάφι, από βαθυγάλαζο ύφασμα, και πορφυρούν, και κόκκινο, και κλωσμένη βύσσο, καθώς ο Κύριος πρόσταξε στον Μωυσή. 6 Και εργάστηκαν τις πέτρες από όνυχα, που ήσαν εναρμοσμένες σε χρυσούς οικίσκους, χαραγμένες, καθώς χαράσσονται οι σφραγίδες, με τα ονόματα των γιων Ισραήλ. 7 Και τις έβαλε επάνω στις επωμίδες τού εφόδ, πέτρες ανάμνησης στους γιους Ισραήλ, καθώς ο Κύριος πρόσταξε στον Μωυσή. 8 ΚΑΙ έκανε το περιστήθιο με καλλίτεχνη εργασία, σύμφωνα με την εργασία τού εφόδ, από χρυσάφι, από βαθυγάλαζο ύφασμα, και πορφυρούν, και κόκκινο, και κλωσμένη βύσσο. 9 Ήταν τετράγωνο· έκαναν το περιστήθιο διπλό· μία σπιθαμή το μάκρος του, και μία σπιθαμή το πλάτος του, διπλό. 10 Και προσάρμοσε σ' αυτό τέσσερις σειρές από πέτρες· σειρά από σάρδιο, τοπάζιο, και σμάραγδο, ήταν η πρώτη σειρά. 11 Και η δεύτερη σειρά, άνθρακας, σάπφειρος, και αδάμαντας. 12 Και η τρίτη σειρά, λιγύριο, αχάτης, και αμέθυστος. 13 Και η τέταρτη σειρά, βηρύλλιο, όνυχας και ίασπης· οι πέτρες αυτές ήσαν προσαρμοσμένες σε οικίσκους χρυσούς στα περικλείσματά τους. 14 Και οι πέτρες ήσαν σύμφωνα με τα ονόματα των γιων Ισραήλ, 12, σύμφωνα με τα ονόματά τους, όπως η χάραξη της σφραγίδας, καθένας με το όνομά του, σύμφωνα με τις 12 φυλές. 15 Και έκαναν επάνω στο περιστήθιο αλυσίδες από τις άκρες, πλεκτής εργασίας από καθαρό χρυσάφι. 16 Και έκαναν δύο χρυσούς οικίσκους, κα δύο χρυσούς κρίκους και πέρασαν τους δύο κρίκους στις δύο άκρες τού περιστηθίου. 17 Και πέρασαν τις δύο πλεκτές χρυσές αλυσίδες, στους δύο κρίκους, που ήσαν στις άκρες τού περιστηθίου. 18 Και τις δύο άκρες των δύο πλεκτών αλυσίδων, τις σύνδεσαν με τους δύο οικίσκους, και τους έβαλαν επάνω στις επωμίδες τού εφόδ, στο μπροστινό του μέρος. 19 Και έκαναν δύο κρίκους χρυσούς, και τους έβαλαν στις δύο άκρες τού περιστηθίου, στο χείλος του, που ήταν προς το μέρος τού εφόδ, από μέσα. 20 Και έκαναν δύο άλλους κρίκους χρυσούς, και τους έβαλαν στα δύο πλάγια του εφόδ, από κάτω προς το μπροστινό μέρος του, αντικρυνά στην άλλη ένωσή του, από πάνω από την κεντητή ζώνη τού εφόδ, 21 και έδεσαν το περιστήθιο με τους κρίκους του, στους κρίκους τού εφόδ, με ταινία από βαθυγάλαζο ύφασμα, για να είναι από πάνω από την κεντητή ζώνη τού εφόδ, και για να μη είναι το περιστήθιο χωρισμένο από το εφόδ, καθώς ο Κύριος πρόσταξε στον Μωυσή. 22 ΚΑΙ έκανε τον ποδήρη του εφόδ με υφαντή εργασία, ολόκληρο από βαθυγάλαζο ύφασμα. 23 Και ήταν στο μέσον τού ποδήρη ένα άνοιγμα, όπως το άνοιγμα του θώρακα, με ταινία ολόγυρα στο άνοιγμα, για να μη σχίζεται. 24 Και έκαναν επάνω στα κράσπεδα του ποδήρη ρόδια, από βαθυγάλαζο ύφασμα, και πορφυρούν, και κόκκινο, και κλωσμένη βύσσο. 25 Και έκαναν κουδούνια από καθαρό χρυσάφι, και έβαλαν τα κουδούνια ανάμεσα στα ρόδια επάνω στο κράσπεδο του ποδήρη, ολόγυρα, ανάμεσα στα ρόδια· 26 κουδούνι και ρόδι, κουδούνι και ρόδι, επάνω στα κράσπεδα του ποδήρη, του υπηρετικού, ολόγυρα· καθώς ο Κύριος πρόσταξε στον Μωυσή. 27 ΚΑΙ έκαναν τους χιτώνες από βύσσο, υφαντής εργασίας, για τον Ααρών, και για τους γιους του, 28 και τη μίτρα από βύσσο, και τα μιτρίδια διακοσμημένα από βύσσο, και τις λινές περισκελίδες από κλωσμένη βύσσο, 29 και τη ζώνη από κλωσμένη βύσσο, και βαθυγάλαζο ύφασμα, και πορφυρούν, και κόκκινο, κεντητής εργασίας· καθώς ο Κύριος πρόσταξε στον Μωυσή. 30 ΚΑΙ έκαναν την πλάκα του ιερού στέμματος από καθαρό χρυσάφι, και χάραξαν επάνω σ' αυτό γράμματα σαν μια χάραξη σφραγίδας, ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ. 31 Και έδεσαν σ' αυτό μία βαθυγάλαζη ταινία, για να τη συνδέσουν από επάνω, στη μίτρα· όπως ο Κύριος πρόσταξε στο Μωυσή. 32 Έτσι τελείωσε ολόκληρο το έργο τής σκηνής τού μαρτυρίου· και οι γιοι Ισραήλ έκαναν σύμφωνα με όλα όσα ο Κύριος πρόσταξε στον Μωυσή· έτσι έκαναν. 33 ΚΑΙ έφεραν τη σκηνή στον Μωυσή· τη σκηνή, και όλα τα σκεύη της, τις περόνες της, τις σανίδες της, τους μοχλούς της, και τους στύλους της, και τα υποστηρίγματά της, 34 και το κατακάλυμμα, που ήταν από δέρματα κριαριών, κοκκινοβαμμέν, και το επικάλυμμα, που ήταν από δέρματα τσακαλιών, και το καλυπτήριο καταπέτασμα, 35 την κιβωτό τού μαρτυρίου, και τους μοχλούς της, και το ιλαστήριο, 36 το τραπέζι, όλα τα σκεύη του, και τους άρτους τής πρόθεσης, 37 την καθαρή λυχνία, τα λυχνάρια της, τα λυχνάρια σύμφωνα με τη διάταξή τους, και όλα τα σκεύη της, και το λάδι τού φωτός, 38 και το χρυσό θυσιαστήριο, και το επιχρισματικό λάδι, και το ευώδες θυμίαμα, και τον τάπητα για τη θύρα τής σκηνής, 39 το χάλκινο θυσιαστήριο, και τη χάλκινη σχάρα του, τους μοχλούς του, και όλα τα σκεύη του, τον νιπτήρα και τη βάση του, 40 τα παραπετάσματα της αυλής, τους στύλους της, και τα υποστηρίγματά της, και το καταπέτασμα για την πύλη τής αυλής, τα σχοινιά της, και τους πασσάλους της, και όλα τα σκεύη τής υπηρεσίας τής σκηνής, για τη σκηνή τού μαρτυρίου, 41 τις υπηρετικές στολές, για να υπηρετούν στο άγιο, και τις άγιες στολές για τον Ααρών τον ιερέα, και τις στολές των γιων του, για να ιερατεύουν. 42 Σύμφωνα με όσα πρόσταξε ο Κύριος στον Μωυσή, έτσι έκαναν οι γιοι Ισραήλ, ολόκληρο το έργο. 43 Και ο Μωυσής είδε ολόκληρο το έργο, και να, το είχαν κάνει καθώς ο Κύριος είχε προστάξει· έτσι έκαναν· και ο Μωυσής τους ευλόγησε.

Έξοδος 40

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 2 Την πρώτη ημέρα τού πρώτου μήνα θα στήσεις τη σκηνή, τη σκηνή τού μαρτυρίου. 3 Και θα βάλεις εκεί την κιβωτό τού μαρτυρίου, και θα σκεπάσεις την κιβωτό με το καταπέτασμα. 4 Και θα βάλεις μέσα το τραπέζι, και θα διατάξεις όσα πρέπει να διαταχθούν γι' αυτό· και θα βάλεις μέσα τη λυχνία, και θα ανάψεις τα λυχνάρια της. 5 Και θα βάλεις το χρυσό θυσιαστήριο του θυμιάματος μπροστά στην κιβωτό τού μαρτυρίου, και θα τοποθετήσεις τον τάπητα της θύρας στη σκηνή. 6 Και θα βάλεις το θυσιαστήριο του ολοκαυτώματος μπροστά στη θύρα τής σκηνής, της σκηνής τού μαρτυρίου. 7 Και θα βάλεις τον νιπτήρα ανάμεσα στη σκηνή τού μαρτυρίου, και το θυσιαστήριο, και θα βάλεις σ' αυτόν νερό. 8 Και θα στήσεις την αυλή ολόγυρα, και θα κρεμάσεις το καταπέτασμα της πύλης τής αυλής. 9 Και θα πάρεις το επιχρισματικό λάδι, και θα χρίσεις τη σκηνή, και όλα όσα είναι σ' αυτήν, και θα την αγιάσεις, και όλα τα σκεύη της, και θα είναι άγια. 10 Και θα χρίσεις το θυσιαστήριο του ολοκαυτώματος, και όλα τα σκεύη του, και θα αγιάσεις το θυσιαστήριο· και θα είναι θυσιαστήριο αγιότατο. 11 Και θα χρίσεις τον νιπτήρα, και τη βάση του, και θα τον αγιάσεις. 12 Και θα φέρεις τον Ααρών, και τους γιους του, στη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου, και θα τους πλύνεις με νερό. 13 Και θα ντύσεις τον Ααρών με τις άγιες στολές, και θα τον χρίσεις, και θα τον αγιάσεις, και θα ιερατεύει σε μένα. 14 Και θα φέρεις τους γιους του, και θα τους ντύσεις με χιτώνες. 15 Και θα τους χρίσεις, καθώς έχρισες τον πατέρα τους, και θα ιερατεύουν σε μένα· και θα είναι σ' αυτούς το χρίσμα τους για παντοτινή ιερατεία στις γενεές τους. 16 Και ο Μωυσής έκανε σύμφωνα με όλα όσα ο Κύριος τον πρόσταξε· έτσι έκανε. 17 Και τον πρώτο μήνα τού δεύτερου χρόνου, την πρώτη ημέρα τού μήνα, στήθηκε η σκηνή. 18 Και ο Μωυσής έστησε τη σκηνή, και έβαλε τα υποστηρίγματά της, και έστησε τις σανίδες της, και έβαλε τους μοχλούς της, και έστησε τους στύλους της. 19 Και άπλωσε τα παραπετάσματα επάνω στη σκηνή, και έβαλε επάνω της το κατακάλυμμα της σκηνής, από πάνω· καθώς ο Κύριος πρόσταξε στον Μωυσή. 20 Και παίρνοντας το μαρτύριο το έβαλε μέσα στην κιβωτό, και έβαλε τους μοχλούς στην κιβωτό, και έβαλε το ιλαστήριο επάνω στην κιβωτό, από πάνω, 21 και έφερε την κιβωτό στη σκηνή, και έβαλε το καλυπτήριο καταπέτασμα, και σκέπασε την κιβωτό τού μαρτυρίου· καθώς ο Κύριος πρόσταξε στον Μωυσή. 22 Και έβαλε το τραπέζι στη σκηνή τού μαρτυρίου, προς το μέρος τής σκηνής, που είναι προς βορράν, απέξω από το καταπέτασμα, 23 και έβαλε επάνω του με τάξη τα ψωμιά, που ήσαν διαταγμένα, μπροστά στον Κύριο· καθώς ο Κύριος είχε προστάξει στον Μωυσή. 24 Και έβαλε τη λυχνία στη σκηνή τού μαρτυρίου, απέναντι από το τραπέζι, προς το μέρος τής σκηνής, που είναι προς τα μεσημβρινά, 25 και άναψε τα λυχνάρια μπροστά στον Κύριο· καθώς ο Κύριος είχε προστάξει στον Μωυσή. 26 Και έβαλε το χρυσό θυσιαστήριο στη σκηνή τού μαρτυρίου, απέναντι από το καταπέτασμα, 27 και θυμίασε επάνω σ' αυτό ευώδες θυμίαμα· καθώς ο Κύριος είχε προστάξει στον Μωυσή. 28 Και έβαλε τον τάπητα στη θύρα τής σκηνής. 29 Και το θυσιαστήριο του ολοκαυτώματος το έβαλε κοντά στη θύρα τής σκηνής, της σκηνής τού μαρτυρίου, και πρόσφερε επάνω σ' αυτό το ολοκαύτωμα και την προσφορά από άλφιτα· καθώς ο Κύριος πρόσταξε στον Μωυσή. 30 Και έβαλε τον νιπτήρα ανάμεσα στη σκηνή τού μαρτυρίου και το θυσιαστήριο, και έβαλε σ' αυτόν νερό, για να πλένονται· 31 και έπλεναν τα χέρια τους, και τα πόδια τους απ' αυτόν, ο Μωυσής και ο Ααρών και οι γιοι του. 32 Όταν έμπαιναν μέσα στη σκηνή τού μαρτυρίου και όταν πλησίαζαν στο θυσιαστήριο, πλένονταν· καθώς ο Κύριος πρόσταξε στον Μωυσή. 33 Και έστησε την αυλή, ολόγυρα, στη σκηνή και το θυσιαστήριο, και κρέμασε τον τάπητα της πύλης τής αυλής. Και ο Μωυσής αποπεράτωσε το έργο. 34 ΤΟΤΕ, η νεφέλη σκέπασε τη σκηνή τού μαρτυρίου, και δόξα τού Κυρίου γέμισε τη σκηνή. 35 Και ο Μωυσής δεν μπόρεσε να μπει μέσα στη σκηνή τού μαρτυρίου· επειδή, η νεφέλη καθόταν επάνω της, και δόξα τού Κυρίου γέμισε τη σκηνή. 36 Και όταν η νεφέλη ανέβαινε από πάνω από τη σκηνή, οι γιοι Ισραήλ σηκώνονταν, σε όλες τις οδοιπορίες τους· 37 αν, όμως, η νεφέλη δεν ανέβαινε, τότε δεν σηκώνονταν, μέχρι την ημέρα της ανάβασής της. 38 Επειδή, η νεφέλη τού Κυρίου ήταν επάνω στη σκηνή την ημέρα, και φωτιά ήταν επάνω σ' αυτή τη νύχτα, μπροστά σε ολόκληρο τον οίκο Ισραήλ, σε όλες τους τις οδοιπορίες.

Λευιτικό 1

1 ΚΑΙ ο Κύριος κάλεσε τον Μωυσή και του μίλησε από τη σκηνή τού μαρτυρίου, λέγοντας: 2 Μίλησε στους γιους Ισραήλ, και πες τους: Αν κάποιος από σας προσφέρει δώρο στον Κύριο, θα προσφέρετε το δώρο σας από τα κτήνη, από τα βόδια ή από τα πρόβατα. 3 Αν το δώρο του είναι ολοκαύτωμα από τα βόδια, αρσενικό άμωμο ας το προσφέρει· κοντά στη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου θα το προσφέρει, για να είναι δεκτό μπροστά στον Κύριο. 4 Και θα βάλει το χέρι του επάνω στο κεφάλι τού ολοκαυτώματος, και θα είναι δεκτό για λογαριασμό του, για να γίνει εξιλέωση γι' αυτόν. 5 Και θα σφάξουν το μοσχάρι μπροστά στον Κύριο· και οι γιοι τού Ααρών, οι ιερείς, θα φέρουν το αίμα, και θα ραντίσουν το αίμα, ολόγυρα, επάνω στο θυσιαστήριο, που είναι κοντά στη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου. 6 Και θα γδάρουν το ολοκαύτωμα, και θα το διαμελίσουν στα μέλη του. 7 Και οι γιοι τού Ααρών, του ιερέα, θα βάλουν φωτιά επάνω στο θυσιαστήριο, και θα στοιβάξουν ξύλα επάνω στη φωτιά. 8 Και οι γιοι τού Ααρών, οι ιερείς, θα στοιβάξουν επάνω τα μέλη, το κεφάλι, και το λίπος, επάνω στα ξύλα, που είναι επάνω στη φωτιά, που βρίσκεται επάνω στο θυσιαστήριο· 9 και τα εντόσθιά του και τα πόδια του θα τα πλύνουν με νερό· και ο ιερέας θα τα κάψει όλα επάνω στο θυσιαστήριο· είναι ολοκαύτωμα, θυσία που γίνεται με φωτιά σε οσμή ευωδίας στον Κύριο. 10 Και αν το δώρο του για το ολοκαύτωμα είναι από τα κοπάδια, από τα πρόβατα ή από τα κατσίκια, αρσενικό άμωμο θα το προσφέρει. 11 Και θα το σφάξει στα πλάγια του θυσιαστηρίου, προς τα βορινά, μπροστά στον Κύριο· και θα ραντίσουν οι γιοι τού Ααρών, οι ιερείς, το αίμα του επάνω στο θυσιαστήριο, ολόγυρα· 12 και θα το διαμελίσουν, κατά τα μέλη του, και το κεφάλι του, και το λίπος του· και ο ιερέας θα τα στοιβάξει επάνω στα ξύλα, που είναι επάνω στη φωτιά, που βρίσκεται επάνω στο θυσιαστήριο· 13 και τα εντόσθια και τα πόδια θα τα πλύνει με νερό· και ο ιερέας θα τα φέρει όλα, και θα τα κάψει επάνω στο θυσιαστήριο· είναι ολοκαύτωμα, θυσία που γίνεται με φωτιά σε οσμή ευωδίας στον Κύριο. 14 ΚΑΙ αν το δώρο του στον Κύριο είναι ολοκαύτωμα από πουλιά, τότε θα προσφέρει το δώρο του από τρυγόνια ή από νεοσσούς περιστεριών. 15 Και θα το φέρει ο ιερέας στο θυσιαστήριο, και με τα νύχια θα του αποκόψει το κεφάλι του, και θα το κάψει επάνω στο θυσιαστήριο· και θα στραγγίσει το αίμα του στο πλάι τού θυσιαστηρίου· 16 και θα βγάλει τον πρόλοβό του μαζί με τα κόπρανά του, και θα τα ρίξει στα πλάγια του θυσιαστηρίου, προς τα ανατολικά, στον τόπο τής στάχτης· 17 και θα το σχίσει από τις φτερούγες του· όμως, δεν θα το διαχωρίσει· και ο ιερέας θα το κάψει επάνω στο θυσιαστήριο, επάνω στα ξύλα που είναι επάνω στη φωτιά· είναι ολοκαύτωμα, θυσία που γίνεται με φωτιά σε οσμή ευωδίας στον Κύριο.

Λευιτικό 2

1 ΚΑΙ αν κάποιος προσφέρει δώρο, προσφορά από άλφιτα, στον Κύριο, το δώρο του θα είναι σιμιγδάλι· και θα χύσει επάνω σ' αυτό λάδι, και θα βάλει επάνω σ' αυτό λιβάνι. 2 Και θα το φέρει στους γιους τού Ααρών, τους ιερείς· και ο ιερέας θα πάρει μια χούφτα από το σιμιγδάλι του και από το λάδι του, όσο χωράει το χέρι του, και ολόκληρο το λιβάνι του· και ο ιερέας θα κάψει την αναμνηστική του θυσία επάνω στο θυσιαστήριο· είναι θυσία που γίνεται με φωτιά σε οσμή ευωδίας στον Κύριο. 3 Και το υπόλοιπο της προσφοράς από άλφιτα θα είναι του Ααρών και των γιων του· είναι αγιότατο από τις θυσίες που γίνονται με φωτιά στον Κύριο. 4 Και όταν προσφέρεις δώρο, προσφορά από άλφιτα ψημένη σε φούρνο, θα είναι άζυμα ψωμιά από σιμιγδάλι ζυμωμένο με λάδι, και άζυμα λάγανα χρισμένα με λάδι. 5 Και αν το δώρο σου είναι προσφορά από άλφιτα ψημένη σε κάψα, θα είναι άζυμο από σιμιγδάλι, ζυμωμένη με λάδι. 6 Θα τη χωρίσεις σε τμήματα, και θα χύσεις επάνω της λάδι· είναι προσφορά από άλφιτα. 7 Και αν το δώρο σου είναι προσφορά από άλφιτα ψημένη σε τηγάνι, θα γίνει από σιμιγδάλι μαζί με λάδι. 8 Και θα φέρεις στον Κύριο την προσφορά από άλφιτα, που έκανες απ' αυτά· και όταν φερθεί στον ιερέα, αυτός θα τη φέρει κοντά στο θυσιαστήριο. 9 Και ο ιερέας θα χωρίσει από την προσφορά των αλφίτων την αναμνηστική θυσία της, και θα την κάψει επάνω στο θυσιαστήριο· είναι θυσία που γίνεται με φωτιά σε οσμή ευωδίας στον Κύριο. 10 Και το υπόλοιπο της προσφοράς από άλφιτα θα είναι του Ααρών και των γιων του· είναι αγιότατο από τις θυσίες που γίνονται με φωτιά στον Κύριο. 11 Καμιά προσφορά από άλφιτα, που προσφέρετε στον Κύριο, δεν θα είναι ένζυμη· επειδή, κανένα προζύμι, ούτε μέλι, δεν θα κάψετε σε καμιά θυσία που γίνεται με φωτιά στον Κύριο. 12 Σχετικά δε με το δώρο των απαρχών, θα τις προσφέρετε στον Κύριο· όμως, δεν θα καούν επάνω στο θυσιαστήριο σε οσμή ευωδίας. 13 Και κάθε δώρο τής προσφοράς σου από άλφιτα, θα το αλατίζεις με αλάτι· και δεν θα αφήσεις να λείψει το αλάτι τής διαθήκης τού Θεού σου από την προσφορά σου από άλφιτα· επάνω σε κάθε δώρο σου θα προσφέρεις αλάτι. 14 Και αν προσφέρεις από τα πρωτογεννήματά σου προσφορά από άλφιτα στον Κύριο, για την προσφορά των πρωτογεννημάτων σου από άλφιτα, θα προσφέρεις χλωρά στάχυα ψημένα σε φωτιά, σιτάρι φρυγανισμένο, από μεστά στάχυα. 15 Και θα χύσεις επάνω της λάδι, και θα βάλεις επάνω της λιβάνι· είναι προσφορά από άλφιτα. 16 Και ο ιερέας θα κάψει την αναμνηστική θυσία της, από το φρυγανισμένο σιτάρι της, και από το λάδι της, μαζί με όλο το λιβάνι της· είναι θυσία που γίνεται με φωτιά στον Κύριο.

Λευιτικό 3

1 ΚΑΙ αν το δώρο του είναι ειρηνική θυσία, αν το προσφέρει από τα βόδια, είτε αρσενικό είτε θηλυκό, άμωμο θα το προσφέρει μπροστά στον Κύριο· 2 και θα βάλει το χέρι του επάνω στο κεφάλι τού δώρου του, και θα το σφάξουν κοντά στη θύρα της σκηνής τού μαρτυρίου· και οι γιοι του Ααρών, οι ιερείς, θα ραντίσουν το αίμα επάνω στο θυσιαστήριο, ολόγυρα. 3 Και θα προσφέρει από την ειρηνική προσφορά, θυσία που γίνεται με φωτιά στον Κύριο· το λίπος, αυτό που περισκεπάζει τα εντόσθια, και ολόκληρο το λίπος, που είναι επάνω στα εντόσθια· 4 και τα δύο νεφρά, και το λίπος που είναι επάνω τους, αυτό που είναι προς τα πλευρά, και τον επάνω λοβό τού συκωτιού, που θα αφαιρέσεις μαζί με τα νεφρά. 5 Και οι γιοι τού Ααρών θα τα κάψουν επάνω στο θυσιαστήριο, επάνω στο ολοκαύτωμα, που είναι επάνω στα ξύλα, που βρίσκονται επάνω στη φωτιά· είναι θυσία που γίνεται με φωτιά σε οσμή ευωδίας στον Κύριο. 6 ΚΑΙ αν το δώρο του, που προσφέρεται σε μια ειρηνική θυσία στον Κύριο, είναι από το ποίμνιο, αρσενικό ή θηλυκό, άμωμο θα το προσφέρει. 7 Αν για το δώρο του προσφέρει ένα αρνί, θα το προσφέρει μπροστά στον Κύριο· 8 και θα βάλει το χέρι του επάνω στο κεφάλι τού δώρου του, και θα το σφάξουν μπροστά στη σκηνή τού μαρτυρίου· και οι γιοι τού Ααρών θα ραντίσουν το αίμα του επάνω στο θυσιαστήριο, ολόγυρα. 9 Και θα προσφέρει από την ειρηνική προσφορά, θυσία που γίνεται με φωτιά στον Κύριο· το λίπος του, την ουρά ολόκληρη, που θα αφαιρέσει από τη ράχη, και το λίπος, αυτό που σκεπάζει ολόγυρα τα εντόσθια, και ολόκληρο το λίπος, που είναι επάνω στα εντόσθια· 10 και τα δύο νεφρά, και το λίπος που είναι επάνω τους, που βρίσκεται προς τα πλευρά, και τον επάνω λοβό τού συκωτιού, που θα αφαιρέσει μαζί με τα νεφρά. 11 Και θα τα κάψει ο ιερέας επάνω στο θυσιαστήριο· είναι τροφή της θυσίας που γίνεται με φωτιά στον Κύριο. 12 ΚΑΙ αν το δώρο του είναι από κατσίκια, τότε θα το προσφέρει μπροστά στον Κύριο· 13 και θα βάλει το χέρι του επάνω στο κεφάλι του, και θα το σφάξουν μπροστά στη σκηνή τού μαρτυρίου· και οι γιοι τού Ααρών θα ραντίσουν το αίμα του επάνω στο θυσιαστήριο, ολόγυρα. 14 Και θα προσφέρει απ' αυτό το δώρο του, θυσία που γίνεται με φωτιά στον Κύριο· το λίπος, αυτό που σκεπάζει ολόγυρα τα εντόσθια, και ολόκληρο το λίπος, που είναι επάνω στα εντόσθια· 15 και τα δύο νεφρά, και το λίπος που είναι επάνω τους, που βρίσκεται προς τα πλευρά, και τον επάνω λοβό τού συκωτιού, που θα αφαιρέσει μαζί με τα νεφρά. 16 Και ο ιερέας θα τα κάψει επάνω στο θυσιαστήριο· είναι τροφή τής θυσίας που γίνεται με φωτιά σε οσμή ευωδίας· ολόκληρο το λίπος είναι του Κυρίου. 17 Θα είναι αιώνιος θεσμός στις γενεές σας, σε όλους τους τόπους τής κατοίκησής σας· δεν θα τρώτε ούτε λίπος ούτε αίμα.

Λευιτικό 4

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 2 Μίλησε στους γιους Ισραήλ, λέγοντας: ΑΝ κάποια ψυχή αμαρτήσει από άγνοια, και από όσα είναι προσταγμένα από τον Κύριο να μη πράττονται, πράξει όμως κάτι απ' αυτά· 3 αν μεν ο ιερέας, ο χρισμένος, αμαρτήσει, ώστε να ενοχοποιήσει τον λαό, τότε θα φέρει για την αμαρτία του, που αμάρτησε, ένα μοσχάρι βοδιού άμωμο προς τον Κύριο για προσφορά περί αμαρτίας. 4 Και θα φέρει το μοσχάρι στη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου μπροστά στον Κύριο· και θα βάλει το χέρι του επάνω στο κεφάλι του μοσχαριού, και θα σφάξουν το μοσχάρι μπροστά στον Κύριο. 5 Και ο ιερέας, ο χρισμένος, θα πάρει από το αίμα τού μοσχαριού, και θα το φέρει στη σκηνή τού μαρτυρίου· 6 και ο ιερέας θα βυθίσει το δάχτυλό του στο αίμα, και θα ραντίσει από το αίμα επτά φορές μπροστά στον Κύριο, μπροστά στο καταπέτασμα του αγιαστηρίου. 7 Και ο ιερέας θα βάλει από το αίμα επάνω στα κέρατα του θυσιαστηρίου τού ευώδους θυμιάματος, που είναι μπροστά στον Κύριο, στη σκηνή τού μαρτυρίου· και θα χύσει όλο το αίμα τού μοσχαριού στη βάση τού θυσιαστηρίου τού ολοκαυτώματος, που είναι στη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου. 8 Και όλο το λίπος τού μοσχαριού τής προσφοράς περί αμαρτίας θα το αφαιρέσει απ' αυτό· το λίπος εκείνο, που περισκεπάζει τα εντόσθια, και όλο το λίπος, που είναι επάνω στα εντόσθια· 9 και τα δύο νεφρά, και το λίπος, που είναι επάνω τους, που βρίσκεται προς τα πλευρά, και τον επάνω λοβό τού συκωτιού, που θα αφαιρέσει μαζί με τα νεφρά, 10 με τον ίδιο τρόπο που αφαιρείται από το μοσχάρι τής ειρηνικής θυσίας· και ο ιερέας θα τα κάψει επάνω στο θυσιαστήριο του ολοκαυτώματος· 11 και το δέρμα τού μοσχαριού, και όλο το κρέας του, μαζί με το κεφάλι του, και μαζί με τα πόδια του, και τα εντόσθιά του, και τα κόπρανά του· 12 και θα φέρει ολόκληρο το μοσχάρι έξω από το στρατόπεδο, σε έναν καθαρό τόπο, όπου χύνεται η στάχτη, και θα το κάψει επάνω σε ξύλα, με φωτιά· όπου χύνεται η στάχτη, εκεί θα καεί. 13 ΚΑΙ αν ολόκληρη η συναγωγή τού Ισραήλ αμαρτήσει από άγνοια, και το πράγμα κρυφτεί από τα μάτια τής συναγωγής, και από όσα είναι προσταγμένα από τον Κύριο να μη πράττονται, τα πράξουν όμως, και είναι ένοχοι· 14 όταν η αμαρτία, που αμάρτησαν ως προς αυτό, γίνει γνωστή, τότε η συναγωγή θα προσφέρει ένα μοσχάρι βοδιού για την αμαρτία, και θα το φέρει μπροστά στη σκηνή τού μαρτυρίου. 15 Και οι πρεσβύτεροι της συναγωγής θα βάλουν τα χέρια τους επάνω στο κεφάλι τού μοσχαριού μπροστά στον Κύριο· και θα σφάξουν το μοσχάρι μπροστά στον Κύριο. 16 Και ο ιερέας, ο χρισμένος, θα φέρει από το αίμα τού μοσχαριού στη σκηνή τού μαρτυρίου· 17 και ο ιερέας θα βυθίσει το δάχτυλό του στο αίμα, και θα ραντίσει επτά φορές μπροστά στον Κύριο, μπροστά στο καταπέτασμα· 18 και θα βάλει από το αίμα επάνω στα κέρατα του θυσιαστηρίου, που είναι μπροστά στον Κύριο, το οποίο είναι μέσα στη σκηνή τού μαρτυρίου· και θα χύσει όλο το αίμα στη βάση τού θυσιαστηρίου τού ολοκαυτώματος, που είναι στη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου. 19 Και όλο το λίπος του θα το αφαιρέσει απ' αυτό, και θα το κάψει επάνω στο θυσιαστήριο. 20 Και θα κάνει στο μοσχάρι με τον ίδιο τρόπο που έκανε στο μοσχάρι τής προσφοράς περί αμαρτίας· έτσι θα κάνει σ' αυτό· και ο ιερέας θα κάνει εξιλέωση γι' αυτούς, και θα τους συγχωρηθεί. 21 Και θα βγάλει το μοσχάρι έξω από το στρατόπεδο, και θα το κάψει, καθώς έκαψε το πρώτο μοσχάρι· είναι προσφορά περί αμαρτίας για λογαριασμό τής συναγωγής. 22 ΚΑΙ όταν κάποιος άρχοντας αμαρτήσει, και πράξει κάτι από άγνοια, από όσα είναι προσταγμένα από τον Κύριο τον Θεό του να μη πράττονται, και είναι ένοχος· 23 ή, αν η αμαρτία του, που αμάρτησε, του γνωστοποιηθεί, τότε θα φέρει την προσφορά του, έναν τράγο από κατσίκια, αρσενικόν, άμωμον· 24 και θα βάλει το χέρι του επάνω στο κεφάλι τού τράγου, και θα τον σφάξουν στον τόπο όπου σφάζουν το ολοκαύτωμα μπροστά στον Κύριο· είναι προσφορά περί αμαρτίας. 25 Και ο ιερέας θα πάρει από το αίμα τής προσφοράς περί αμαρτίας, με το δάχτυλό του, και θα βάλει επάνω στα κέρατα του θυσιαστηρίου τού ολοκαυτώματος, και θα χύσει το αίμα του στη βάση τού θυσιαστηρίου τού ολοκαυτώματος. 26 Και όλο το λίπος του θα το κάψει επάνω στο θυσιαστήριο, όπως το λίπος τής θυσίας τής ειρηνικής προσφοράς· και ο ιερέας θα κάνει γι' αυτόν εξιλέωση, για την αμαρτία του, και θα του συγχωρηθεί. 27 ΚΑΙ αν κάποια ψυχή από τον λαό τής γης αμαρτήσει από άγνοια, πράττοντας κάτι από όσα είναι προσταγμένα από τον Κύριο να μη πράττονται, και είναι ένοχος· 28 ή, αν του γνωστοποιηθεί η αμαρτία του, που αμάρτησε· τότε, θα φέρει την προσφορά του, έναν τράγο από κατσίκια, θηλυκόν, άμωμον, για την αμαρτία του, που αμάρτησε· 29 και θα βάλει το χέρι του επάνω στο κεφάλι τής προσφοράς περί αμαρτίας, και θα σφάξουν την προσφορά περί αμαρτίας στον τόπο τού ολοκαυτώματος. 30 Και θα πάρει ο ιερέας, με το δάχτυλό του, από το αίμα του, και θα βάλει επάνω στα κέρατα του θυσιαστηρίου τού ολοκαυτώματος, και όλο το αίμα του θα το χύσει στη βάση τού θυσιαστηρίου· 31 και όλο το λίπος του θα το αφαιρέσει, καθώς αφαιρείται το λίπος από τη θυσία τής ειρηνικής προσφοράς· και ο ιερέας θα το κάψει επάνω στο θυσιαστήριο σε οσμή ευωδίας στον Κύριο· και ο ιερέας θα κάνει εξιλέωση γι' αυτόν, και θα του συγχωρηθεί. 32 ΚΑΙ αν φέρει ένα πρόβατο για την προσφορά του περί αμαρτίας, θα το φέρει θηλυκό, άμωμο· 33 και θα βάλει το χέρι του επάνω στο κεφάλι τής προσφοράς περί αμαρτίας, και θα το σφάξουν για προσφορά περί αμαρτίας, στον τόπο όπου σφάζουν το ολοκαύτωμα. 34 Και ο ιερέας θα πάρει από το αίμα τής προσφοράς περί αμαρτίας με το δάχτυλό του, και θα βάλει επάνω στα κέρατα του θυσιαστηρίου τού ολοκαυτώματος, και όλο το αίμα του θα το χύσει στη βάση τού θυσιαστηρίου· 35 και θα αφαιρέσει όλο το λίπος του, όπως αφαιρείται το λίπος τού προβάτου από τη θυσία τής ειρηνικής προσφοράς· και ο ιερέας θα τα κάψει επάνω στο θυσιαστήριο, σύμφωνα με τις προσφορές εκείνες που γίνονται με φωτιά στον Κύριο· και ο ιερέας θα κάνει εξιλέωση για την αμαρτία του, που αμάρτησε, και θα του συγχωρηθεί.

Λευιτικό 5

1 ΚΑΙ αν κάποιος αμαρτήσει, και ακούσει μια φωνή ορκισμού και είναι μάρτυρας, είτε είδε είτε ξέρει· αν δεν το φανερώσει, τότε θα βαστάξει επάνω του την ανομία του. 2 Ή, αν κάποιος αγγίξει ένα πράγμα ακάθαρτο, είτε ψοφίμι ακάθαρτου θηρίου είτε ψοφίμι ακάθαρτου κτήνους είτε ψοφίμι ακάθαρτων ερπετών, και δεν το αντιλήφθηκε, εντούτοις, θα είναι ακάθαρτος και ένοχος. 3 Ή, αν αγγίξει ανθρώπινη ακαθαρσία, οποιασδήποτε μορφής και αν ήταν η ακαθαρσία του, διαμέσου τής οποίας κανείς μολύνεται, και δεν το αντιλήφθηκε· όταν αυτός το γνωρίσει, τότε θα είναι ένοχος. 4 Ή, αν κάποιος ορκιστεί, προφέροντας αστόχαστα με τα χείλη του για να κακοποιήσει ή για να αγαθοποιήσει, σε κάθε τι που θα πρόφερε αστόχαστα ο άνθρωπος με όρκο, και δεν το αντιλήφθηκε, όταν το γνωρίσει, τότε θα είναι ένοχος σε ένα απ' αυτά. 5 Όταν, λοιπόν, κάποιος είναι ένοχος σε ένα απ' αυτά, θα εξομολογηθεί σε τι αμάρτησε· 6 και θα φέρει στον Κύριο προσφορά για την παράβασή του, για την αμαρτία του, που αμάρτησε, ένα θηλυκό αρνί από πρόβατα ή έναν τράγο από κατσίκια για προσφορά περί αμαρτίας· και ο ιερέας θα κάνει εξιλέωση γι' αυτόν, για την αμαρτία του. 7 Και αν δεν ευπορεί να φέρει ένα πρόβατο ή ένα κατσίκι, θα φέρει στον Κύριο για την αμαρτία του, που αμάρτησε, δύο τρυγόνες ή δύο νεοσσούς περιστεριών· μία για προσφορά περί αμαρτίας, και μία για ολοκαύτωμα. 8 Και θα τις φέρει στον ιερέα, ο οποίος θα προσφέρει πρώτα εκείνη, την προσφορά περί αμαρτίας· και θα κόψει με τα νύχια το κεφάλι της από τον αυχένα της, όμως δεν θα τη διαχωρίσει. 9 Και από το αίμα τής προσφοράς περί αμαρτίας θα ραντίσει τον τοίχο τού θυσιαστηρίου· κι εκείνο που εναπολείφθηκε από το αίμα, θα το στραγγίσει έξω, στη βάση τού θυσιαστηρίου· είναι προσφορά περί αμαρτίας. 10 Και τη δεύτερη, θα την κάνει ολοκαύτωμα, σύμφωνα με τα διαταγμένα· και ο ιερέας θα κάνει εξιλέωση γι' αυτόν, για την αμαρτία του, που αμάρτησε, και θα του συγχωρηθεί. 11 Αλλά, αν δεν ευπορεί να φέρει δύο τρυγόνες, ή δύο νεοσσούς περιστεριών, τότε, αυτός που αμάρτησε, θα φέρει για προσφορά του το ένα δέκατο του εφά σιμιγδάλι σε προσφορά περί αμαρτίας· δεν θα βάλει επάνω της λάδι ούτε θα βάλει επάνω της λιβάνι· επειδή, είναι προσφορά περί αμαρτίας. 12 Και θα τη φέρει στον ιερέα· και ο ιερέας θα πάρει μια χούφτα απ' αυτή, όσο χωράει το χέρι του, την αναμνηστική της θυσία, και θα την κάψει επάνω στο θυσιαστήριο, σύμφωνα με τις προσφορές, αυτές που γίνονται με φωτιά στον Κύριο· είναι προσφορά περί αμαρτίας. 13 Και ο ιερέας θα κάνει εξιλέωση γι' αυτόν, για την αμαρτία του, που αμάρτησε σε ένα απ' αυτά, και θα του συγχωρηθεί· και το υπόλοιπο θα είναι του ιερέα, όπως η προσφορά από άλφιτα. 14 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 15 Αν κάποιος πράξει παρανομία, και αμαρτήσει από άγνοια, στα άγια του Κυρίου, τότε θα φέρει στον Κύριο για την ανομία του ένα άμωμο κριάρι από το κοπάδι, κατά την εκτίμησή σου σε σίκλους από ασήμι, σύμφωνα με τον σίκλο τού αγιαστηρίου, για προσφορά περί ανομίας· 16 και θα αποδώσει ό,τι αμάρτησε στα άγια, και θα προσθέσει επάνω σ' αυτό το ένα πέμπτο του, και θα το δώσει στον ιερέα· και ο ιερέας θα κάνει εξιλέωση γι' αυτόν, διαμέσου τού κριαριού τής προσφοράς περί ανομίας, και θα του συγχωρηθεί. 17 ΚΑΙ αν κάποιος αμαρτήσει, και πράξει κάτι από όσα είναι προσταγμένο από τον Κύριο να μη πράττονται, και δεν το γνώρισε, εντούτοις, θα είναι ένοχος, και θα βαστάξει επάνω του την ανομία του· 18 και θα φέρει ένα άμωμο κριάρι από το κοπάδι, κατά την εκτίμησή σου, για προσφορά περί ανομίας, προς τον ιερέα· και ο ιερέας θα κάνει εξιλέωση γι' αυτόν για την άγνοιά του, μέσα στην οποία δεν το αντιλήφθηκε, και δεν το γνώρισε, και θα του συγχωρηθεί. 19 Είναι προσφορά περί ανομίας· αυτός έπραξε ανομία ενάντια στον Κύριο.

Λευιτικό 6

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 2 Αν κάποιος αμαρτήσει, και πράξει παρανομία ενάντια στον Κύριο, και πει ψέματα στον πλησίον του, για παρακαταθήκη ή για κάποιο πράγμα εμπιστευμένο στα χέρια του ή για αρπαγή ή απάτησε τον πλησίον του 3 ή βρήκε ένα χαμένο πράγμα και ψεύδεται γι' αυτό ή ορκιστεί ψευδώς για κάτι από όλα όσα πράττει ο άνθρωπος, ώστε να αμαρτήσει σ' αυτά· 4 όταν αμαρτήσει, και είναι ένοχος, θα αποδώσει το αρπαγμένο που άρπαξε ή το πράγμα που πήρε με απάτη ή την παρακαταθήκη, που του είχαν εμπιστευθεί ή το χαμένο πράγμα, που βρήκε 5 ή κάθε τι, για το οποίο ορκίστηκε ψευδώς· θα αποδώσει το κεφάλαιό του, και θα προσθέσει το ένα πέμπτο επάνω σ' αυτό· σε όποιον ανήκει, σε τούτον θα το αποδώσει, την ημέρα που θα φανερωθεί ως ένοχος. 6 Και θα φέρει στον Κύριο την προσφορά του περί ανομίας, ένα κριάρι άμωμο από το κοπάδι, κατά την εκτίμησή σου, για προσφορά περί ανομίας, στον ιερέα· 7 και ο ιερέας θα κάνει εξιλέωση γι' αυτόν μπροστά στον Κύριο· και θα του συγχωρηθεί, για κάθε πράγμα από όσα έπραξε, ώστε να ανομήσει σ' αυτά. 8 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 9 Πρόσταξε τον Ααρών και τους γιους του, λέγοντας: Αυτός είναι ο νόμος τού ολοκαυτώματος· το ολοκαύτωμα θα καίγεται επάνω στο θυσιαστήριο ολόκληρη τη νύχτα μέχρι το πρωί, και η φωτιά τού θυσιαστηρίου θα καίγεται επάνω σ' αυτό. 10 Και ο ιερέας θα ντυθεί έναν λινό χιτώνα και θα φορέσει επάνω στη σάρκα του μια λινή περισκελίδα, και θα αφαιρέσει τη στάχτη τού ολοκαυτώματος, που κατέφαγε η φωτιά επάνω στο θυσιαστήριο· και θα τη βάλει στο πλάι τού θυσιαστηρίου. 11 Και θα ξεντυθεί τη στολή του, και θα ντυθεί μια άλλη στολή· και θα φέρει τη στάχτη έξω από το στρατόπεδο, σε έναν καθαρό τόπο. 12 Και η φωτιά, που είναι επάνω στο θυσιαστήριο, θα καίει επάνω σ' αυτό· δεν θα σβηστεί· και ο ιερέας θα καίει επάνω σ' αυτό ξύλα κάθε πρωί, και θα στοιβάξει το ολοκαύτωμα επάνω σ' αυτό, και θα καίει επάνω του το λίπος τής ειρηνικής προσφοράς. 13 Η φωτιά θα καίει παντοτινά επάνω στο θυσιαστήριο· δεν θα σβηστεί. 14 Κι αυτός είναι ο νόμος τής προσφοράς από άλφιτα· οι γιοι τού Ααρών θα την προσφέρουν μπροστά στον Κύριο, μπροστά από το θυσιαστήριο. 15 Και θα αφαιρέσει απ' αυτή όσο χωράει το χέρι του, από το σιμιγδάλι τής προσφοράς από άλφιτα, μαζί με το λάδι της, και ολόκληρο το λιβάνι, που είναι επάνω στην προσφορά από άλφιτα· και θα το κάψει επάνω στο θυσιαστήριο σε οσμή ευωδίας, ως ανάμνησή της στον Κύριο. 16 Κι εκείνο που εναπέμεινε απ' αυτά θα το φάνε ο Ααρών και οι γιοι του· άζυμο θα τρώγεται, σε έναν άγιο τόπο· στην αυλή τής σκηνής τού μαρτυρίου θα το τρώνε. 17 Δεν θα ψηθεί με προζύμι· αυτό το έδωσα για δικό τους μερίδιο από τις προσφορές μου, που γίνονται με φωτιά· είναι αγιότατο, όπως η προσφορά περί αμαρτίας, και όπως η προσφορά περί ανομίας. 18 Κάθε αρσενικό ανάμεσα στα παιδιά τού Ααρών θα το τρώει· αυτό θα είναι αιώνιος θεσμός στις γενεές σας, από τις προσφορές τού Κυρίου, που γίνονται με φωτιά· καθένας που θα τα αγγίξει, θα αγιαστεί. 19 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 20 Αυτό είναι το δώρο τού Ααρών, και των γιων του, που θα προσφέρουν στον Κύριο, την ημέρα που θα χριστεί· το ένα δέκατο του εφά σιμιγδάλι σε παντοτινή προσφορά από άλφιτα, το μισό απ' αυτή το πρωί, και το μισό απ' αυτή την εσπέρα· 21 επάνω σε κάψα θα ετοιμαστεί, μαζί με λάδι· ψημένο θα το φέρεις· και τα ψημένα τμήματα των προσφορών από άλφιτα θα τα προσφέρεις για οσμή ευωδίας στον Κύριο. 22 Και ο ιερέας, ο χρισμένος αντί γι' αυτόν, μεταξύ των γιων του, θα το προσφέρει· αυτός είναι αιώνιος θεσμός για τον Κύριο· θα καίγεται ολοκληρωτικά. 23 Και κάθε προσφορά από άλφιτα του ιερέα θα καίγεται ολοκληρωτικά· δεν θα τρώγεται. 24 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 25 Μίλησε στον Ααρών και στους γιους του, λέγοντας: Αυτός είναι ο νόμος τής προσφοράς περί αμαρτίας· στον τόπο όπου σφάζεται το ολοκαύτωμα, θα σφαγεί η προσφορά περί αμαρτίας, μπροστά στον Κύριο· είναι αγιότατο. 26 Ο ιερέας, που την προσφέρει περί αμαρτίας, θα την τρώει· θα τρώγεται σε έναν άγιο τόπο, στην αυλή τής σκηνής τού μαρτυρίου. 27 Κάθε τι που θα αγγίξει το κρέας της, θα είναι άγιο· και αν ραντιστεί από το αίμα της επάνω σε κάποιο φόρεμα, εκείνο, επάνω στο οποίο ραντίστηκε, θα πλένεται σε έναν άγιο τόπο. 28 Και το πήλινο αγγείο, στο οποίο έβρασε, θα συντρίβεται· αν, όμως, βράσει σε χάλκινο αγγείο, αυτό θα τρίβεται με επιμέλεια, και θα πλένεται με νερό. 29 Κάθε αρσενικό ανάμεσα στους ιερείς θα τρώει απ' αυτή· είναι αγιότατο. 30 Και κάθε προσφορά περί αμαρτίας, από την οποία το αίμα φέρνεται στη σκηνή τού μαρτυρίου για να γίνει εξιλέωση στο αγιαστήριο, δεν θα τρώγεται· θα καίγεται με φωτιά.

Λευιτικό 7

1 ΚΑΙ αυτός είναι ο νόμος τής προσφοράς περί ανομίας· είναι αγιότατο. 2 Στον τόπο όπου σφάζουν το ολοκαύτωμα, θα σφάζουν και την προσφορά περί ανομίας· και το αίμα της θα ραντίζεται επάνω στο θυσιαστήριο, ολόγυρα. 3 Και θα προσφέρεται απ' αυτή ολόκληρο το λίπος της, η ουρά, και το λίπος, που σκεπάζει ολόγυρα τα εντόσθια, 4 και τα δύο νεφρά, και το λίπος που βρίσκεται επάνω τους, που είναι προς τα πλευρά, και ο επάνω λοβός τού συκωτιού, που θα αφαιρείται μαζί με τα νεφρά· 5 και ο ιερέας θα τα καίει επάνω στο θυσιαστήριο, σε προσφορά που γίνεται με φωτιά στον Κύριο· είναι προσφορά περί ανομίας. 6 Κάθε αρσενικό ανάμεσα στους ιερείς θα την τρώει· θα τρώγεται σε άγιον τόπο· είναι αγιότατο. 7 Όπως είναι η προσφορά περί αμαρτίας, έτσι είναι και η προσφορά περί ανομίας· ένας νόμος είναι γι' αυτές· ο ιερέας, που κάνει μ' αυτή εξιλέωση, θα την παίρνει. 8 Και ο ιερέας που προσφέρει ολοκαύτωμα για κάποιον, ο ιερέας θα παίρνει για τον εαυτό του το δέρμα τού ολοκαυτώματος, που πρόσφερε. 9 Και κάθε προσφορά από άλφιτα, που θα ψηνόταν σε φούρνο, και κάθε τι που ετοιμάζεται σε τηγάνι κι επάνω σε κάψα, θα είναι του ιερέα, που την προσφέρει. 10 Και κάθε προσφορά από άλφιτα, ζυμωμένη με λάδι ή ξερή, θα είναι όλων των γιων τού Ααρών, ίσο το μερίδιο του καθενός. 11 ΚΑΙ αυτός είναι ο νόμος τής θυσίας τής ειρηνικής προσφοράς, που θα προσφέρει κάποιος στον Κύριο. 12 Αν την προσφέρει για ευχαριστία, τότε θα προσφέρει μαζί με την ευχαριστήρια προσφορά, πίτες άζυμες, ζυμωμένες με λάδι και λάγανα άζυμα, χρισμένα με λάδι, και σιμιγδάλι κατασκευασμένο, πίτες ζυμωμένες με λάδι. 13 Με τις πίττες, θα προσφέρει ένζυμο ψωμί, για το δώρο του, μαζί με την προσφορά για την ευχαριστία του. 14 Και απ' αυτά θα προσφέρει ένα από όλα τα δώρα του, προσφορά που υψώνεται προς τον Κύριο· αυτό θα είναι του ιερέα, που ραντίζει το αίμα τής ειρηνικής προσφοράς. 15 Και το κρέας τής θυσίας τής ειρηνικής του προσφοράς για ευχαριστία, θα τρώγεται την ίδια ημέρα, που προσφέρεται· δεν θα αφήσουν απ' αυτό μέχρι το πρωί. 16 Και αν η θυσία τής προσφοράς τους είναι ευχή ή προσφορά προαιρετική, θα τρώγεται την ίδια ημέρα, που κάποιος προσφέρει τη θυσία του· και αν μείνει κάτι, αυτό θα τρώγεται την επόμενη ημέρα. 17 Αυτό, όμως, που απέμεινε από το κρέας μέχρι την τρίτη ημέρα, θα καίγεται με φωτιά. 18 Και αν φαγωθεί κάτι από το κρέας τής θυσίας τής ειρηνικής προσφοράς του την τρίτη ημέρα, δεν θα είναι δεκτός αυτός που την προσφέρει ούτε θα λογαριαστεί σ' αυτόν· θα είναι βδέλυγμα· και η ψυχή, που θα έτρωγε απ' αυτό, θα βαστάξει την ανομία της. 19 Και το κρέας, που θα άγγιζε κάτι ακάθαρτο, δεν θα τρώγεται· θα καίγεται με φωτιά· για το κρέας, όμως, όποιος είναι καθαρός θα τρώει κρέας. 20 Και η ψυχή, που, έχοντας την ακαθαρσία της επάνω της, τυχόν έτρωγε από το κρέας τής θυσίας τής ειρηνικής προσφοράς, που είναι του Κυρίου, η ψυχή αυτή θα απολεστεί από τον λαό της. 21 Και η ψυχή που θα άγγιζε κάτι ακάθαρτο, ακαθαρσία ανθρώπου ή ζώου ακάθαρτου ή κάτι βδελυρό ακάθαρτο, και θα έτρωγε απ' αυτό το κρέας τής θυσίας τής ειρηνικής προσφοράς, που είναι του Κυρίου, και αυτή η ψυχή θα απολεστεί από τον λαό της. 22 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 23 Μίλησε στους γιους Ισραήλ, λέγοντας: Δεν θα τρώτε καθόλου λίπος βοδιού ή προβάτου ή κατσικιού. 24 Και το λίπος τού ψόφιου ζώου, και το λίπος τού ζώου σπαραγμένου από θηρία, μπορεί να χρησιμεύει σε κάθε άλλη ανάγκη· δεν θα τρώτε, όμως, καθόλου απ' αυτό. 25 Επειδή, όποιος φάει το λίπος τού ζώου, από το οποίο προσφέρεται θυσία, που γίνεται με φωτιά στον Κύριο, και η ψυχή εκείνη, που θα έτρωγε, θα απολεστεί από τον λαό της. 26 Το ίδιο δεν θα τρώτε ούτε αίμα, είτε πουλιού είτε ζώου, σε κανένα από τα σπίτια σας. 27 Κάθε ψυχή, που θα έτρωγε οποιοδήποτε αίμα, και η ψυχή εκείνη θα απολεστεί από τον λαό της. 28 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 29 Μίλησε στους γιους Ισραήλ, λέγοντας: Εκείνος που προσφέρει τη θυσία τής ειρηνικής προσφοράς του στον Κύριο, θα φέρει το δώρο του στον Κύριο από τη θυσία τής ειρηνικής προσφοράς του. 30 Τα χέρια του θα φέρουν τις προσφορές τού Κυρίου, που γίνονται με φωτιά· θα φέρει το λίπος μαζί με το στήθος, για να κινείται το στήθος σαν κινητή προσφορά μπροστά στον Κύριο. 31 Και ο ιερέας θα καίει το λίπος επάνω στο θυσιαστήριο· το στήθος, όμως, θα είναι του Ααρών και των γιων του. 32 Και θα δίνετε στον ιερέα προσφορά που υψώνεται, τον δεξί ώμο, από τις θυσίες τής ειρηνικής προσφοράς σας. 33 Όποιος από τους γιους τού Ααρών προσφέρει το αίμα τής ειρηνικής προσφοράς, και το λίπος, θα παίρνει τον δεξί ώμο για μερίδιό του. 34 Επειδή, πήρα το κινητό στήθος, και τον ώμο που υψώνεται, απότους γιους Ισραήλ, από τις θυσίες τής ειρηνικής προσφοράς τους, και τα έδωσα στον Ααρών τον ιερέα, και στους γιους του, σε αιώνιον θεσμό ανάμεσα στους γιους Ισραήλ. 35 Αυτό είναι το χρίσμα τού Ααρών, και το χρίσμα των γιων του, από τις προσφορές τού Κυρίου, που γίνονται με φωτιά, την ημέρα που τυς παρέστησε για να ιερατεύουν στον Κύριο· 36 το οποίο ο Κύριος πρόσταξε να δίνεται σ' αυτούς από τους γιους Ισραήλ, την ημέρα που τους έχρισε, σε αιώνιον θεσμό στις γενεές τους. 37 Αυτός είναι ο νόμος τού ολοκαυτώματος, της προσφοράς από άλφιτα, και της προσφοράς περί αμαρτίας, και της προσφοράς περί ανομίας, και των καθιερώσεων, και της θυσίας τής ειρηνικής προσφοράς· 38 που ο Κύριος πρόσταξε στον Μωυσή στο όρος Σινά, την ημέρα που πρόσταξε στους γιους Ισραήλ να προσφέρουν στον Κύριο τα δώρα τους, στην έρημο Σινά.

Λευιτικό 8

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 2 Πάρε τον Ααρών, και τους γιους του μαζί μ' αυτόν, και τις στολές, και το επιχρισματικό λάδι, και το μοσχάρι τής προσφοράς περί αμαρτίας, και τα δύο κριάρια, και το κανίστρι των αζύμων. 3 Και συγκέντρωσε ολόκληρη τη συναγωγή στη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου. 4 Και ο Μωυσής έκανε όπως τον πρόσταξε ο Κύριος· και συγκεντρώθηκε η συναγωγή στη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου. 5 Και ο Μωυσής είπε στη συναγωγή: Αυτός είναι ο λόγος, που ο Κύριος πρόσταξε να γίνει. 6 Και ο Μωυσής έφερε τον Ααρών και τους γιους του, και τους έλουσε με νερό. 7 Και έβαλε επάνω του τον χιτώνα, και τον έζωσε με τη ζώνη, και τον έντυσε με τον ποδήρη χιτώνα, και έβαλε επάνω του το εφόδ, και τον έζωσε με την κεντητή ζώνη τού εφόδ, και τον έζωσε ολόγυρα μ' αυτή. 8 Και έβαλε επάνω του το περιστήθιο· και στο περιστήθιο έβαλε το Ουρίμ και το Θουμμίμ. 9 Και έβαλε τη μίτρα επάνω στο κεφάλι του· και επάνω στη μίτρα, από το μπροστινό μέρος της, έβαλε τη χρυσή πλάκα, το άγιο διάδημα, όπως ο Κύριος πρόσταξε στον Μωυσή. 10 Και ο Μωυσής πήρε το επιχρισματικό λάδι, και έχρισε τη σκηνή, και όλα όσα ήσαν μέσα σ' αυτή, και τα αγίασε. 11 Και απ' αυτό ράντισε επάνω στο θυσιαστήριο επτά φορές, και έχρισε το θυσιαστήριο και όλα τα σκεύη του, και τον νιπτήρα και τη βάση του, για να τα αγιάσει. 12 Και έχυσε από το επιχρισματικό λάδι επάνω στο κεφάλι τού Ααρών, και τον έχρισε, για να τον αγιάσει. 13 Και ο Μωυσής έφερε τους γιους τού Ααρών, και τους έντυσε με χιτώνες και τους έζωσε με ζώνες, και έβαλε επάνω τους μιτρίδια, καθώς ο Κύριος πρόσταξε στον Μωυσή. 14 Και έφερε το μοσχάρι τής προσφοράς περί αμαρτίας· και ο Ααρών και οι γιοι του έβαλαν τα χέρια τους επάνω στο κεφάλι τού μοσχαριού τής προσφοράς περί αμαρτίας. 15 Και το έσφαξε, και ο Μωυσής πήρε απ το αίμα, και έβαλε επάνω στα κέρατα του θυσιαστηρίου ολόγυρα με το δάχτυλό του, και καθάρισε το θυσιαστήριο· και το αίμα το έχυσε στη βάση τού θυσιαστηρίου, και το αγίασε, για να κάνει εξιλέωση επάνω σ' αυτό. 16 Και πήρε όλο το λίπος, που ήταν επάνω στα εντόσθια, και τον λοβό τού συκωτιού, και τα δύο νεφρά, και το λίπος τους, και ο Μωυσής τα έκαψε επάνω στο θυσιαστήριο. 17 Το μοσχάρι, όμως, και το δέρμα του, και το κρέας του, και τα κόπρανά του, τα έκαψε με φωτιά έξω από το στρατόπεδο, καθώς ο Κύριος πρόσταξε στον Μωυσή. 18 Και έφερε το κριάρι τού ολοκαυτώματος· και ο Ααρών, και οι γιοι του, έβαλαν τα χέρια τους επάνω στο κεφάλι του κριαριού. 19 Και το έσφαξε, και ο Μωυσής ράντισε το αίμα επάνω στο θυσιαστήριο, ολόγυρα. 20 Και διαμέλισε το κριάρι κατά τα μέλη του· και ο Μωυσής έκαψε το κεφάλι, και τα μέλη, και το λίπος. 21 Τα εντόσθια, όμως, και τα πόδια τα έπλυνε με νερό· και ο Μωυσής έκαψε ολόκληρο το κριάρι επάνω στο θυσιαστήριο· ήταν ολοκαύτωμα σε οσμή ευωδίας, προσφορά που γίνεται στον Κύριο με φωτιά· καθώς ο Κύριος πρόσταξε στον Μωυσή. 22 Και έφερε το δεύτερο κριάρι, το κριάρι τής καθιέρωσης· και ο Ααρών και οι γιοι του έβαλαν τα χέρια τους επάνω στο κεφάλι του κριαριού. 23 Και το έσφαξε, και ο Μωυσής πήρε από το αίμα του, και έβαλε επάνω στον λοβό τού δεξιού αυτιού τού Ααρών, και επάνω στον αντίχειρα του δεξιού του χεριού, και επάνω στο μεγάλο δάχτυλο του δεξιού του ποδιού. 24 Και έφερε τους γιους τού Ααρών, και ο Μωυσής έβαλε από το αίμα επάνω στον λοβό τού δεξιού αυτιού τους, και επάνω στους αντίχειρες των δεξιών χεριών τους, και επάνω στα μεγάλα δάχτυλα των δεξιών ποδιών τους· και ο Μωυσής ράντισε το αίμα επάνω στο θυσιαστήριο, ολόγυρα. 25 Και πήρε το λίπος, και την ουρά, και όλο το λίπος, που ήταν επάνω στα εντόσθια, και τον λοβό τού συκωτιού, και τα δύο νεφρά, και το λίπος τους, και τον δεξί ώμο· 26 και από το κανίστρι των αζύμων, που ήταν μπροστά στον Κύριο, πήρε μια άζυμη πίτα, και ένα ψωμί λαδωμένο, και ένα λάγανο, και τα έβαλε επάνω στο λίπος, και επάνω στον δεξί ώμο· 27 και τα έβαλε όλα στα χέρια τού Ααρών, και στα χέρια των γιων του, και τα κίνησε σε κινητή προσφορά μπροστά στον Κύριο. 28 Και ο Μωυσής τα πήρε από τα χέρια τους, και τα έκαψε επάνω στο θυσιαστήριο, επάνω στο ολοκαύτωμα· αυτές ήσαν καθιερώσεις, για οσμή ευωδίας· ήταν θυσία που γίνεται με φωτιά στον Κύριο. 29 Και ο Μωυσής αφού πήρε το στήθος, το κίνησε σε κινητή προσφορά μπροστά στον Κύριο· από το κριάρι τής καθιέρωσης, αυτό ήταν το μερίδιο του Μωυσή, καθώς ο Κύριος πρόσταξε στον Μωυσή. 30 Και ο Μωυσής πήρε από το επιχρισματικό λάδι, και από το αίμα, που ήταν επάνω στο θυσιαστήριο, και ράντισε επάνω στον Ααρών, επάνω στις στολές του, κι επάνω στους γιους του, κι επάνω στις στολές των γιων του μαζί του· και αγίασε τον Ααρών, τις στολές του, και τους γιους του, και τις στολές των γιων του μαζί του. 31 Και ο Μωυσής είπε στον Ααρών και στους γιους του: Βράστε το κρέας στη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου· και εκεί φάτε το, και το ψωμί που είναι στο κανίστρι των καθιερώσεων, καθώς ο Κύριος με πρόσταξε, λέγοντας: Ο Ααρών και οι γιοι του θα τα τρώνε. 32 Και το υπόλοιπο του κρέατος και του ψωμιού θα το κατακάψετε με φωτιά. 33 Και από τη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου δεν θα βγείτε επτά ημέρες, μέχρις ότου συμπληρωθούν οι ημέρες τής καθιέρωσής σας· επειδή, σε επτά ημέρες θα περατωθεί η καθιέρωσή σας. 34 Όπως έκανε σ' αυτή την ημέρα, έτσι ο Κύριος πρόσταξε να εκτελείται, για να γίνεται εξιλέωση για σας. 35 Θα καθήσετε, λοιπόν, επτά ημέρες στη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου, ημέρα και νύχτα· και θα τηρείτε τις παραγγελίες τού Κυρίου, για να μη πεθάνετε· επειδή, έτσι προστάχθηκα. 36 ΚΑΙ έκανε ο Ααρών και οι γιοι του όλα τα λόγια, που ο Κύριος πρόσταξε διαμέσου του Μωυσή.

Λευιτικό 9

1 ΚΑΙ την όγοδη ημέρα ο Μωυσής κάλεσε τον Ααρών, και τους γιους του, και τους πρεσβύτερους του Ισραήλ· 2 και είπε στον Ααρών: Πάρε για τον εαυτό σου ένα μοσχάρι από βόδια για προσφορά περί αμαρτίας, και ένα κριάρι για ολοκαύτωμα, άμωμα, και να τα προσφέρεις μπροστά στον Κύριο. 3 Και θα μιλήσεις στους γιους Ισραήλ, λέγοντας: Πάρτε ένα τράγο από κατσίκια, για προσφορά περί αμαρτίας, και ένα μοσχάρι, και ένα αρνί, χρονιάρικα, άμωμα, για ολοκαύτωμα, 4 και ένα βόδι και ένα κριάρι, για ειρηνική προσφορά, σε θυσία μπροστά στον Κύριο, και προσφορά από άλφιτα ζυμωμένη με λάδι· επειδή, σήμερα ο Κύριος θα εμφανιστεί σε σας. 5 Και έφεραν ό,τι πρόσταξε ο Μωυσής, μπροστά στη σκηνή τού μαρτυρίου· και όλη η συναγωγή πλησίασε και στάθηκε μπροστά στον Κύριο. 6 Και ο Μωυσής είπε: Αυτός είναι ο λόγος που ο Κύριος πρόσταξε να κάνετε· και η δόξα τού Κυρίου θα εμφανιστεί σε σας. 7 Και ο Μωυσής είπε στον Ααρών: Πλησίασε στο θυσιαστήριο, και κάνε την προσφορά σου περί αμαρτίας, και το ολοκαύτωμά σου, και κάνε εξιλέωση για τον εαυτό σου, και για τον λαό· και να προσφέρεις το δώρο τού λαού, και να κάνεις εξιλέωση γι' αυτούς, όπως ο Κύριος πρόσταξε. 8 Και ο Ααρών πλησίασε στο θυσιαστήριο, και έσφαξε το μοσχάρι τής προσφοράς περί αμαρτίας, που ήταν γι' αυτόν. 9 Και οι γιοι τού Ααρών έφεραν σ' αυτόν το αίμα· και βύθισε το δάχτυλό του στο αίμα, και έβαλε επάνω στα κέρατα του θυσιαστηρίου, και έχυσε το αίμα στη βάση τού θυσιαστηρίου. 10 Το λίπος, όμως, και τα νεφρά, και τον επάνω λοβό τού συκωτιού τής προσφοράς περί αμαρτίας έκαψε επάνω στο θυσιαστήριο, καθώς ο Κύριος πρόσταξε στον Μωυσή. 11 Και το κρέας και το δέρμα τα έκαψε σε φωτιά, έξω από το στρατόπεδο. 12 Και έσφαξε το ολοκαύτωμα· και οι γιοι τού Ααρών παρέστησαν σ' αυτόν το αίμα, και το ράντισε επάνω στο θυσιαστήριο, ολόγυρα. 13 Και έφεραν σ' αυτόν το ολοκαύτωμα διαμελισμένο, και το κεφάλι· και τα έκαψε επάνω στο θυσιαστήριο. 14 Και έπλυνε τα εντόσθια και τα πόδια· και τα έκαψε επάνω στο ολοκαύτωμα, επάνω στο θυσιαστήριο. 15 Και πρόσφερε το δώρο τού λαού· και πήρε τον τράγο τής προσφοράς περί αμαρτίας τού λαού, και τον έσφαξε, και τον πρόσφερε περί αμαρτίας, όπως και την πρώτη φορά. 16 Και πρόσφερε το ολοκαύτωμα, και το έκανε σύμφωνα με τα διαταγμένα. 17 Και πρόσφεε την προσφορά από άλφιτα· και γέμισε το χέρι του απ' αυτή, και την έκαψε επάνω στο θυσιαστήριο, εκτός από το πρωινό ολοκαύτωμα. 18 Έσφαξε, ακόμα, το βόδι και το κριάρι τής ειρηνικής θυσίας, που ήταν για τον λαό· και οι γιοι τού Ααρών παρέστησαν σ' αυτόν το αίμα και το ράντισε επάνω στο θυσιαστήριο ολόγυρα, 19 και το λίπος τού βοδιού και του κριαριού, την ουρά και το λίπος, που καλύπτει τα εντόσθια, και τα νεφρά, και τον λοβό τού συκωτιού· 20 και έβαλαν τα λίπη επάνω στα στήθη, και έκαψε τα λίπη επάνω στο θυσιαστήριο· 21 και τα στήθη και τον δεξί ώμο τα κίνησε ο Ααρών σε κινητή προσφορά μπροστά στον Κύριο, όπως πρόσταξε ο Μωυσής. 22 Και αφού ο Ααρών ύψωσε τα χέρια του προς τον λαό, τους ευλόγησε· και κατέβηκε, αφού πρώτα πρόσφερε την προσφορά περί αμαρτίας, και το ολοκαύτωμα, και τις ειρηνικές προσφορές. 23 Και μπήκε μέσα ο Μωυσής και ο Ααρών στη σκηνή τού μαρτυρίου· και όταν βγήκαν έξω, ευλόγησαν τον λαό· και η δόξα τού Κυρίου φάνηκε σε ολόκληρο τον λαό. 24 Και βγήκε φωτιά από μπροστά από τον Κύριο, και κατέφαγε το ολοκαύτωμα, και τα λίπη, που ήσαν επάνω στο θυσιαστήριο· και όταν ολόκληρος ο λαός το είδε, αλάλαξαν, και έπεσαν με το πρόσωπό τους επάνω στη γη.

Λευιτικό 10

1 ΚΑΙ παίρνοντας οι γιοι τού Ααρών, ο Ναδάβ και ο Αβιούδ, κάθε ένας το θυμιατήριό του, έβαλαν σ' αυτό φωτιά, κι επάνω σ' αυτή έβαλαν θυμίαμα, και πρόσφεραν μπροστά στον Κύριο ξένη φωτιά, που δεν τους είχε προστάξει. 2 Και βγήκε φωτιά από τον Κύριο, και τους κατέφαγε· και πέθαναν μπροστά στον Κύριο. 3 Τότε, ο Μωυσής είπε στον Ααρών: Αυτό είναι που ο Κύριος είπε, λέγοντας: Εγώ θα αγιαστώ σ' εκείνους που με πλησιάζουν, και θα δοξαστώ μπροστά σε ολόκληρο τον λαό. Και ο Ααρών σιώπησε. 4 Και ο Μωυσής κάλεσε τον Μισαήλ και τον Ελισαφάν, τους γιους τού Οζιήλ, θείου τού Ααρών, και τους είπε: Πλησιάστε, σηκώστε τους αδελφούς σας μπροστά από το αγιαστήριο, έξω από το στρατόπεδο. 5 Και πλησίασαν, και τους σήκωσαν με τους χιτώνες τους έξω από το στρατόπεδο, όπως είπε ο Μωυσής. 6 Και ο Μωυσής είπε στον Ααρών, και στον Ελεάζαρ, και στον Ιθάμαρ, τους γιους του: Μη ξεσκεπάσετε τα κεφάλια σας, μη σχίσετε τα ρούχα σας, για να μη πεθάνετε, και έρθει οργή επάνω σε ολόκληρη τη συναγωγή· αλλά, οι αδελφοί σας, ολόκληρος ο οίκος Ισραήλ, ας κλάψουν το κάψιμο που έκανε ο Κύριος· 7 και δεν θα βγείτε από τη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου, για να μη πεθάνετε· επειδή, το επιχρισματικό λάδι τού Κυρίου είναι επάνω σας. Και έκαναν σύμφωνα με τον λόγο τού Μωυσή. 8 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Ααρών, λέγοντας: 9 Κρασί και σίκερα δεν θα πιείτε, εσύ, και οι γιοι σου μαζί σου,όταν μπαίνετε στη σκηνή τού μαρτυρίου, για να μη πεθάνετε· αυτό θα είναι αιώνιος θεσμός στις γενεές σας· 10 και για να διακρίνετε ανάμεσα σε άγιο και βέβηλο, και ανάμεσα σε ακάθαρτο και καθαρό· 11 και για να διδάσκετε τους γιους Ισραήλ όλα τα διατάγματα, όσα ο Κύριος μίλησε σ' αυτούς διαμέσου του Μωυσή. 12 Και ο Μωυσής είπε στον Ααρών, και στον Ελεάζαρ και στον Ιθάμαρ, τους γιους του, που εναπέμειναν: Πάρτε την προσφορά από άλφιτα, που απέμεινε από τις θυσίες τού Κυρίου, που γίνονται με φωτιά, και να τη φάτε άζυμη, κοντά στο θυσιαστήριο· επειδή, είναι αγιότατο 13 και θα τη φάτε σε έναν άγιο τόπο· επειδή, είναι το μερίδιό σου, και το μερίδιο των γιων σου, από τις θυσίες τού Κυρίου, που γίνονται με φωτιά· επειδή, έτσι προστάχθηκα· 14 και το κινητό στήθος και τον ώμο που υψώνεται θα τα φάτε σε έναν καθαρό τόπο, εσύ, και οι γιοι σου, και οι θυγατέρες σου μαζί σου· επειδή, είναι το μερίδιό σου, και το μερίδιο των γιων σου, που δόθηκε από τις θυσίες τής ειρηνικής προσφοράς των γιων Ισραήλ· 15 τον ώμο που υψώνεται και το κινητό στήθος θα τα φέρουν, μαζί με τις προσφορές τού λίπους, που γίνονται με φωτιά, για να τα κινήσουν σε μια κινητή προσφορά μπροστά στον Κύριο· και θα είναι σε σένα, και στους γιους σου μαζί σου, σε αιώνιον θεσμό, όπως πρόσταξε ο Κύριος. 16 ΚΑΙ ο Μωυσής αναζήτησε επιμελώς τον τράγο τής προσφοράς περί αμαρτίας· και να, ήταν κατακαμένος· και θύμωσε ενάντια στον Ελεάζαρ κι ενάντια στον Ιθάμαρ, τους γιους τού Ααρών, που είχαν εναπομείνει, λέγοντας: 17 Γιατί δεν φάγατε την προσφορά περί αμαρτίας σε έναν άγιο τόπο; Επειδή, είναι αγιότατο· και σας το έδωσε ο Κύριος για να σηκώνετε την ανομία της συναγωγής, ώστε να κάνετε εξιλέωση γι' αυτούς, μπροστά στον Κύριο· 18 δέστε, το αίμα του δεν φέρθηκε στο αγιαστήριο· έπρεπε εξάπαντος να το φάτε στο αγιαστήριο, καθώς είχα προστάξει. 19 Και ο Ααρών είπε στον Μωυσή: Δες, αυτοί πρόσφεραν σήμερα την προσφορά τους περί αμαρτίας, και το ολοκαύτωμά τους, μπροστά στον Κύριο, και μου συνέβησαν τέτοια πράγματα· αν, λοιπόν, θα έτρωγαν και την προσφορά περί αμαρτίας σήμερα, θα ήταν αυτό αρεστό στα μάτια τού Κυρίου; 20 Και ο Μωυσής το άκουσε, και του άρεσε.

Λευιτικό 11

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, και στον Ααρών, λέγοντάς τους: 2 Μιλήστε στους γιους Ισραήλ, λέγοντας: ΑΥΤΑ είναι τα ζώα, που θα τρώτε, από όλα τα κτήνη που είναι επάνω στη γη. 3 Κάθε δίχηλο ανάμεσα στα κτήνη, που έχει πόδι σχισμένο, και αναμασάει, θα το τρώτε. 4 Όμως, δεν θα τρώτε αυτά από εκείνα που αναμασούν ή από εκείνα που είναι δίχηλα· την καμήλα, επειδή αναμασάει μεν, όμως δεν είναι δίχηλη· είναι σε σας ακάθαρτη· 5 και τον δασύποδα, επειδή, αναμασάει μεν, όμως δεν είναι δίχηλος· είναι σε σας ακάθαρτος· 6 και τον λαγό, επειδή αναμασάει μεν, όμως δεν είναι δίχηλος· είναι σε σας ακάθαρτος· 7 και το γουρούνι, επειδή, είναι μεν δίχηλο, και έχει το πόδι σχισμένο, όμως δεν αναμασάει· είναι σε σας ακάθαρτος· 8 από το κρέας τους δεν θα τρώτε, και το ψοφίμι τους δεν θα το αγγίζετε· είναι σε σας ακάθαρτα. 9 Αυτά θα τρώτε από όλα όσα είναι στα νερά· όλα όσα έχουν πτερύγια και λέπια, στα νερά, στις θάλασσες, και στους ποταμούς, αυτά θα τρώτε. 10 Και όλα όσα δεν έχουν πτερύγια και λέπια, στις θάλασσες και στους ποταμούς, από όλα όσα κινούνται στα νερά, και από κάθε έμψυχο ζώο, που είναι στα νερά, θα είναι σε σας βδελυκτά· 11 αυτά θα είναι εξάπαντος βδελυκτά σε σας και από το κρέας τους δεν θα τρώτε, και το ψοφίμι τους θα το σιχαίνεστε. 12 Όλα όσα είναι στα νερά και δεν έχουν πτερύγια ούτε λέπια, θα είναι σε σας βδελυκτά. 13 Κι αυτά θα τα βδελύττεστε ανάμεσα στα πτηνά· δεν θα τρώγονται· είναι βδελυκτά· ο αετός, και ο γρυπαετός, και ο μαυραετός, 14 και ο γύπας, και ο ίκτινος στο είδος του· 15 κάθε κόρακας στο είδος του· 16 και η στρουθοκάμηλος, και η κουκουβάγια, ο ίβιδας, και το γεράκι στο είδος του, 17 και ο νυχτοκόρακας, και η αίθυα και η μεγάλη κουκουβάγια, 18 και ο κύκνος, και ο πελεκάνος, και η κίσσα, 19 και ο πελαργός, και ο ερωδιός στο είδος του, και ο τσαλαπετεινός, και η νυχτερίδα. 20 Όλα τα φτερωτά ερπετά, που περπατούν σε τέσσερα πόδια, θα είναι σε σας βδελυκτά. 21 Αυτά, όμως, μπορείτε να τρώτε, από κάθε φτερωτό ερπετό, που περπατάει σε τέσσερα πόδια, που έχουν σκέλη πίσω από τα πόδια τους, για να πηδούν μ' αυτά επάνω στη γη· 22 τούτα θα τρώτε απ' αυτά· τον βρούχο, στο είδος του, και τον αττάκη στο είδος του, και τον φιδομάχο στο είδος του, και την ακρίδα στο είδος της. 23 Και όλα τα φτερωτά ερπετά που έχουν τέσσερα πόδια, θα είναι σε σας βδελυκτά. 24 Και σ' αυτά θα είστε ακάθαρτοι· καθένας που αγγίζει το ψοφίμι τους, θα είναι ακάθαρτος μέχρι την εσπέρα. 25 Και όποιος βαστάξει από το ψοφίμι τους, θα πλύνει τα ιμάτιά του, και θα είναι ακάθαρτος μέχρι την εσπέρα. 26 Από όλα τα κτήνη, όσα είναι δίχηλα, αλλά το πόδι τους δεν είναι σχισμένο ούτε αναμασούν, θα είναι σε σας ακάθαρτα· καθένας που τα αγγίζει θα είναι ακάθαρτος. 27 Και όσα περπατούν στις παλάμες τους, ανάμεσα σε όλα τα ζώα που περπατούν σε τέσσερα πόδια, θα είναι σε σας ακάθαρτα· καθένας που αγγίζει το ψοφίμι τους, θα είναι ακάθαρτος μέχρι την εσπέρα. 28 Και όποιος σηκώσει το ψοφίμι τους, θα πλύνει τα ιμάτιά του, και θα είναι ακάθαρτος μέχρι την εσπέρα· αυτά θα είναι σε σας ακάθαρτα. 29 Κι αυτά θα είναι ακάθαρτα σε σας, ανάμεσα στα ερπετά που σέρνονται επάνω στη γη· η γάτα, και το ποντίκι, και η χελώνα σύμφωνα με το είδος της· 30 και ο σκαντζόχοιρος, και ο χαμαιλέοντας, και η σαύρα, και ο σαμιάμιθος, και ο ασπάλακας. 31 Αυτά είναι ακάθαρτα σε σας, ανάμεσα σε όλα τα ερπετά· καθένας που τα αγγίζει αυτά ψόφια, θα είναι ακάθαρτος μέχρι την εσπέρα. 32 Και κάθε πράγμα, επάνω στο οποίο τυχόν πέσει κάτι απ' αυτά όταν είναι ψόφια, θα είναι ακάθαρτο· κάθε σκεύος ξύλινο ή ιμάτιο ή δέρμα ή σάκος ή οποιοδήποτε σκεύος, στο οποίο γίνεται εργασία, θα μπει σε νερό, και θα είναι ακάθαρτο μέχρι την εσπέρα· τότε θα είναι καθαρό· 33 και κάθε πήλινο σκεύος, στο οποίο πέσει κάτι απ' αυτά, κάθε τι που είναι μέσα σ' αυτό θα είναι ακάθαρτο· κι αυτό θα το σπάσετε· 34 από κάθε φαγητό που τρώγεται, στο οποίο μπαίνει νερό, θα είναι ακάθαρτο· και κάθε ποτό, που πίνεται σε οποιοδήποτε σκεύος, θα είναι ακάθαρτο. 35 Και κάθε πράγμα, επάνω στο οποίο θα πέσει από το ψοφίμι τους, θα είναι ακάθαρτο· φούρνο ή εστία, θα γκρεμιστούν· είναι ακάθαρτα, και ακάθαρτα θα είναι σε σας. 36 Πηγή, όμως, ή λάκκος, σύναξη νερών, θα είναι καθαρό· αλλά ό,τι αγγίξει το ψοφίμι τους, θα είναι ακάθαρτο. 37 Και αν πέσει το ψοφίμι τους επάνω σε κάοιον σπόρο κατάλληλον για σπορά, που πρόκειται να σπαρεί, θα είναι καθαρός. 38 Αν, όμως, επιχυθεί νερό επάνω στον σπόρο, και πέσει από το ψοφίμι τους, θα είναι σε σας ακάθαρτος. 39 Και αν ψοφήσει κάποιο από τα κτήνη σας, που μπορείτε να τρώτε, όποιος αγγίξει το ψοφίμι του, θα είναι ακάθαρτος μέχρι την εσπέρα. 40 Και όποιος φάει από το ψοφίμι του, θα πλύνει τα ιμάτιά του, και θα είναι ακάθαρτος μέχρι την εσπέρα· και όποιος κρατήσει το ψοφίμι του, θα πλύνει τα ιμάτιά του, και θα είναι ακάθαρτος μέχρι την εσπέρα. 41 Και κάθε ερπετό, που σέρνεται επάνω στη γη, θα είναι βδέλυγμα· δεν θα τρώγεται. 42 Κάθε τι που περπατάει επάνω στην κοιλιά, και κάθε τι που περπατάει σε τέσσερα πόδια ή κάθε τι που έχει πολλά πόδια, ανάμεσα σε όλα τα ερπετά, που σέρνονται επάνω στη γη, αυτά δεν θα τα τρώτε, επειδή είναι βδέλυγμα. 43 Δεν θα κάνετε βδελυκτές τις ψυχές σας με κανένα ερπετό που σέρνεται ούτε θα μολυνθείτε μ' αυτά, ώστε μ' αυτά να γίνετε ακάθαρτοι. 44 Επειδή, εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας· θα αγιαστείτε, και θα είστε άγιοι, επειδή εγώ είμαι άγιος· και δεν θα μολύνετε τις ψυχές σας με κανένα ερπετό, που σέρνεται επάνω στη γη. 45 Επειδή, εγώ είμαι ο Κύριος, που σας ανέβασα από τη γη τής Αιγύπτου, για να είμαι Θεός σας· θα είστε, λοιπόν, άγιοι, επειδή εγώ είμαι άγιος. 46 Αυτός είναι ο νόμος για τα κτήνη, και για τα πτηνά, και για κάθε έμψυχο ον, που κινείται στα νερά, και για κάθε ον, που σέρνεται επάνω στη γη· 47 για να διακρίνετε ανάμεσα στο ακάθαρτο και το καθαρό, και ανάμεσα στα ζώα που τρώγονται, και τα ζώα που δεν τρώγονται.

Λευιτικό 12

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 2 Μίλησε στους γιους Ισραήλ, λέγοντας: Αν μια γυναίκα συλλάβει και γεννήσει αρσενικό, τότε θα είναι ακάθαρτη επτά ημέρες· και στις ημέρες τού χωρισμού για τα γυναικεία της, θα είναι ακάθαρτη. 3 Και την όγδοη ημέρα θα περιτέμνεται η σάρκα τής ακροβυστίας του. 4 Κι ακόμα, 33 ημέρες θα μείνει στο αίμα τού καθαρισμού της· δεν θα αγγίξει κανένα άγιο πράγμα, και δεν θα μπει μέσα στο αγιαστήριο, μέχρις ότου συμπληρωθούν οι ημέρες τού καθαρισμού της. 5 Αλλά, αν γεννήσει θηλυκό, τότε θα είναι ακάθαρτη δύο εβδομάδες, όπως στον χωρισμό της· και θα μείνει ακόμα στο αίμα τού καθαρισμού της 66 ημέρες. 6 Και αφού συμπληρωθούν οι ημέρες τού καθαρισμού της, για τον γιο ή για τη θυγατέρα, θα φέρει ένα αρνί χρονιάρικο για ολοκαύτωμα, και έναν νεοσσό περιστεριού ή τρυγονιού, για προσφορά περί αμαρτίας, στη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου, στον ιερέα· 7 αυτός, τότε, θα το προσφέρει μπροστά στον Κύριο, και θα κάνει εξιλέωση γι' αυτή, και θα καθαριστεί από τη ροή τού αίματός της. Αυτός είναι ο νόμος γι' αυτή που γεννάει αρσενικό ή θηλυκό. 8 Αν, όμως, δεν ευπορεί να φέρει ένα αρνί, τότε θα φέρει δύο τρυγόνια ή δύο νεοσσούς περιστεριών, ένα για το ολοκαύτωμα, και ένα για προσφορά περί αμαρτίας· και θα κάνει εξιλέωση γι' αυτήν ο ιερέας, και θα καθαριστεί.

Λευιτικό 13

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, και στον Ααρών, λέγοντας: 2 ΟΤΑΝ κάποιος άνθρωπος έχει επάνω στο δέρμα τής σάρκας του ένα πρήξιμο ή ψώρα ή ένα εξάνθημα, και στο δέρμα τής σάρκας του γίνει μια πληγή λέπρας, τότε θα φερθεί στον Ααρών, τον ιερέα, ή σε έναν από τους γιους του, τους ιερείς· 3 και ο ιερέας θα επιθεωρήσει την πληγή στο δέρμα τής σάρκας. Και αν η τρίχα στην πληγή μεταβλήθηκε σε άσπρη, και η πληγή στην όψη είναι βαθύτερη από το δέρμα τής σάρκας του, είναι πληγή λέπρας· και ο ιερέας θα τον επιθεωρήσει, και θα τον κρίνει ακάθαρτο. 4 Αλλά, αν το εξάνθημα είναι άσπρο στο δέρμα τής σάρκας του, και στην όψη δεν είναι βαθύτερο από το δέρμα, και η τρίχα του δεν μεταβλήθηκε σε άσπρη, τότε ο ιερέας θα κλείσει αυτόν που έχει την πληγή επτά ημέρες· 5 και την εβδομη ημέρα θα τον επιθεωρήσει ο ιερέας· και να, αν δει ότι η πληγή είναι σε στασιμότητα και η πληγή δεν απλώθηκε στο δέρμα, τότε θα τον κλείσει ο ιερέας άλλες επτά ημέρες· 6 και θα τον επιθεωρήσει ο ιερέας την έβδομη ημέρα για δεύτερη φορά· και να, αν η πληγή αμαυρώθηκε, και δεν απλώθηκε η πληγή στο δέρμα, θα τον κρίνει ο ιερέας καθαρόν· αυτή είναι ψώρα· και θα πλύνει τα ιμάτιά του, και θα είναι καθαρός. 7 Αν, όμως, η ψώρα απλώθηκε περισσότερο επάνω στο δέρμα, αφού επιθεωρήθηκε από τον ιερέα για τον καθαρισμό του, θα επιδειχθεί ξανά στον ιερέα. 8 Και αν ο ιερέας δει, ότι απλώθηκε η ψώρα επάνω στο δέρμα, τότε θα τον κρίνει ο ιερέας ακάθαρτον· είναι λέπρα. 9 Όταν η πληγή τής λέπρας είναι σε άνθρωπο, τότε θα φερθεί στον ιερέα· 10 και θα τον επιθεωρήσει ο ιερέας· και να, αν το πρήξιμο είναι άσπρο στο δέρμα, και μετέβαλε την τρίχα σε άσπρη και βρίσκεται ζωντανό κρέας στο πρήξιμο, 11 είναι λέπρα παλιά στο δέρμα τής σάρκας του, και ο ιερέας θα τον κρίνει ακάθαρτον· δεν θα τον κλείσει, επειδή, είναι ακάθαρτος. 12 Αλλά, αν η λέπρα απλώθηκε πολύ επάνω στο δέρμα, και η λέπρα σκέπασε όλο το δέρμα εκείνου που έχει την πληγή, από το κεφάλι του και μέχρι τα πόδια του, όπου και αν τον επιθεωρήσει ο ιερέας, 13 τότε θα τον επιθεωρήσει ο ιερέας, και να, αν η λέπρα σκέπασε ολόκληρη τη σάρκα του, θα κρίνει καθαρόν αυτόν που έχει την πληγή· αυτή μεταβλήθηκε ολόκληρη σε άσπρη· είναι καθαρός. 14 Αλλά, την οποιαδήποτε ημέρα φανεί σ' αυτόν ζωντανό κρέας, θα είναι ακάθαρτος. 15 Και ο ιερέας θα επιθεωρήσει το ζωντανό κρέας, και θα τον κρίνει ακάθαρτον· το ζωντανό κρέας είναι ακάθαρτο· είναι λέπρα. 16 Ή, αν το ζωντανό κρέας αλλάξει πάλι, και μεταβληθεί σε άσπρο, θάρθει στον ιερέα. 17 Και θα τον επιθεωρήσει ο ιερέας· και να, αν η πληγή μεταβλήθηκε σε άσπρη, τότε ο ιερέας θα κρίνει αυτόν που έχει την πληγή καθαρόν· είναι καθαρός. 18 Και η σάρκα επάνω στο δέρμα τής οποίας ήταν έλκος, και γιατρεύτηκε, 19 και στον τόπο τού έλκους έγινε πρήξιμο άσπρο ή εξάνθημα άσπρο κοκκινωπό, θα επιδειχθεί στον ιερέα· 20 και ο ιερέας θα επιθεωρήσει, και να, αν φαίνεται βαθύτερο από το δέρμα, και η τρίχα του μεταβλήθηκε σε άσπρη, θα τον κρίνει ο ιερέας ακάθαρτον· είναι πληγή λέπρας, που εξάνθησε στο έλκος. 21 Και αν ο ιερέας το επιθεωρήσει, και να, δεν είναι σ' αυτό άσπρες τρίχες, και δεν είναι βαθύτερο από το δέρμα, και είναι αμαυρωμένο, τότε ο ιερέας θα τον κλείσει επτά ημέρες· 22 και αν απλώθηκε πολύ επάνω στο δέρμα, τότε θα τον κρίνει ο ιερέας ακάθαρτον· είναι πληγή. 23 Αλλά, αν το εξάνθημα μένει στον τόπο του, και δεν απλώθηκε, αυτό είναι ουλή του έλκους· και θα τον κρίνει ο ιερέας καθαρόν. 24 Και αν είναι κρέας, που έχει επάνω στο δέρμα του μια καυστική φλόγωση, και το ζωντανό κρέας, του φλογισμένου μέρους, έχει ένα άσπρο εξάνθημα, κοκκινωπό ή κάτασπρο, 25 τότε ο ιερέας θα το επιθεωρήσει· και να, αν η τρίχα στο εξάνθημα μεταβλήθηκε σε άσπρη, και στην όψη είναι βαθύτερο από το δέρμα, είναι λέπρα που εξάνθησε στη φλόγωση· και θα τον κρίνει ο ιερέας ακάθαρτον· είναι πληγή λέπρας. 26 Αλλά, αν ο ιερέας το επιθεωρήσει, και να, δεν είναι άσπρη η τρίχα στο εξάνθημα, και δεν είναι βαθύτερο από το δέρμα, και είναι αμαυρωμένο, τότε θα τον κλείσει ο ιερέας επτά ημέρες· 27 και ο ιερέας θα τον επιθεωρήσει την έβδομη ημέρα· και αν αυτό απλώθηκε πολύ στο δέρμα, τότε ο ιερέας θα τον κρίνει ακάθαρτον· είναι πληγή λέπρας. 28 Και αν το εξάνθημα μένει στον τόπο του, και δεν απλώθηκε επάνω στο δέρμα, και είναι αμαυρωμένο, είναι πρήξιμο φλόγωσης, και θα τον κρίνει ο ιερέας καθαρόν· επειδή, είναι ουλή τής φλόγωσης. 29 Και αν ένας άνδρας, ή μια γυναίκα, έχει πληγή στο κεφάλι στο πηγούνι, 30 τότε ο ιερέας θα επιθεωρήσει την πληγή· και να, αν η όψη είναι βαθύτερη από το δέρμα, και υπάρχει σ' αυτήν τρίχα που ξανθίζει, τότε ο ιερέας θα τον κρίνει ακάθαρτον· είναι κασίδα, λέπρα τού κεφαλιού ή του πηγουνιού. 31 Και αν ο ιερέας επιθεωρήσει την πληγή τής κασίδας, και να, στην όψη δεν είναι βαθύτερη από το δέρμα, και δεν είναι σ' αυτή τρίχα μαύρη, τότε ο ιερέας θα κλείσει αυτόν που έχει την πληγή τής κασίδας επτά ημέρες· 32 και ο ιερέας θα επιθεωρήσει την πληγή την έβδομη ημέρα· και να, αν δεν απλώθηκε η κασίδα, και δεν είναι σ' αυτήν τρίχα που ξανθίζει, και στην όψη η κασίδα δεν είναι βαθύτερη από το δέρμα, 33 αυτός θα ξυριστεί, αλλ' η κασίδα δεν θα ξυριστεί· και ο ιερέας θα κλείσει αυτόν που έχει την κασίδα άλλες επτά ημέρες. 34 Και την έβδομη ημέρα θα επιθεωρήσει ο ιερέας την κασίδα· και να, αν η κασίδα δεν απλώθηκε στο δέρμα, και στην όψη δεν είναι βαθύτερη από το δέρμα, τότε ο ιερέας θα τον κρίνει καθαρόν· κι αυτός θα πλύνει τα ιμάτιά του, και θα είναι καθαρός. 35 Αλλά, αν η κασίδα απλώθηκε πολύ επάνω στο δέρμα μετά τον καθαρισμό του, 36 τότε θα τον επιθεωρήσει ο ιερέας· και να, αν η κασίδα απλώθηκε επάνω στο δέρμα, δεν θα ερευνήσει ο ιερέας για την τρίχα που ξανθίζει· είναι ακάθαρτος. 37 Αλλά, αν θεωρήσει ότι η κασίδα είναι σε στασιμότητα και εκφύεται σ' αυτή μαύρη τρίχα, η κασίδα είναι θεραπευμένη· είναι καθαρός· και θα τον κρίνει ο ιερέας καθαρόν. 38 Και αν ένας άνδρας ή μια γυναίκα έχουν επάνω στο δέρμα τής σάρκας τους εξανθήματα, εξανθήματα λευκωπά, 39 τότε ο ιερέας θα τα επιθεωρήσει· και να, αν τα εξανθήματα επάνω στο δέρμα τής σάρκας τους είναι υπόλευκα, είναι κηλίδα σε εξάνθηση επάνω στο δέρμα· είναι καθαρός. 40 Και αν το κεφάλι κάποιου μαδήσει, αυτός είναι φαλακρός· είναι καθαρός. 41 Και αν το κεφάλι μαδήσει προς το πρόσωπο, είναι σε ξεκίνημα φαλάκρωσης· είναι καθαρός. 42 Αλλ' αν στο φαλάκρωμα ή στο ξεκίνημα της φαλάκρωσης είναι μια κοκκινωπή πληγή άσπρη, είναι λέπρα, που εξάνθησε στο φαλάκρωμά του ή στο ξεκίνημα της φαλάκρωσής του. 43 Και ο ιερέας θα τον επιθεωρήσει· και να, αν το πρήξιμο της πληγής είναι άσπρο κοκκινωπό στο φαλάκρωμά του ή στο ξεκίνημα της φαλάκρωσής του, όπως το φαινόμενο της λέπρας επάνω στο δέρμα τής σάρκας, 44 ο άνθρωπος είναι λεπρός, είναι ακάθαρτος· θα τον κρίνει ο ιερέας ολοκληρωτικά ακάθαρτον· η πληγή του είναι στο κεφάλι του. 45 Και τα ιμάτια του λεπρού, στον οποίο είναι η πληγή, θα σχιστούν, και το κεφάλι του θα είναι ξεσκέπαστο, και θα σκεπάσει το επάνω χείλος, και θα φωνάζει: «Ακάθαρτος, ακάθαρτος». 46 Όλες τις ημέρες κατά τις οποίες θα είναι σ' αυτόν η πληγή, θα είναι ακάθαρτος· είναι ακάθαρτος· θα κατοικεί μόνος· έξω από το στρατόπεδο θα είναι η κατοικία του. 47 Και αν υπάρχει πληγή λέπρας σε ιμάτιο, σε ιμάτιο μάλλινο ή σε ιμάτιο λινό, 48 είτε σε στημόνι είτε σε υφάδι, από λινό ή από μαλλί, είτε σε δέρμα είτε σε κάθε πράγμα κατασκευασμένο από δέρμα, 49 και η πληγή είναι πρασινωπή ή κοκκινωπή, στο ιμάτιο ή στο δέρμα ή στο στημόνι ή στο υφάδι ή σε κάθε σκεύος δερμάτινο, είναι πληγή λέπρας, και θα επιδειχθεί στον ιερέα· 50 και ο ιερέας θα επιθεωρήσει την πληγή, και θα κλείσει αυτό που έχει την πληγή επτά ημέρες. 51 Και θα επιθεωρήσει την πληγή την έβδομη ημέρα· αν η πληγή απλώθηκε επάνω στο ιμάτιο ή επάνω στο στημόνι ή επάνω στο υφάδι ή επάνω στο δέρμα, κάθε πράγματος, που είναι κατασκευασμένο από δέρμα, η πληγή είναι διαβρωτική λέπρα· αυτό είναι ακάθαρτο. 52 Και θα κάψει το ιμάτιο ή το στημόνι ή το υφάδι, μάλλινο ή λινό ή κάθε σκεύος δερμάτινο επάνω στο οποίο είναι η πληγή· επειδή, είναι διαβρωτική λέπρα· θα καεί με φωτιά. 53 Και αν ο ιερέας δει, και να, η πληγή δεν απλώθηκε επάνω στο ιμάτιο, είτε επάνω στο στημόνι είτε επάνω στο υφάδι ή επάνω σε κάθε δερμάτινο σκεύος, 54 τότε ο ιερέας θα προστάξει να πλυθεί αυτό που έχει την πληγή, και θα το κλείσει άλλες επτά ημέρες· 55 και ο ιερέας θα επιθεωρήσει την πληγή, αφού θα έχει πλυθεί· και να, αν η πληγή δεν άλλαξε το χρώμα της, και δεν απλώθηκε η πληγή, είναι ακάθαρτο· με φωτιά θα το κάψεις· είναι διαβρωτικό, που προχωρεί από κάτω ή από πάνω. 56 Και αν ο ιερέας δει, και να, η πληγή, αφού έχει πλυθεί, είναι αμαυρωμένη, τότε θα την αποκόψει από το ιμάτιο ή από το δέρμα ή από το στημόνι ή από το υφάδι. 57 Αλλ' αν φανεί ακόμα επάνω στο ιμάτιο ή επάνω στο στημόνι ή επάνω στο υφάδι ή επάνω σε κάθε σκεύος δερμάτινο, είναι λέπρα σε εξάνθηση· με φωτιά θα κάψεις αυτό που έχει την πληγή. 58 Και το ιμάτιο ή το στημόνι ή το υφάδι ή κάθε δερμάτινο σκεύος, που θα έπλενες, αν η πληγή εξαλείφθηκε απ' αυτά, τότε θα πλυθεί για δεύτερη φορά, και θα είναι καθαρό. 59 Αυτός είναι ο νόμος τής πληγής τής λέπρας επάνω σε ιμάτιο μάλλινο ή λινό, είτε στημόνι είτε υφάδι είτε κάθε σκεύος δερμάτινο, για να κρίνεται καθαρό ή να κρίνεται ακάθαρτο.

Λευιτικό 14

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 2 Αυτός είναι ο νόμος τού λεπρού, για την ημέρα του καθαρισμού του· θα φερθεί στον ιερέα· 3 και ο ιερέας θα βγει έξω από το στρατόπεδο, και ο ιερέας θα επιθεωρήσει, και να, αν γιατρεύτηκε η πληγή τής λέπρας στον λεπρό, 4 τότε ο ιερέας θα προστάξει να πάρουν, γι' αυτόν που καθαρίζεται, δύο ζωντανά πουλιά, καθαρά, και κέδρινο ξύλο, και κόκκινο, και ύσσωπο. 5 Και ο ιερέας θα προστάξει να σφάξουν το ένα πουλί σε ένα πήλινο σκεύος επάνω από τρεχούμενο νερό· 6 και θα πάρει το ζωντανό πουλί, και το κέδρινο ξύλο, και το κόκκινο, και τον ύσσωπο, και θα τα βυθίσει, καθώς και το ζωντανό πουλί, στο αίμα τού σφαγμένου πουλιού επάνω από το τρεχούμενο νερό· 7 και θα ραντίσει επάνω σ' αυτόν που καθαρίζεται από τη λέπρα επτά φορές, και θα τον κρίνει καθαρόν· και θα απολύσει το ζωντανό πουλί προς την κατεύθυνση της πεδιάδας. 8 Κι αυτός που καθαρίζεται θα πλύνει τα ιμάτιά του, και θα ξυρίσει όλες τις τρίχες του, και θα λουστεί με νερό, και θα είναι καθαρός· και ύστερα απ' αυτά θάρθει στο στρατόπεδο, και θα διαμείνει έξω από τη σκηνή του επτά ημέρες. 9 Και την έβδομη ημέρα θα ξυρίσει όλες τις τρίχες του, το κεφάλι του, και το πηγούνι του, και τα φρύδια του, και θα ξυρίσει όλες τις τρίχες του· και θα πλύνει τα ιμάτιά του, και θα λούσει το σώμα του με νερό, και θα είναι καθαρός. 10 Και την όγδοη ημέρα θα πάρει δύο αρσενικά αρνιά, άμωμα, και ένα θηλυκό αρνί, χρονιάρικο, άμωμο, και τρία δέκατα σιμιγδάλι για προσφορά από άλφιτα, ζυμωμένη με λάδι, και ένα λογ λαδιού· 11 και ο ιερέας, που καθαρίζει, θα παραστήσει τον άνθρωπο που καθαρίζεται, καθώς κι αυτά, μποστά στον Κύριο, στη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου. 12 Και ο ιερέας θα πάρει το ένα αρσενικό αρνί, και θα το προσφέρει για προσφορά περί ανομίας, και το λογ τού λαδιού και θα τα κινήσει σε κινητή προσφορά μπροστά στον Κύριο. 13 Και θα σφάξει το αρνί, στον τόπο όπου σφάζουν την προσφορά περί αμαρτίας και το ολοκαύτωμα, στον άγιο τόπο· επειδή, καθώς είναι η προσφορά περί αμαρτίας, είναι του ιερέα και η προσφορά περί ανομίας· είναι αγιότατο. 14 Και ο ιερέας θα πάρει από το αίμα τής προσφοράς περί ανομίας, και ο ιερέας θα το βάλει επάνω στον λοβό τού δεξιού αυτιού εκείνου που καθαρίζεται, κι επάνω στον αντίχειρα του δεξιού του χεριού, κι επάνω στο μεγάλο δάχτυλο του δεξιού του ποδιού· 15 και ο ιερέας θα πάρει από το λογ τού λαδιού, και θα το χύσει στην παλάμη τού αριστερού του χεριού· 16 και ο ιερέας θα βυθίσει το δεξί του δάχτυλο στο λάδι, που είναι στην αριστερή του παλάμη, και θα ραντίσει από το λάδι, με το δάχτυλό του, επτά φορές μπροστά στον Κύριο· 17 και από το υπόλοιπο του λαδιού, που είναι στην παλάμη του, ο ιερέας θα βάλει επάνω στον λοβό τού δεξιού αυτιού εκείνου που καθαρίζεται, κι επάνω στον αντίχειρα του δεξιού του χεριού, κι επάνω στο μεγάλο δάχτυλο του δεξιού του ποδιού, επάνω στο αίμα τής προσφοράς περί ανομίας· 18 και το λάδι, που απέμεινε απ' αυτό στην παλάμη τού ιερέα, θα το χύσει επάνω στο κεφάλι εκείνου που καθαρίζεται· και ο ιερέας θακάνει εξιλέωση γι' αυτόν μπροστά στον Κύριο. 19 Και ο ιερέας θα προσφέρει την προσφορά περί αμαρτίας, και θα κάνει εξιλέωση γι' αυτόν που καθαρίζεται από την ακαθαρσία του· και έπειτα, θα σφάξει το ολοκαύτωμα. 20 Και ο ιερέας θα προσφέρει το ολοκαύτωμα και την προσφορά από άλφιτα επάνω στο θυσιαστήριο· και ο ιερέας θα κάνει γι' αυτόν εξιλέωση, και θα είναι καθαρός. 21 Και αν είναι φτωχός, και δεν ευπορεί να φέρει τόσα, τότε θα πάρει ένα αρνί για προσφορά κινητή περί ανομίας, για να κάνει εξιλέωση γι' αυτόν, και ένα δέκατο σιμιγδάλι ζυμωμένο μαζί με λάδι για την προσφορά από άλφιτα, και ένα λογ λάδι, 22 και δύο τρυγόνια ή δύο νεοσσούς περιστεριών, όπως ευπορεί για να φέρει· και το μεν ένα θα είναι για την προσφορά περί αμαρτίας, το άλλο δε για το ολοκαύτωμα. 23 Και θα τα φέρει την όγδοη ημέρα για τον καθαρισμό του στον ιερέα, στη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου, μπροστά στον Κύριο. 24 Και ο ιερέας θα πάρει το αρνί τής προσφοράς περί ανομίας και το λογ τού λαδιού, και ο ιερέας θα τα κινήσει σε κινητή προσφορά μπροστά στον Κύριο. 25 Και θα σφάξει το αρνί τής προσφοράς περί ανομίας· και ο ιερέας θα πάρει από το αίμα τής προσφοράς περί ανομίας, και θα το βάλει επάνω στον λοβό τού δεξιού αυτιού εκείνου που καθαρίζεται, κι επάνω στον αντίχειρα του δεξιού του χεριού, κι επάνω στο μεγάλο δάχτυλο του δεξιού του ποδιού· 26 και ο ιερέας θα χύσει από το λάδι στην παλάμη τού αριστερού του χεριού· 27 και ο ιερέας θα ραντίσει με το δεξί του δάχτυλο, από το λάδι, που είναι στην αριστερή του παλάμη, επτά φορές μπροστά στον Κύριο· 28 και ο ιερέας θα βάλει από το λάδι, που είναι στην παλάμη του, επάνω στον λοβό τού δεξιού αυτιού, εκείνου που καθαρίζεται, κι επάνω στον αντίχειρα του δεξιού του χεριού, κι επάνω στο μεγάλο δάχτυλο του δεξιού του ποδιού, επάνω στον τόπο τού αίματος της προσφοράς περί ανομίας· 29 και το λάδι που απέμεινε, που ήταν στην παλάμη τού ιερέα, θα το βάλει επάνω στο κεφάλι εκείνου που καθαρίζεται για να κάνει εξιλέωση γι' αυτόν μπροστά στον Κύριο. 30 Και θα προσφέρει το ένα από τα τρυγόνια ή από τους νεοσσούς των περιστεριών, όπως ευπορεί να φέρει· 31 όπως ευπορεί να φέρει, το ένα μεν για προσφορά περί αμαρτίας, το άλλο δε για το ολοκαύτωμα, μαζί με την προσφορά από άλφιτα· και ο ιερέας θα κάνει εξιλέωση γι' αυτόν που καθαρίζεται, μπροστά στον Κύριο. 32 Αυτός είναι ο νόμος γι' αυτόν που έχει πληγή λέπρας, που δεν ευπορεί να φέρει τα αναγκαία για τον καθαρισμό του. 33 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή και στον Ααρών, λέγοντας: 34 Όταν μπείτε μέσα στη γη Χαναάν, που εγώ σας δίνω για ιδιοκτησία, και βάλω την πληγή τής λέπρας σε κάποιο σπίτι τής γης τής ιδιοκτησίας σας· 35 κι εκείνος, στον οποίο ανήκει το σπίτι, έρθει και αναγγείλει στον ιερέα λέγοντας: Μου φάνηκε σαν πληγή στο σπίτι· 36 τότε, ο ιερέας θα προστάξει να αδειάσουν το σπίτι, πριν ο ιερέας πάει για να επιθεωρήσει την πληγή, για να μη γίνουν ακάθαρτα όλα τα υπάρχοντα μέσα στο σπίτι· και ύστερα, ο ιερέας θα μπει μέσα για να επιθεωρήσει το σπίτι· 37 και θα επιθεωρήσει την πληγή· και να, αν η πληγή είναι στους τοίχους του σπιτιού, με κοιλώματα που πρασινίζουν ή κοκκινωπά, και η όψη της είναι βαθύτερη από τον τοίχο· 38 τότε, ο ιερέας θα βγει έξω από το σπίτι, στη θύρα τού σπιτιού, και θα κλείσει το σπίτι επτά ημέρες. 39 Και ο ιερέας θα επιστρέψει την έβδομη ημέρα, και θα την επιθεωρήσει· και να, αν η πληγή εξαπλώθηκε στους τοίχους τού σπιτιού, 40 τότε ο ιερέας θα διατάξει να βγάλουν τις πέτρες, στις οποίες βρίσκεται η πληγή, και θα τις ρίξουν έξω από την πόλη σε ακάθαρτον τόπο. 41 Και θα κάνει να αποξύσουν το σπίτι από μέσα, ολόγυρα, και να ρίξουν το αποξυσμένο χώμα έξω από την πόλη σε ακάθαρτον τόπο· 42 και θα πάρουν άλλες πέτρες, και θα τις βάλουν αντί για τις πέτρες εκείνες· και θα πάρουν άλλο χώμα, και θα επιχρίσουν το σπίτι. 43 Και αν η πληγή έρθει ξανά, και ξαναφανεί στο σπίτι, αφού είχαν βγάλει τις πέτρες, και αφού απέξυσαν το σπίτι, και αφού αυτό επιχρίστηκε, 44 τότε, ο ιερέας θα μπει μέσα και θα επιθεωρήσει· και να, αν η πληγή εξαπλώθηκε στο σπίτι, είναι διαβρωτική λέπρα στο σπίτι· είναι ακάθαρτο. 45 Και θα γκρεμίσουν το σπίτι, τις πέτρες του, και τα ξύλα του, και ολόκληρο το χώμα τού σπιτιού· και θα τα φέρουν έξω από την πόλη σε ακάθαρτον τόπο. 46 Και όποιος μπει μέσα στο σπίτι, καθ' όλες τις ημέρες κατά τις οποίες είναι κλεισμένο, θα είναι ακάθαρτος μέχρι την εσπέρα. 47 Και όποιος κοιμηθεί στο σπίτι, θα πλύνει τα ιμάτιά του· και όποιος φάει στο σπίτι θα πλύνει τα ιμάτιά του. 48 Αλλά, αν ο ιερέας, αφού μέσα και επιθεωρήσει, και να, δεν απλώθηκε η πληγή στο σπίτι, αφού επιχρίστηκε το σπίτι, τότε ο ιερέας θα κρίνει το σπίτι καθαρό, επειδή γιατρεύτηκε η πληγή. 49 Και θα πάρει, για να καθαρίσει το σπίτι, δύο πουλιά, και κέδρινο ξύλο, και κόκκινο, και ύσσωπο. 50 Και θα σφάξει το ένα πουλί σε πήλινο σκεύος, επάνω από τρεχούμενο νερό. 51 Και θα πάρει το κέδρινο ξύλο, και τον ύσσωπο, και το κόκκινο, και το ζωντανό πουλί, και θα τα βυθίσει στο αίμα τού σφαγμένου πουλιού, και στο τρεχούμενο νερό και θα ραντίσει το σπίτι επτά φορές. 52 Και θα καθαρίσει το σπίτι με το αίμα τού πουλιού, και με το τρεχούμενο νερό, και με το ζωντανό πουλί, και με το κέδρινο ξύλο, και με τον ύσσωπο, και με το κόκκινο. 53 Το ζωντανό πουλί, όμως, θα το απολύσει έξω από την πόλη, προς την κατεύθυνση της πεδιάδας, και θα κάνει εξιλέωση για το σπίτι· και θα είναι καθαρό. 54 Αυτός είναι ο νόμος για κάθε πληγή λέπρας, και κασίδας, 55 και για λέπρα ιματίου και σπιτιού, 56 και για πρήξιμο, και για ψώρα, και για εξάνθημα· 57 για να γίνεται γνωστό πότε είναι κάτι ακάθαρτο, και πότε καθαρό· αυτός είναι ο νόμος για τη λέπρα.

Λευιτικό 15

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή και στον Ααρών, έγοντας: 2 Μιλήστε στους γιους Ισραήλ, και πείτε τους: ΑΝ κάποιος άνθρωπος έχει ρεύση από το σώμα του, εξαιτίας της ρεύσης του είναι ακάθαρτος. 3 Κι αυτή θα είναι η ακαθαρσία του στη ρεύση του· και όταν το σώμα του ρέει τη ρεύση του, και όταν το σώμα παύσει από τη ρεύση του· είναι σ' αυτόν η ακαθαρσία. 4 Κάθε κρεβάτι, στο οποίο τυχόν κοιμηθεί εκείνος που έχει τη ρεύση, θα είναι ακάθαρτο· και κάθε σκεύος στο οποίο τυχόν καθήσει, θα είναι ακάθαρτο. 5 Και ο άνθρωπος, που θα αγγίξει το κρεβάτι του, θα πλύνει τα ιμάτιά του, και θα λουστεί με νερό, και θα είναι ακάθαρτος μέχρι την εσπέρα. 6 Και όποιος καθήσει επάνω, στο σκεύος στο οποίο κάθησε εκείνος που έχει τη ρεύση, θα πλύνει τα ιμάτιά του, και θα λουστεί με νερό, και θα είναι ακάθαρτος μέχρι την εσπέρα. 7 Και όποιος αγγίξει το σώμα εκείνου που έχει τη ρεύση, θα πλύνει τα ιμάτιά του, και θα λουστεί με νερό και θα είναι ακάθαρτος μέχρι την εσπέρα. 8 Και αν εκείνος που έχει τη ρεύση φτύσει επάνω στον καθαρό, αυτός θα πλύνει τα ιμάτιά του, και θα λουστεί με νερό, και θα είναι ακάθαρτος μέχρι την εσπέρα. 9 Και κάθε σαμάρι, επάνω στο οποίο τυχόν καθήσει εκείνος που έχει τη ρεύση θα είναι ακάθαρτο. 10 Και όποιος αγγίξει όλα όσα θα ήσαν από κάτω του, θα είναι ακάθαρτος μέχρι την εσπέρα· και όποιος θα τα σηκώσει, θα πλύνει τα ιμάτιά του, και θα λουστεί με νερό, και θα είναι ακάθαρτος μέχρι την εσπέρα. 11 Και όποιον αγγίξει εκείνος που έχει τη ρεύση, χωρίς να έχει πλυμένα τα χέρια του με νερό, αυτός θα πλύνει τα ιμάτιά του, και θα λουστεί με νερό, και θα είναι ακάθαρτος μέχρι την εσπέρα. 12 Και το πήλινο σκεύος που τυχόν αγγίξει εκείνος που έχει τη ρεύση, θα συντριφτεί· και κάθε ξύλινο σκεύος θα πλυθεί με νερό. 13 Και αφού καθαριστεί από τη ρεύση του, εκείνος που έχει τη ρεύση, τότε θα ριθμήσει μόνος του επτά ημέρες για τον καθαρισμό του· και θα πλύνει τα ιμάτιά του, και θα λούσει το σώμα του με τρεχούμενο νερό, και θα είναι καθαρός. 14 Και την όγδοη ημέρα θα πάρει για τον εαυτό του δύο τρυγόνια ή δύο νεοσσούς περιστεριών και θάρθει μπροστά στον Κύριο, στη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου, και θα τα δώσει στον ιερέα· 15 και ο ιερέας θα τα προσφέρει, το ένα μεν για προσφορά περί αμαρτίας, το άλλο δε για ολοκαύτωμα· και ο ιερέας θα κάνει εξιλέωση γι' αυτόν μπροστά στον Κύριο, για τη ρεύση του. 16 Και ο άνθρωπος, από τον οποίο θα έβγαινε έξω σπέρμα συνουσίας, θα λούσει ολόκληρο το σώμα του με νερό, και θα είναι ακάθαρτος μέχρι την εσπέρα. 17 Και κάθε ιμάτιο, και κάθε δέρμα, επάνω στο οποίο θα ήταν σπέρμα συνουσίας, θα πλυθεί με νερό, και θα είναι ακάθαρτο μέχρι την εσπέρα· 18 και η γυναίκα, μαζί με την οποία θα συγκοιμόταν ο άνθρωπος με σπέρμα συνουσίας, θα λουστούν με νερό, και θα είναι ακάθαρτοι μέχρι την εσπέρα. 19 Κι αν η γυναίκα έχει ρεύση, και η ρεύση της στο σώμα της είναι αίμα, θα είναι αποχωρισμένη επτά ημέρες· και καθένας που θα την αγγίξει, θα είναι ακάθαρτος μέχρι την εσπέρα. 20 Και κάθε πράγμα, επάνω στο οποίο πλαγιάζει στον αποχωρισμό της, θα είναι ακάθαρτο· και κάθε πράγμα, επάνω στο οποίο κάθεται, θα είναι ακάθαρτο. 21 Και καθένας που θα αγγίξει το κρεβάτι της, θα πλύνει τα ιμάτιά του, και θα λουστεί με νερό, και θα είναι ακάθαρτος μέχρι την εσπέρα. 22 Και καθένας που θα αγγίξει κάποιο σκεύος, επάνω στο οποίο αυτή κάθησε, θα πλύνει τα ιμάτιά του, και θα λουστεί με νερό, και θα είναι ακάθαρτος μέχρι την εσπέρα. 23 Και αν υπάρχει κάτι επάνω στο κρεβάτι ή επάνω σε κάποιο σκεύος στο οποίο αυτή κάθεται, όταν αυτός το αγγίξει, θα είναι ακάθαρτος μέχρι την εσπέρα. 24 Και αν κάποιος συγκοιμηθεί μαζί της, κι έρθουν επάνω του τα γυναικεία της, θα είναι ακάθαρτος επτά ημέρες· και κάθε κρεβάτι, επάνω στο οποίο τυχόν κοιμηθεί, θα είναι ακάθαρτο. 25 Κι αν κάποια γυναίκα έχει ρεύση του αίματός της πολλές ημέρες, εκτός του καιρού τού αποχωρισμού της ή αν έχει ρεύση πέρα από τον αποχωρισμό της, όλες οι ημέρες τής ρεύσης τής ακαθαρσίας της θα είναι όπως οι ημέρες τού αποχωρισμού της· θα είναι ακάθαρτη. 26 Κάθε κρεβάτι, επάνω στο οποίο ξαπλώνει σε όλες τις ημέρες τής ρεύσης της, θα είναι σ' αυτή όπως το κρεβάτι τού αποχωρισμού της· και κάθε σκεύος, επάνω στο οποίο κάθεται, θα είναι ακάθαρτο, όπως η ακαθαρσία τού αποχωρισμού της. 27 Και καθένας που θα τα αγγίξει, θα είναι ακάθαρτος, και θα πλύνει τα ιμάτιά του, και θα λουστεί με νερό, και θα είναι ακάθαρτος μέχρι την εσπέρα. 28 Αλλ' αν καθαριστεί από τη ρεύση της, τότε θα αριθμήσει μόνη της επτά ημέρες, και ύστερα απ' αυτά, θα είναι καθαρή. 29 Και την όδγοη ημέρα θα πάρει μαζί της δύο τρυγόνια ή δύο νεοσσούς περιστεριών και θα τα φέρει στον ιερέα, στη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου. 30 Και ο ιερέας θα προσφέρει, το ένα μεν για προσφορά περί αμαρτίας, το άλλο δε για ολοκαύτωμα· και ο ιερέας θα κάνει εξιλέωση γι' αυτήν μπροστά στον Κύριο, για τη ρεύση τής ακαθαρσίας της. 31 Έτσι θα χωρίζετε τους γιους Ισραήλ από τις ακαθαρσίες τους· και δεν θα πεθάνουν εξαιτίας της ακαθαρσίας τους, μιαίνοντας τη σκηνή μου, που είναι ανάμεσά τους. 32 Αυτός είναι ο νόμος για εκείνον που έχει ρεύση· και για εκείνον από τον οποίο βγαίνει το σπέρμα συνουσίας για να μολύνεται διαμέσου αυτού· 33 και για εκείνη που ασθενεί εξαιτίας των γυναικείων της· και για εκείνον που έχει τη ρεύση του, άνδρα ή γυναίκα, και για εκείνον που συγκοιμήθηκε μαζί με μια οακάθαρτη.

Λευιτικό 16

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, μετά τον θάνατο των δύο γιων τού Ααρών, όταν έκαναν προσφορά μπροστά στον Κύριο, και πέθαναν· 2 και ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Να μιλήσεις στον Ααρών, τον αδελφό σου, να μη μπαίνει όλη την ώρα μέσα στο αγιαστήριο, που είναι από το μέσα μέρος του καταπετάσματος, μπροστά στο ιλαστήριο, που βρίσκεται επάνω στην κιβωτό, για να μη πεθάνει· επειδή, μέσα σε νεφέλη θα εμφανίζομαι επάνω στο ιλαστήριο. 3 Έτσι θα μπαίνει ο Ααρών μέσα στο αγιαστήριο, μαζί με ένα μοσχάρι από βόδια για προσφορά περί αμαρτίας, και ένα κριάρι για ολοκαύτωμα. 4 Θα ντύνεται με λινόν χιτώνα, αγιασμένον, και λινές περισκελίδες θα είναι επάνω στη σάρκα του, και θα είναι ζωσμένος με ζώνη λινή και θα φοράει λινή μίτρα· αυτά είναι άγια ενδύματα· και θα λούζει το σώμα του με νερό, και θα τα ντύνεται. 5 Και θα πάρει από τη συναγωγή των γιων Ισραήλ δύο τράγους από κατσίκια για προσφορά περί αμαρτίας, και ένα κριάρι για ολοκαύτωμα. 6 Και ο Ααρών θα προσφέρει το μοσχάρι τής προσφοράς περί αμαρτίας, που είναι για τον εαυτό του, και θα κάνει εξιλέωση για τον εαυτό του, και για την οικογένειά του. 7 Και θα πάρει τους δύο τράγους, και θα τους στήσει μπροστά στον Κύριο, στη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου. 8 Και ο Ααρών θα ρίξει κλήρους στους δύο τράγους· έναν κλήρο για τον Κύριο, και έναν κλήρο για τον τράγο που πρέπει να απολυθεί. 9 Και ο Ααρών θα φέρει τον τράγο, στον οποίο έπεσε ο κλήρος τού Κυρίου, και θα τον προσφέρει ως προσφορά περί αμαρτίας. 10 Και τον τράγο, στον οποίο έπεσε ο κλήρος στο να απολυθεί, θα τον παραστήσει ζωντανό μπροστά στον Κύριο, για να κάνει εξιλέωση επάνω του, ώστε να τον εξαποστείλει ελεύθερο στην έρημο. 11 Και ο Ααρών θα φέρει το μοσχάρι τής προσφοράς περί αμαρτίας, που είναι για τον εαυτό του, και θα κάνει εξιλέωση για τον εαυτό του, και για την οικογένειά του· και θα σφάξει το μοσχάρι τής προσφοράς περί αμαρτίας, που είναι για τον εαυτό του. 12 Και θα πάρει το θυμιατήριο γεμάτο από κάρβουνα φωτιάς από το θυσιαστήριο, μπροστά από τον Κύριο· και θα γεμίσει τα χέρια του με ευώδες θυμίαμα λεπτοτριμμένο, και θα το φέρει στο εσωτερικό τού καταπετάσματος. 13 Και θα βάλει το θυμίαμα επάνω στη φωτιά μπροστά στον Κύριο, και ο καπνός τού θυμιάματος θα σκεπάσει το ιλαστήριο, που είναι επάνω στο μαρτύριο, για να μη πεθάνει. 14 Και θα πάρει από το αίμα τού μοσχαριού, και θα ραντίσει με το δάχτυλό του επάνω στο ιλαστήριο, προς τα ανατολικά· και μπροστά στο ιλαστήριο θα ραντίσει επτά φορές από το αίμα, με το δάχτυλό του. 15 Τότε, θα σφάξει τον τράγο τής προσφοράς περί αμαρτίας, αυτόν που είναι για τον λαό· και θα φέρει το αίμα του στο εσωτερικό τού καταπετάσματος, και θα κάνει με το αίμα του, όπως έκανε με το αίμα τού μοσχαριού, και θα το ραντίσει επάνω στο ιλαστήριο, και μπροστά από το ιλαστήριο. 16 Και θα κάνει εξιλέωση για το αγιαστήριο, για τις ακαθαρσίες των γιων Ισραήλ, και για τις παραβάσεις τους σε όλες τους τις αμαρτίες· το ίδιο θα κάνει και για τη σκηνή τού μαρτυρίου, που κατοικεί μεταξύ τους, ανάμεσα στην ακαθαρσία τους. 17 Και κανένας άνθρωπος δεν θα είναι στη σκηνή τού μαρτυρίου, όταν αυτός μπαίνει για να κάνει την εξιλέωση στο αγιαστήριο, μέχρις ότου βγει, αφού κάνει την εξιλέωση για τον εαυτό του, και για την οικογένειά του, και για ολόκληρη τη συναγωγή τού Ισραήλ. 18 Τότε, θα βγει προς το θυσιαστήριο, που είναι μπροστά στον Κύριο, και θα κάνει εξιλέωση γι' αυτό· και θα πάρει από το αίμα τού μοσχαριού και από το αίμα τού τράγου, και θα βάλει επάνω στα κέρατα του θυσιαστηρίου, ολόγυρα. 19 Και θα ραντίσει επάνω σ' αυτό με το δάχτυλό του από το αίμα επτά φορές, και θα το καθαρίσει, και θα το αγιάσει από τις ακαθαρσίες των γιων Ισραήλ. 20 Και αφού τελειώσει να κάνει εξιλέωση για το αγιαστήριο, και τη σκηνή τού μαρτυρίου, και το θυσιαστήριο, θα φέρει τον ζωντανό τράγο· 21 και ο Ααρών θα βάλει τα δυο του χέρια επάνω στο κεφάλι τού ζωντανού τράγου, και θα εξομολογηθεί επάνω σ' αυτόν όλες τις αμαρτίες των γιων Ισραήλ, και όλες τις παραβάσεις τους σε όλες τους τις αμαρτίες· και θα τις βάλει στο κεφάλι τού τράγου· και θα τον εξαποστείλει, με διορισμένον άνθρωπο, στην έρημο. 22 Και ο τράγος θα βαστάξει επάνω του όλες τις ανομίες τους σε ακατοίκητη γη· και θα απολύσει τον τράγο στην έρημο. 23 Και θα μπει ο Ααρών μέσα στη σκηνή τού μαρτυρίου, και θα βγάλει τη λινή στολή, που φόρεσε μπαίνοντας μέσα στο αγιαστήριο, και θα την αποθέσει εκεί· 24 και θα λούσει το σώμα του με νερό σε έναν άγιο τόπο, και θα ντυθεί τα ιμάτιά του, και θάρθει, και θα προσφέρει το ολοκαύτωμά του και το ολοκαύτωμα του λαού, και θα κάνει εξιλέωση για τον εαυτό του, και για τον λαό. 25 Και το λίπος τής προσφοράς περί αμαρτίας θα το κάψει επάνω στο θυσιαστήριο. 26 Κι εκείνος που εξαπέστειλε τον ελεύθερο τράγο, θα πλύνει τα ιμάτιά του, και θα λούσει το σώμα του με νερό· και ύστερα απ' αυτά θα μπει μέσα στο στρατόπεδο. 27 Και το μοσχάρι τής προσφοράς περί αμαρτίας, και τον τράγο τής προσφοράς περί αμαρτίας, το αίμα των οποίων μπήκε μέσα στο αγιαστήριο για να γίνει εξιλέωση, θα το φέρουν έξω από το στρατόπεδο· και θα κάψουν στη φωτιά τα δέρματά τους, και το κρέας τους, και τα κόπρανά τους. 28 Κι εκείνος που τα καίει, θα πλύνει τα ιμάτιά του, και θα λούσει το σώμα του με νερό, και ύστερα απ' αυτά θα μπει μέσα στο στρατόπεδο. 29 Και τούτο θα είναι σε σας αιώνιος θεσμός· στον έβδομο μήνα, τη δέκατη ημέρα τού μήνα, θα ταπεινώσετε τις ψυχές σας, και δεν θα κάνετε καμιά εργασία, ούτε ο αυτόχθονας ούτε ο ξένος, που παροικεί μεταξύ σας· 30 επειδή, σ' αυτή την ημέρα ο ιερέας θα κάνει εξιλέωση για σας, για να σας καθαρίσει, ώστε να είστε καθαροί από όλες τις αμαρτίες σας μπροστά στον Κύριο. 31 Σάββατο ανάπαυσης θα είναι σε σας, και θα ταπεινώσετε τις ψυχές σας, σε αιώνιον θεσμό. 32 Και ο ιερέας θα κάνει την εξιλέωση, αυτός που χρίστηκε και καθιερώθηκε, για να ιερατεύει στη θέση τού πατέρα του, και θα ντυθεί τη λινή στολή, την άγια στολή. 33 Και θα κάνει εξιλέωση για το άγιο αγιαστήριο, και θα κάνει εξιλέωση για τη σκηνή τού μαρτυρίου, και για το θυσιαστήριο· και θα κάνει εξιλέωση για τους ιερείς, και για ολόκληρο τον λαό τής συναγωγής. 34 Κι αυτό θα είναι σε σας αιώνιος θεσμός, να κάνετε εξιλέωση για τους γιους Ισραήλ για όλες τις αμαρτίες τους μια φορά τον χρόνο. ΚΑΙ έγινε όπως ο Κύριος είχε προστάξει στον Μωυσή.

Λευιτικό 17

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 2 Μίλησε στον Ααρών, και στους γιους του, και σε όλους τους γιους Ισραήλ, και πες τους: Αυτός είναι ο λόγος που ο Κύριος πρόσταξε, λέγοντας: 3 ΟΠΟΙΟΣ άνθρωπος, από τον οίκο Ισραήλ, σφάξει βόδι ή αρνί ή κατσίκι, στο στρατόπεδο, ή όποιος σφάξει έξω από το στρατόπεδο, 4 και δεν το φέρει στη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου, για να προσφέρει προσφορά στον Κύριο μπροστά στη σκηνή τού Κυρίου, αίμα θα λογαριαστεί σ' εκείνον τον άνθρωπο· έχυσε αίμα, και ο άνθρωπος εκείνος θα εξολοθρευτεί από μέσα από τον λαό του· 5 για να φέρνουν οι γιοι Ισραήλ τις θυσίες τους, που θυσιάζουν στην πεδιάδα, και να τις προσφέρουν στον Κύριο, στη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου, προς τον ιερέα, και να τις θυσιάζουν σε ειρηνικές προσφορές στον Κύριο. 6 Και ο ιερέας θα ραντίσει το αίμα επάνω στο θυσιαστήριο του Κυρίου, στη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου, και θα κάψει το λίπος σε οσμή ευωδίας στον Κύριο. 7 Και δεν θα θυσιάσουν πλέον τις θυσίες τους στους δαίμονες, πίσω από τους οποίους αυτοί πορνεύουν· τούτο θα είναι σ' αυτούς αιώνιος θεσμός στις γενεές τους. 8 Και θα τους πεις: Όποιος άνθρωπος από τον οίκο Ισραήλ ή από τους ξένους, που παροικούν μεταξύ σας, προσφέρει ολοκαύτωμα ή θυσία, 9 και δεν το φέρει στη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου, για να το προσφέρει στον Κύριο, εκείνος ο άνθρωπος θα εξολοθρευτεί από μέσα απ' αυτόν τον λαό. 10 ΚΑΙ όποιος άνθρωπος τον οίκο Ισραήλ ή από τους ξένους, που παροικούν μεταξύ σας, φάει οποιοδήποτε αίμα, θα στήσω το πρόσωπό μου ενάντια σ' εκείνη την ψυχή, που τρώει το αίμα, και θα την εξολοθρεύσω από μέσα από τον λαό της· 11 επειδή, η ζωή τής σάρκας είναι στο αίμα· κι εγώ το έδωσα σε σας, για να κάνετε εξιλέωση για τις ψυχές σας επάνω στο θυσιαστήριο· επειδή, αυτό το αίμα κάνει εξιλασμό υπέρ της ψυχής. 12 Γι' αυτό, είπα στους γιους Ισραήλ: Καμιά ψυχή από σας δεν θα φάει αίμα· ούτε ο ξένος, που παροικεί μεταξύ σας, θα φάει αίμα. 13 Και όποιος άνθρωπος από τους γιους Ισραήλ ή από τους ξένους, που παροικούν μεταξύ σας, κυνηγήσει και πιάσει ζώο ή πουλί, που τρώγεται, θα χύσει το αίμα του, και θα το σκεπάσει με χώμα. 14 Επειδή, η ζωή κάθε σάρκας είναι το αίμα της· είναι για τη ζωή της· γι' αυτό, είπα στους γιους Ισραήλ: Δεν θα φάτε αίμα από καμιά σάρκα· επειδή, η ζωή κάθε σάρκας είναι το αίμα της· καθένας που το τρώει, θα εξολοθρευτεί. 15 Και κάθε ψυχή, που θα φάει ψοφίμι ή διασπαραγμένο από θηρίο, αυτόχθονας ή ξένος, θα πλύνει τα ιμάτιά του, και θα λουστεί με νερό, και θα είναι ακάθαρτος μέχρι την εσπέρα· τότε, θα είναι καθαρός. 16 Αλλά, αν δεν τα πλύνει ούτε λούσει το σώμα του, τότε θα κρατήσει την ανομία του.

Λευιτικό 18

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 2 Μίλησε στους γιους Ισραήλ, και πες τους: ΕΓΩ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας. 3 Σύμφωνα με τις πράξεις τής γης τής Αιγύπτου, στην οποία κατοικήσατε, δεν θα πράξετε· και σύμφωνα με τις πράξεις τής γης Χαναάν, στην οποία εγώ σας φέρνω, δεν θα πράξετε· και σύμφωνα με τις συνήθειές τους δεν θα περπατήσετε. 4 Θα κάνετε τις κρίσεις μου, και θα τηρείτε τα προστάγματά μου για να περπατάτε σ' αυτά. Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας. 5 Θα τηρείτε, λοιπόν, τα προστάγματά μου, και τις κρίσεις μου· τα οποία όταν ο άνθρωπος πράξει, θα ζήσει διαμέσου αυτών. Εγώ είμαι ο Κύριος. 6 ΚΑΝΕΝΑΣ άνθρωπος δεν θα πλησιάσει σε οποιονδήποτε συγγενή του κατά σάρκα, για να ξεσκεπάσει τη γυμνότητά του. Εγώ είμαι ο Κύριος. 7 Τη γυμνότητα του πατέρα σου ή τη γυμνότητα της μητέρας σου, δεν θα ξεσκεπάσεις· είναι η μητέρα σου· δεν θα ξεσκεπάσεις τη γυμνότητά της. 8 Τη γυμνότητα της γυναίκας του πατέρα σου δεν θα ξεσκεπάσεις· είναι η γυμνότητα του πατέρα σου. 9 Τη γυμνότητα της αδελφής σου, θυγατέρας τού πατέρα σου ή θυγατέρας τής μητέρας σου, γεννημένης στο σπίτι ή γεννημένης έξω, δεν θα ξεσκεπάσεις τη γυμνότητά τους. 10 Τη γυμνότητα της θυγατέρας τού γιου σου ή της θυγατέρας τής θυγατέρας σου, τη γυμνότητά τους δεν θα ξεσκεπάσεις· επειδή, η γυμνότητά τους είναι δική σου. 11 Τη γυμνότητα της θυγατέρας τής γυναίκας τού πατέρα σου, γεννημένη από τον πατέρα σου, που είναι αδελφή σου, δεν θα ξεσκεπάσεις τη γυμνότητά της. 12 Τη γυμνότητα της αδελφής τού πατέρα σου δεν θα την ξεσκεπάσεις· είναι στενή συγγενής τού πατέρα σου. 13 Τη γυμνότητα της αδελφής τής μητέρας σου δεν θα την ξεσκεπάσεις· επειδή, είναι στενή συγγενής τής μητέρας σου. 14 Τη γυμνότητα του αδελφού τού πατέρα σου δεν θα την ξεσκεπάσεις· στη γυναίκα του δεν θα πλησιάσεις· είναι θεία σου. 15 Τη γυμνότητα της νύφης σου δεν θα ξεσκεπάσεις· είναι γυναίκα τού γιου σου· δεν θα ξεσκεπάσεις τη γυμνότητά της. 16 Τη γυμνότητα της γυναίκας τού αδελφού σου δεν θα την ξεσκεπάσεις· είναι η γυμνότητα του αδελφού σου. 17 Τη γυμνότητα γυναίκας και της θυγατέρας της δεν θα την ξεσκεπάσεις ούτε θα πάρεις τη θυγατέρα τού γιου της ή τη θυγατέρα τής θυγατέρας της, για να ξεσκεπάσεις τη γυμνότητά της· είναι στενές συγγενείς της· είναι ασέβημα. 18 Και δεν θα πάρεις γυναίκα ως αντίζηλο προς την αδελφή της, ώστε να ξεσκεπάσεις τη γυμνότητά της, παράλληλα με την άλλη, ενόσω ζει. 19 Και δεν θα πλησιάσεις σε γυναίκα, στον καιρό του αποχωρισμού για την ακαθαρσία της, ώστε να ξεσκεπάσεις τη γυμνότητά της. 20 Και με τη γυναίκα τού πλησίον σου δεν θα συνευρεθείς, ώστε να μολυνθείς μαζί της. 21 Και δεν θα αφήσεις κάποιον από το σπέρμα σου να περάσει μέσα από τη φωτιά στον Μολόχ, και δεν θα βεβηλώσεις το όνομα του Θεού σου. Εγώ είμαι ο Κύριος. 22 Και με άρρενα δεν θα συνευρεθείς, όπως με γυναίκα· είναι βδέλυγμα. 23 Ούτε θα συνευρεθείς με οποιοδήποτε κτήνος, ώστε να μολυνθείς μαζί του· ούτε γυναίκα θα σταθεί μπροστά σε κτήνος, για να βατευτεί· είναι βέβηλο. 24 Μη μολύνεστε σε τίποτα απ' αυτά· επειδή, σε όλα αυτά μολύνθηκαν τα έθνη, που εγώ διώχνω από μπροστά σας. 25 Μολύνθηκε και η γη· γι' αυτό, ανταποδίδω την ανομία της επάνω της, και η γη θα ξεράσει τούς κατοίκους της. 26 Εσείς, λοιπόν, θα τηρήσετε τα προστάγματά μου, και τις κρίσεις μου, και δεν θα πράττετε τίποτα από όλα αυτά τα βδελύγματα, ο αυτόχθονας ή ο ξένος, που παροικεί μεταξύ σας· 27 (επειδή, όλα αυτά τα βδελύγματα έπραξαν οι άνθρωποι της γης, που ήσαν πριν από σας, και η γη μολύνθηκε)· 28 για να μη σας ξεράσει η γη, όταν τη μολύνετε, καθώς ξέράσε τα έθνη, που ήσαν πριν από σας. 29 Επειδή, οποιοσδήποτε πράξει κάτι από τα βδελύγματα αυτά, οι ψυχές που θα τα έπρατταν, θα εξολοθρευτούν από μέσα από τον λαό τους. 30 Γι' αυτό, θα τηρείτε τα προστάγματά μου, ώστε να μη πράξετε καμιά από τούτες τις βδελυρές συνήθειες, που διαπράχθηκαν πριν από σας, και να μη μολυνθείτε σ' αυτές. Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας.

Λευιτικό 19

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 2 Μίλησε σε ολόκληρη τη συναγωγή των γιων Ισραήλ, και πες τους: ΑΓΙΟΙ θα είστε· επειδή, άγιος είμαι εγώ, ο Κύριος ο Θεός σας. 3 Θα φοβάστε κάθε ένας τη μητέρα του, και τον πατέρα του· και θα τηρείτε τα σάββατά μου. Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας. 4 Μη στραφείτε σε είδωλα ούτε να κάνετε θεούς χωνευτούς για τον εαυτό σας. Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας. 5 Και όταν προσφέρετε θυσία ειρηνικής προσφοράς στον Κύριο, θα την προσφέρετε αυτοπροαίρετα. 6 Θα τρώγεται κατά την ημέρα που την προσφέρετε, και την επόμενη· και αν μείνει κάτι μέχρι την τρίτη ημέρα, θα κατακαεί με φωτιά. 7 Και αν ποτέ φαγωθεί την τρίτη ημέρα, είναι βδελυκτό· δεν θα είναι ευπρόσδεκτη. 8 Γι' αυτό, όποιος τη φάει, θα κρατήσει την ανομία του, επειδή βεβήλωσε τα άγια του Κυρίου· και η ψυχή αυτή θα εξολοθρευτεί από τον λαό της. 9 Και όταν θερίζετε τον θερισμό τής γης σας, δεν θα θερίσεις ολοκληρωτικά τα άκρα τού αγρού σου, και δεν θα μαζέψεις όσα πέφτουν από τον θερισμό σου. 10 Και το αμπέλι σου δεν θα το ξανατρυγήσεις ούτε θα μαζέψεις τις ρώγες τού αμπελιού σου· θα τις αφήσετε στον φτωχό και στον ξένο. Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας. 11 Δεν θα κλέβετε ούτε θα λέτε ψέματα ούτε θα απατήσετε κάθε ένας τον πλησίον του. 12 Και δεν θα ορκίζεστε στο όνομά μου ψευδώς, και δεν θα βεβηλώνεις το όνομα του Θεού σου. Εγώ είμαι ο Κύριος. 13 Δεν θα αδικήσεις τον πλησίον σου ούτε θα αρπάξεις· δεν θα διανυχτερεύσει ο μισθός τού μισθωτού σου μαζί σου μέχρι το πρωί. 14 Δεν θα κακολογήσεις τον κουφό, και μπροστά στον τυφλό δεν θα βάλεις πρόσκομμα, αλλά θα φοβηθείς τον Θεό σου. Εγώ είμαι ο Κύριος. 15 Δεν θα κάνετε αδικία σε κρίση· δεν θα αποβλέψεις σε πρόσωπο φτωχού ούτε θα σεβαστείς πρόσωπο δυνάστη· με δικαιοσύνη θα κρίνεις τον πλησίον σου. 16 Δεν θα περιφέρεσαι συκοφαντώντας ανάμεσα στον λαό σου· ούτε θα σηκωθείς ενάντια στο αίμα τού πλησίον σου. Εγώ είμαι ο Κύριος. 17 Δεν θα μισήσεις τον αδελφό σου στην καρδιά σου· θα ελέγξεις τον πλησίον σου ανοιχτά, και δεν θα ανεχθείς αμαρτία επάνω του. 18 Δεν θα εκδικείσαι ούτε θα μνησικακείς ενάντια στους γιους τού λαού σου· αλλά θα αγαπάς τον πλησίον σου, όπως τον εαυτό σου. Εγώ είμαι ο Κύριος. 19 Θα τηρείτε τα δικαιώματά μου· δεν θα κάνεις τα κτήνη σου να βατεύονται με ετεροειδή· στον αγρό σου δεν θα σπείρεις ετεροειδή σπέρματα· ούτε θα βάλεις επάνω σου σύμμικτο ένδυμα από ετεροειδή κλωστή. 20 Και αν κάποιος συνευρεθεί με γυναίκα, που είναι δούλη, αρραβωνιασμένη με άνδρα, και δεν είναι εξαγορασμένη ούτε δόθηκε σ' αυτή η ελευθερία, θα μαστιγωθούν· δεν θα φονευθούν, επειδή αυτή δεν ήταν ελεύθερη. 21 Κι αυτός θα φέρει την προσφορά του περί ανομίας στον Κύριο, στη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου, ένα κριάρι για προσφορά περί ανομίας. 22 Και ο ιερέας θα κάνει εξιλέωση γι' αυτόν διαμέσου του κριαριού τής προσφοράς περί ανομίας μπροστά στον Κύριο, για την αμαρτία του, που αμάρτησε· και θα συγχωρηθεί σ' αυτόν η αμαρτία του την οποία αμάρτησε. 23 Και όταν μπείτε μέσα στη γη, και φυτέψετε κάθε δέντρο για τροφή, τότε θα καθαρίζετε ολόγυρα τον καρπό του ως ακάθαρτον· τρία χρόνια θα είναι σε σας ακάθαρτος· δεν θα τρώγεται. 24 Και στον τέταρτο χρόνο ολόκληρος ο καρπός του θα είναι άγιος, σε δόξα τού Κυρίου. 25 Και στον πέμπτο χρόνο θα τρώτε τον καρπό του, για να πολλαπλασιαστεί σε σας το εισόδημά του. Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας. 26 Δεν θα τρώτε τίποτε μαζί με το αίμα του· ούτε θα χρησιμοποιείτε μαντείες ούτε θα προμαντεύετε καιρούς. 27 Δεν θα κουρεύετε την κόμη του κεφαλιού σας κυκλοειδώς ούτε θα φθείρετε τις άκρες από τα πηγούνια σας. 28 Δεν θα κάνετε εντομές στο σώμα σας για νεκρόν ούτε θα χαράξετε επάνω σας στικτά γράμματα. Εγώ είμαι ο Κύριος. 29 Δεν θα βεβηλώσεις τη θυγατέρα σου, κάνοντάς την πόρνη· μήπως ο τόπος πέσει σε πορνεία, και ο τόπος γεμίσει από ασέβεια. 30 Τα σάββατά μου θα τα τηρείτε, και θα σέβεστε το αγιαστήριό μου. Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας. 31 Δεν θα ακολουθείτε αυτούς που έχουν πνεύμα μαντείας ούτε θα προσκολληθείτε σε επαοιδούς, ώστε διαμέσου αυτών να μολύνεστε. Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας. 32 Θα σηκώνεσαι μπροστά στους ανθρώπους με άσπρα μαλλιά, και θα τιμάς το πρόσωπο του γέροντα, και θα φοβηθείς τον Θεό σου. Εγώ είμαι ο Κύριος. 33 Και αν κάποιος ξένος παροικεί μαζί σου στη γη σας, δεν θα τον θλίψετε· 34 ο ξένος, που παροικεί με σας, θα είναι σε σας όπως ο αυτόχθονας, και θα τον αγαπάς όπως τον εαυτό σου· επειδή, ξένοι σταθήκατε στη γη τής Αιγύπτου. Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας. 35 Δεν θα πράξετε αδικία, σε κρίση, σε μέτρα, σε σταθμά, και σε ζύγια· 36 ζύγια δίκαια, σταθμά δίκαια, εφά δίκαιο, και ιν δίκαιο, θα έχετε. Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας, που σας έβγαλα από τη γη τής Αιγύπτου, 37 θα τηρείτε, λοιπόν, όλα τα διατάγματά μου, και όλες τις κρίσεις μου, και θα τα κάνετε. Εγώ είμαι ο Κύριος.

Λευιτικό 20

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 2 Και στους γιους Ισραήλ θα πεις: Όποιος από τους γιους Ισραήλ ή από τους ξένους, που παροικούν στον Ισραήλ, δώσει από το σπέρμα του στον Μολόχ, θα θανατωθεί, οπωσδήποτε· ο λαός τού τόπου θα τον λιθοβολήσει με πέτρες. 3 Κι εγώ θα στήσω το πρόσωπό μου ενάντια στον άνθρωπο εκείνον, και θα τον εξολοθρεύσω μέσα από τον λαό του· επειδή, από το σπέρμα του έδωσε στον Μολόχ, για να μολύνει το αγιαστήριό μου, και να βεβηλώσει το όνομά μου το άγιο. 4 Και αν ο λαός τού τόπου παραβλέψει με τα μάτια του εκείνον τον άνθρωπο, όταν δίνει από το σπέρμα του στον Μολόχ, και δεν τον φονεύσει, 5 τότε, εγώ θα στήσω το πρόσωπό μου ενάντια στον άνθρωπο εκείνον, και ενάντια στη συγγένειά του· και θα εξολοθρεύσω από μέσα από τον λαό του αυτόν, και όλους εκείνους που τον ακολουθούν στην πορνεία, για να πορνεύουν πίσω από τον Μολόχ. 6 Και η ψυχή που θα ακολουθήσει αυτούς που έχουν πνεύμα μαντείας, και τους επαοιδούς, για να πορνεύει πίσω απ' αυτούς, θα στήσω το πρόσωπό μου ενάντια σ' εκείνη την ψυχή, και θα την εξολοθρεύσω από μέσα από τον λαό της. 7 Αγιαστείτε, λοιπόν, και γίνεστε άγιοι· επειδή, εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας. 8 Και θα τηρείτε τα διατάγματά μου, και θα τα εκτελείτε. Εγώ είμαι ο Κύριος, που σας αγιάζω. 9 Κάθε άνθρωπος, που θα κακολογήσει τον πατέρα του ή τη μητέρα του, θα θανατωθεί οπωσδήποτε· τον πατέρα του ή τη μητέρα του κακολόγησε· το αίμα του θα είναι επάνω του. 10 Και ο άνθρωπος, που θα μοιχεύσει τη γυναίκα κάποιου, πουθα μοιχεύσει τη γυναίκα τού πλησίον του, θα θανατωθεί οπωσδήποτε, αυτός που μοιχεύει κι εκείνη που μοιχεύεται. 11 Και ο άνθρωπος, που θα κοιμηθεί μαζί με τη γυναίκα τού πατέρα του, ξεσκέπασε τη γυμνότητα του πατέρα του· θα θανατωθούν οπωσδήποτε, και οι δύο· το αίμα τους θα είναι επάνω τους. 12 Και αν κάποιος κοιμηθεί με τη νύφη του, θα θανατώνονται οπωσδήποτε, και οι δύο· έπραξαν σύγχυση· το αίμα τους θα είναι επάνω τους. 13 Και αν κάποιος κοιμηθεί με άρρενα, όπως κοιμάται κανείς με γυναίκα, έπραξαν και οι δύο βδέλυγμα· θα θανατωθούν οπωσδήποτε· το αίμα τους θα είναι επάνω τους. 14 Και αν κάποιος πάρει μια γυναίκα και τη μητέρα της, είναι ανομία· θα καούν με φωτιά, αυτός κι αυτές, και δεν θα υπάρχει μεταξύ σας ανομία. 15 Και αν κάποιος συνουσιαστεί με κτήνος, θα θανατωθεί οπωσδήποτε· και θα φονεύσετε το κτήνος. 16 Και η γυναίκα, που θα πλησιάσει σε οποιοδήποτε κτήνος, για να βατευτεί, θα φονεύσεις τη γυναίκα και το κτήνος· θα θανατωθούν και οι δύο· το αίμα τους θα είναι επάνω τους. 17 Και αν κάποιος πάρει την αδελφή του, τη θυγατέρα τού πατέρα του ή τη θυγατέρα τής μητέρας του, και δει τη γυμνότητά της, κι αυτή δει τη γυμνότητα εκείνου, είναι αισχρό· και θα εξολοθρευτούν μέσα από τον λαό τους· τη γυμνότητα της αδελφής του ξεσκέπασε· θα κρατήσει την ανομία του. 18 Και ο άνθρωπος, που θα κοιμηθεί μαζί με γυναίκα, που έχει τα γυναικεία της, και ξεσκεπάσει τη γυμνότητά της, αυτός ξεσκέπασε την πηγή της, κι αυτή αποκάλυψε την πηγή του αίματός της· γι' αυτό, θα εξολοθρευτούν και οι δύο μέσα από τον λαό τους. 19 Και τη γυμνότητα της αδελφής τής μητέρας σου ή της αδελφής τού πατέρα σου, δεν θα αποκαλύψεις· επειδή, αποκαλύπτει τη στενή συγγενή του· θα σηκώσουν την ανομία τους. 20 Και αν κάποιος κοιμηθεί μαζί με τη θεία του, ξεσκέπασε τη γυμνότητα του θείου του· θα κρατήσουν την αμαρτία τους· άτεκνοι θα πεθάνουν. 21 Και αν κάποιος πάρει τη γυναίκα τού αδελφού του, είναι ακαθαρσία· ξεσκέπασε τη γυμνότητα του αδελφού του· θα μείνουν άτεκνοι. 22 Θα τηρείτε, λοιπόν, όλα τα διατάγματά μου, και όλες τις κρίσεις μου, και θα τα πράττετε· για να μη σας ξεράσει η γη, όπου εγώ σας φέρνω να για κατοικήσετε σ' αυτή. 23 Και δεν θα περπατάτε σύμφωνα με τις συνήθειες των εθνών, που εγώ διώχνω από μπροστά σας· επειδή έπραξαν όλα αυτά, και γι' αυτό τούς αηδίασα. 24 Και είπα σε σας: Εσείς θα κληρονομήσετε τη γη τους, κι εγώ θα τη δώσω σε σας για ιδιοκτησία, γη που ρέει γάλα και μέλι. Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας, που σας αποχώρισα από τους λαούς. 25 Γι' αυτό, θα αποχωρίσετε τα κτήνη τα καθαρά από τα ακάθαρτα, και τα ακάθαρτα πουλιά από τα καθαρά· και δεν θα μολύνετε τις ψυχές σας με τα κτήνη ή με τα πτηνά ή με κάθε τι που σέρνεται επάνω στη γη, που εγώ σας αποχώρισα ως ακάθαρτα. 26 Και θα είστε άγιοι σε μένα· επειδή, άγιος είμαι εγώ, ο Κύριος, και σας αποχώρισα από τους λαούς, για να είστε δικοί μου. 27 Και κάθε άνδρας ή γυναίκα που έχει πνεύμα μαντείας ή είναι επαοιδός, θα θανατωθεί εξάπαντος· με πέτρες θα τους λιθοβολήσετε· το αίμα τους θα είναι επάνω τους.

Λευιτικό 21

1 ΚΑΙ ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Μίλησε στους ιερείς, τους γιους τού Ααρών, και πες τους: Κανένας δεν θα μολυνθεί ανάμεσα σ' αυτόν τον λαό, εξαιτίας νεκρού· 2 παρά μόνον για τον συγγενή του, τον πλησιέστερο, για τη μητέρα του, και για τον πατέρα του, και για τον γιο του, και για τη θυγατέρα του, και για τον αδελφό του, 3 και για την αδελφή του, που είναι παρθένα, την πιο κοντινή σ' αυτόν, που δεν πήρε άνδρα· γι' αυτή μπορεί να μολυνθεί. 4 Δεν θα μολυνθεί όταν είναι αρχηγός τού λαού του, ώστε να βεβηλώσει τον εαυτό του. 5 Δεν θα φαλακρώσουν το κεφάλι τους ούτε θα ξυρίσουν τα πλάγια στα πηγούνια τους ούτε θα κάνουν εντομές επάνω στις σάρκες τους. 6 Άγιοι θα είναι στον Θεό τους, και δεν θα βεβηλώνουν το όνομα του Θεού τους· επειδή, τις προσφορές τού Κυρίου, που γίνονται με φωτιά, το ψωμί τού Θεού τους, προσφέρουν· γι' αυτό, θα είναι άγιοι. 7 Δεν θα πάρουν γυναίκα πόρνη και βεβηλωμένη ούτε θα πάρουν γυναίκα απόβλητη από τον άνδρα της· επειδή, ο ιερέας είναι άγιος στον Θεό του. 8 Θα τον αγιάσεις, λοιπόν· επειδή, αυτός προσφέρει το ψωμί τού Θεού σου· θα είναι άγιος σε σένα· επειδή, άγιος είμαι εγώ ο Κύριος, που σας αγιάζω. 9 Και η θυγατέρα κάποιου ιερέα, αν βεβηλωθεί με πορνεία, αυτή βεβηλώνει τον πατέρα της· θα κατακαεί με φωτιά. 10 Και ο μεγάλος ιερέας ανάμεσα στα αδέλφια του, επάνω στο κεφάλι του οποίου χύθηκε το λάδι τού χρίσματος, και ο οποίος καθιερώθηκε για να ντύνεται τις ιερές στολές, δεν θα ξεσκεπάσει το κεφάλι του ούτε θα ξεσχίσει τα ιμάτιά του· 11 και δεν θα μπει μέσα σε κανένα νεκρό σώμα, δεν θα μολυνθεί, ούτε για τον πατέρα του ούτε για τη μητέρα του. 12 Και από το αγιαστήριο δεν θα βγει έξω θα βεβηλώσει το αγιαστήριο του Θεού του· επειδή, το άγιο λάδι του χρίσματος του Θεού του είναι επάνω του. Εγώ είμαι ο Κύριος. 13 Κι αυτός θα πάρει γυναίκα παρθένα· 14 χήρα ή απόβλητη ή βέβηλη ή πόρνη αυτές δεν θα τις πάρει· αλλά, παρθένα από τον λαό του θα πάρει για γυναίκα. 15 Και δεν θα βεβηλώσει το σπέρμα του ανάμεσα στον λαό του· επειδή, εγώ είμαι ο Κύριος, που τον αγιάζω. 16 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 17 Πες στον Ααρών, αυτά τα λόγια: Όποιος από το σπέρμα σου, στις γενεές τους, έχει ψεγάδι, ας μη πλησιάσει για να προσφέρει το ψωμί τού Θεού του· 18 επειδή, καθένας που έχει ψεγάδι, δεν θα πλησιάσει· άνθρωπος τυφλός ή χωλός ή με ατροφική μύτη ή έχοντας κάτι περιττό 19 ή άνθρωπος που έχει σπάσιμο στο πόδι ή σπάσιμο στο χέρι 20 ή είναι κυρτός ή πολύ ισχνός ή όποιος έχει βλαμμένα τα μάτια ή έχει ξερή ψώρα ή λειχήνα ή είναι με σπασμένους όρχεις· 21 κανένας άνθρωπος από το σπέρμα τού Ααρών του ιερέα, που έχει ψεγάδι, δεν θα πλησιάσει για να προσφέρει τις προσφορές στον Κύριο, που γίνονται με φωτιά· έχει ψεγάδι· δεν θα πλησιάσει να προσφέρει το ψωμί τού Θεού του. 22 Θα τρώει το ψωμί τού Θεού του, από τα αγιότατα, και από τα άγια. 23 Όμως, μέσα στο καταπέτασμα δεν θα μπαίνει ούτε στο θυσιαστήριο θα πλησιάζει, επειδή έχει ψεγάδι· για να μη βεβηλώσει το αγιαστήριό μου· επειδή, εγώ είμαι ο Κύριος, που τους αγιάζω. 24 ΚΑΙ ο Μωυσής τα είπε αυτά στον Ααρών, και στους γιους του, και σε όλους τούς γιους Ισραήλ.

Λευιτικό 22

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 2 Πες στον Ααρών και στους γιους του, να απέχουν από τα άγια των γιων Ισραήλ, και να μη βεβηλώνουν το άγιό μου όνομα, σε όσα αγιάζουν σε μένα. Εγώ είμαι ο Κύριος. 3 Πες τους: Κάθε άνθρωπος από όλο το σπέρμα σας, στις γενεές σας, που θα πλησιάσει τα άγια, τα οποία οι γιοι τού Ισραήλ αγιάζουν στον Κύριο, έχοντας την ακαθαρσία του επάνω του, η ψυχή εκείνη θα εξολοθρευτεί από μπροστά μου. Εγώ είμαι ο Κύριος. 4 Όποιος από το σπέρμα τού Ααρών είναι λεπρός ή έχει ρεύση, δεν θα τρώει από τα άγια, μέχρις ότου καθαριστεί. Και όποιος αγγίξει οτιδήποτε ακάθαρτο από νεκρό ή άνθρωπο, από τον οποίο έγινε ρεύση σπέρματος, 5 ή όποιος αγγίξει οποιοδήποτε ερπετό, από το οποίο μπορεί να μολυνθεί, ή άνθρωπο, από τον οποίο μπορεί να μολυνθεί, οποιαδήποτε είναι η ακαθαρσία του· 6 η ψυχή που θα τα αγγίξει, θα είναι ακάθαρτη μέχρι την εσπέρα· και δεν θα φάει από τα άγια, αν δεν λούσει το σώμα του με νερό. 7 Και αφού δύσει ο ήλιος, θα είναι καθαρός, και έπειτα θα φάει από τα άγια· επειδή, είναι η τροφή του. 8 Ψοφίμι ή σπαραγμένο από θηρίο, δεν θα φάει, ώστε να μολυνθεί μ' αυτά. Εγώ είμαι ο Κύριος. 9 Γι' αυτό, θα τηρούν τα διατάγματά μου, για να μη κρατήσουν απ' αυτό αμαρτία, και πεθάνουν γι' αυτό, αν τα βεβηλώσουν. Εγώ είμαι ο Κύριος, που τους αγιάζω. 10 Και κανένας αλλογενής δεν θα φάει από τα άγια· συγκάτοικος του ιερέα ή μισθωτός, δεν θα φάει από τα άγια. 11 Αλλά, αν ο ιερέας αγοράσει μια ψυχή με το ασήμι του, αυτός θα τρώει απ' αυτά, καθώς κι εκείνος που γεννήθηκε στο σπίτι του· αυτοί θα τρώνε από το ψωμί του. 12 Και η θυγατέρα τού ιερέα, αν είναι παντρεμένη με ξένον άνδρα, αυτή δεν θα τρώει από τα άγια των προσφορών. 13 Αλλά, αν η θυγατέρα τού ιερέα χηρέψει ή αποβληθεί, και δεν έχει παιδί, και επιστρέψει στο πατρικό της σπίτι, καθώς βρισκόταν στη νιότη της, θα τρώει από το ψωμί τού πατέρα της· κανένας, όμως, ξένος δεν θα φάει απ' αυτό. 14 Και αν κάποιος άνθρωπος φάει από τα άγια, από άγνοια, τότε θα προσθέσει σε τούτο το ένα πέμπτο απ' αυτό, και θα αποδώσει το άγιο στον ιερέα. 15 Και δεν θα βεβηλώσουν τα άγια των γιων Ισραήλ, που προσφέρουν στον Κύριο, 16 και δεν θα αναλάβουν επάνω τους ανομία παράβασης, τρώγοντας τα άγιά τους· επειδή, εγώ είμαι ο Κύριος, που τους αγιάζω. 17 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 18 Μίλησε στον Ααρών, και στους γιους του, και σε όλους τους γιους Ισραήλ, και πες τους: Κάθε άνθρωπος από τον οίκο Ισραήλ ή από τους ξένους, εκείνους που είναι στον Ισραήλ, που προσφέρει το δώρο του, σε όλες τις ευχές τους ή σε όλες τις αυτοπροαίρετες προσφορές τους, που προσφέρουν στον Κύριο για ολοκαύτωμα, 19 για να είστε δεκτοί, θα προσφέρετε ένα αρσενικό χωρίς ψεγάδι, από τα βόδια, από τα πρόβατα ή από τα κατσίκια. 20 Καθένα που έχει ψεγάδι, δεν θα το προσφέρετε· επειδή, δεν θα είναι δεκτό για σας. 21 Και όποιος προσφέρει θυσία ειρηνικής προσφοράς στον Κύριο, για να εκπληρώσει μια ευχή, ή αυτοπροαίρετη προσφορά, από τα βόδια ή από τα πρόβατα, θα είναι χωρίς ψεγάδι, για να είναι δεκτό· κανένα ψεγάδι δεν θα υπάρχει σ' αυτό. 22 Τυφλό ή συντριμμένο ή κολοβό ή κάποιο που έχει εξόγκωμα ή ξερή ψώρα ή λειχήνες, αυτά δεν θα τα προσφέρετε στον Κύριο, ούτε θα κάνετε απ' αυτά προσφορά με φωτιά στον Κύριο επάνω στο θυσιαστήριο. 23 Και μοσχάρι ή πρόβατο, που έχει κάτι περιττό ή είναι κολοβό, μπορείς να το προσφέρεις για αυτοπροαίρετη προσφορά· για ευχή, όμως, δεν θα είναι δεκτό. 24 Σπασμένη ή συμπιεσμένον ή σχισμένη ή ευνουχισμένον, δεν θα προσφέρετε στον Κύριο· ούτε θα το κάνετε αυτό στη γη σας. 25 Ούτε θα προσφέρετε τον άρτο τού Θεού σας, από όλα αυτά, από χέρι αλλογενούς· επειδή, η διαφθορά τους είναι μέσα τους· υπάρχει μέσα τους ψεγάδι· δεν θα είναι δεκτά για σας. 26 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 27 Όταν γεννηθεί μοσχάρι ή αρνί ή κατσίκι, τότε θα είναι κάτω από τη μητέρα του επτά ημέρες· από την όγδοη ημέρα και ύστερα θα είναι δεκτό, σε θυσία που γίνεται με φωτιά στον Κύριο. 28 Και δεν θα σφάξετε δάμαλη ή πρόβατο, αυτό και το παιδί του, σε μια ημέρα. 29 Και όταν προσφέρετε θυσία ευχαριστίας στον Κύριο, θα την προσφέρετε αυτοπροαίρετα. 30 Θα φαγωθεί την ίδια ημέρα· δεν θα αφήσετε απ' αυτή μέχρι το πρωί. Εγώ είμαι ο Κύριος. 31 Θα τηρείτε, λοιπόν, τις εντολές μου, και θα τις εκτελείτε. Εγώ είμαι ο Κύριος. 32 Και δεν θα βεβηλώνετε το άγιο όνομά μου· αλλά, θα αγιάζομαι ανάμεσα στους γιους Ισραήλ. Εγώ είμαι ο Κύριος, που σας αγιάζω· 33 ο οποίος σας έβγαλα από τη γη τής Αιγύπτου, για να είμαι Θεός σας. Εγώ είμαι ο Κύριος.

Λευιτικό 23

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 2 Μίλησε στους γιους Ισραήλ, και πες τους, οι γιορτές τού Κυρίου που θα ανακηρύξετε άγιες συγκεντρώσεις, αυτές είναι οι γιορτές μου. 3 Έξι ημέρες θα κάνεις εργασία, την έβδομη ημέρα, όμως, είναι σάββατο ανάπαυσης, άγια συγκέντρωση· δεν θα κάνετε καμιά εργασία· είναι σάββατο του Κυρίου σε όλες τις κατοικίες σας. 4 Αυτές είναι οι γιορτές του Κυρίου, άγιες συγκεντρώσεις, που θα ανακηρύξετε στις εποχές τους. 5 Τον πρώτο μήνα, τη 14η του μήνα, στο δειλινό, είναι το Πάσχα τού Κυρίου. 6 και τη 15η ημέρα τού ίδιου μήνα, είναι η γιορτή των αζύμων στον Κύριο· επτά ημέρες θα τρώτε άζυμα. 7 Στην πρώτη ημέρα θα είναι σε σας άγια συγκέντρωση· δεν θα κάνετε κανένα δουλευτικό έργο. 8 Και θα προσφέρετε προσφορά, που γίνεται με φωτιά στον Κύριο, επτά ημέρες· στην έβδομη ημέρα είναι άγια συγκάλεση· δεν θα κάνετε κανένα δουλευτικό έργο. 9 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 10 Μίλησε στους γιους Ισραήλ, και πες τους: Όταν μπείτε μέσα στη γη, που εγώ σας δίνω, και θερίσετε τον θερισμό της, τότε θα φέρετε ένα χειρόβολο από τις απαρχές τού θερισμού σας στον ιερέα· 11 και θα κινήσει το χειρόβολο μπροστά στον Κύριο, για να γίνει δεκτό για σας· την επόμενη του σαββάτου θα το κινήσει ο ιερέας. 12 Κι εκείνη την ημέρα, κατά την οποία θα κινήσετε το χειρόβολο, θα προσφέρετε ένα χρονιάρικο αρνί, χωρίς ψεγάδι, για ολοκαύτωμα στον Κύριο· 13 και την προσφορά του από άλφιτα, δύο δέκατα σιμιγδάλι ζυμωμένο με λάδι, σε προσφορά που γίνεται με φωτιά στον Κύριο, σε οσμή ευωδίας· και τη σπονδή του, το ένα τέταρτο του ιν κρασί. 14 Και ψωμί ή σιτάρι ψημένο ή στάχυα, δεν θα φάτε, μέχρι αυτή την ίδια ημέρα, στην οποία προσφέρετε το δώρο του Θεού σας· θα είναι αιώνιος θεσμός στις γενεές σας σε όλες τις κατοικίες σας. 15 Και θα μετρήσετε μόνοι σας από την επόμενη του σαββάτου, από την ημέρα που προσφέρετε το χειρόβολο της κινητής προσφοράς, επτά ολόκληρες εβδομάδες· 16 μέχρι την επόμενη του έβδομου σαββάτου θα μετρήσετε 50 ημέρες, και θα προσφέρετε νέα προσφορά από άλφιτα στον Κύριο. 17 Από τις κατοικίες σας θα φέρετε σε κινητή προσφορά δύο ψωμιά· θα είναι δύο δέκατα σιμιγδάλι· ένζυμα θα ψηθούν· είναι πρωτογεννήματα στον Κύριο. 18 Και θα προσφέρετε μαζί με το ψωμί επτά αρνιά χωρίς ψεγάδι, χρονιάρικα, και ένα μοσχάρι από βόδια, και δύο κριάρια· θα είναι ολοκαύτωμα στον Κύριο, μαζί με την προσφορά τους από άλφιτα, και με τις σπονδές τους, προσφορά που γίνεται με φωτιά σε οσμή ευωδίας στον Κύριο. 19 Και θα προσφέρετε έναν τράγο από κατσίκια σε προσφορά περί αμαρτίας, και δύο αρνιά χρονιάρικα σε θυσία ειρηνικής προσφοράς. 20 Και ο ιερέας θα τα κινήσει μαζί με το ψωμί των πρωτογεννημάτων, σε κινητή προσφορά μπροστά στον Κύριο, μαζί με τα δύο αρνιά· άγια θα είναι στον Κύριο για τον ιερέα. 21 Και θα κηρύξετε την ίδια εκείνη ημέρα άγια συγκέντρωση για σας· κανένα δουλευτικό έργο δεν θα κάνετε· θα είναι αιώνιος θεσμός σε όλες τις κατοικίες σας, στις γενεές σας. 22 Και όταν θερίζετε τον θερισμό τής γης σας, δεν θα θερίσεις ολοκληρωτικά τα άκρα τού χωραφιού σου, και δεν θα μαζέψεις όσα πέφτουν από τον θερισμό σου· θα τα αφήσεις στον φτωχό και τον ξένο. Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας. 23 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 24 Μίλησε στους γιους Ισραήλ, τούτα τα λόγια: Τον έβδομο μήνα, την πρώτη ημέρα του μήνα, θα είναι για σας σάββατο, ανάμνηση με αλαλαγμό σαλπίγγων, άγια συγκέντρωση. 25 Δεν θα κάνετε κανένα δουλευτικό έργο· και θα προσφέρετε προσφορά, που γίνεται με φωτιά στον Κύριο. 26 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 27 Και τη δέκατη ημέρα αυτού του έβδομου μήνα θα είναι ημέρα εξιλασμού· άγια συγκέντρωση θα είναι σε σας· και θα ταπεινώσετε τις ψυχές σας, και θα προσφέρετε προσφορά που γίνεται με φωτιά στον Κύριο. 28 Και δεν θα κάνετε καμιά εργασία σ' αυτή την ίδια ημέρα· για τον λόγο ότι, είναι ημέρα εξιλασμού, για να γίνει εξιλέωση για σας μπροστά στον Κύριο τον Θεό σας. 29 Επειδή, κάθε ψυχή, που δεν θα ταπεινωθεί σ' αυτή την ίδια ημέρα, θα εξολοθρευτεί από τον λαό της. 30 Και κάθε ψυχή, που θα κάνει οποιαδήποτε εργασία σ' αυτή την ίδια ημέρα, θα εξολοθρεύσω την ψυχή εκείνη από μέσα από τον λαό της. 31 Δεν θα κάνετε καμιά εργασία· θα είναι αιώνιος θεσμός στις γενεές σας, σε όλες τις κατοικίες σας. 32 Θα είναι σάββατο ανάπαυσης για σας, και θα ταπεινώσετε τις ψυχές σας, την ένατη ημέρα τού μήνα, την εσπέρα· από εσπέρα μέχρι εσπέρα θα γιορτάσετε το σάββατό σας. 33 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 34 Μίλησε στους γιους Ισραήλ τούτα τα λόγια, Τη 15η ημέρα τού έβδομου αυτού μήνα θα είναι η γιορτή των σκηνών επτά ημέρες στον Κύριο. 35 Την πρώτη ημέρα θα είναι άγια συγκέντρωση· δεν θα κάνετε κανένα δουλευτικό έργο. 36 Επτά ημέρες θα προσφέρετε προσφορά, που γίνεται με φωτιά στον Κύριο· την όγδοη ημέρα θα είναι σε σας άγια συγκέντρωση, και θα προσφέρετε προσφορά, που γίνεται με φωτιά στον Κύριο· είναι επίσημη σύναξη· δεν θα κάνετε κανένα δουλευτικό έργο. 37 ΑΥΤΕΣ είναι οι γιορτές τού Κυρίου, που θα ανακηρύξετε άγιες συγκεντρώσεις, για να προσφέρετε προσφορά, που γίνεται με φωτιά στον Κύριο, ολοκαύτωμα, και προσφορά από άλφιτα, θυσία και σπονδές, το διορισμένο για κάθε φορά στην ημέρα του· 38 εκτός από τα σάββατα του Κυρίου, κι εκτός από τα δώρα σας, κι εκτός από όλες τις ευχές σας, κι εκτός από όλες τις αυτοπροαίρετες προσφορές σας, που δίνετε στον Κύριο. 39 Και τη 15η ημέρα τού έβδομου μήνα, αφού συγκεντρώσετε τα γεννήματα της γης, θα γιορτάσετε τη γιορτή τού Κυρίου επτά ημέρες· την πσρώτη ημέρα θα είναι ανάπαυση, και την όγδοη ημέρα ανάπαυση. 40 Και την πρώτη ημέρα θα πάρετε για τον εαυτό σας καρπό από ένα ωραίο δέντρο, κλαδιά φοινίκων, και κλαδιά δέντρων πυκνών, και ιτιές από χείμαρρο· και θα ευφρανθείτε μπροστά στον Κύριο τον Θεό σας επτά ημέρες. 41 Και θα γιορτάζετε αυτή τη γιορτή στον Κύριο επτά ημέρες τον χρόνο· αιώνιος θεσμός θα είναι στις γενεές σας· τον έβδομο μήνα θα τη γιορτάζετε. 42 Επτά ημέρες θα κατοικείτε σε σκηνές· όλοι οι αυτόχθονες Ισραηλίτες θα κατοικούν σε σκηνές· 43 για να γνωρίσουν οι γενεές σας, ότι σε σκηνές έβαλα τους γιους Ισραήλ να κατοικήσουν, όταν τους έβγαλα από τη γη τής Αιγύπτου· εγώ ο Κύριος ο Θεός σας. 44 ΚΑΙ ο Μωυσής φανέρωσε τις γιορτές τού Κυρίου στους γιους Ισραήλ.

Λευιτικό 24

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 2 Πρόσταξε τους γιους Ισραήλ να σου φέρουν καθαρό λάδι από κοπανισμένες ελιές, για το φως, ώστε η λυχνία να καίει παντοτινά. 3 Απέξω από το καταπέτασμα του μαρτυρίου, μέσα στη σκηνή τού μαρτυρίου, θα τη βάλει ο Ααρών από την εσπέρα μέχρι το πρωί, μπροστά στον Κύριο, παντοτινά· θα είναι αιώνιος θεσμός στις γενεές σας. 4 Επάνω στην καθαρή λυχνία θα παραθέσει τα λυχνάρια μπροστά στον Κύριο, πάντοτε. 5 Και θα πάρεις σιμιγδάλι και θα ψήσεις απ' αυτό 12 ψωμιά· κάθε ψωμί θα είναι δύο δέκατα. 6 Και θα τα βάλεις σε δύο σειρές, έξι σε κάθε σειρά, επάνω στο καθαρό τραπέζι, μπροστά στον Κύριο. 7 Και θα βάλεις επάνω σε κάθε σειρά καθαρό λιβάνι, και θα είναι επάνω στο ψωμί σε ανάμνηση, σε προσφορά που γίνεται με φωτιά στον Κύριο. 8 Κάθε ημέρα σαββάτου θα τα παραθέσει παντοτινά μπροστά στον Κύριο, από τους γιους Ισραήλ, σε μια αιώνια διαθήκη. 9 Και θα είναι του Ααρών και των γιων του· και θα τα τρώνε σε άγιον τόπο· επειδή, είναι σ' αυτόν αγιότατα, από τις προσφορές τού Κυρίου που γίνονται με φωτιά, σε αιώνιον θεσμό. 10 ΚΑΙ βγήκε ο γιος κάποιας γυναίκας Ισραηλίτισσας, που ήταν γιος ενός άνδρα Αιγυπτίου, ανάμεσα στους γιους Ισραήλ· και μάχονταν στο στρατόπεδο, ο γιος τής Ισραηλίτισσας και κάποιος άνθρωπος Ισραηλίτης. 11 Και ο γιος τής γυναίκας τής Ισραηλίτισσας βλασφήμησε το όνομα του Κυρίου, και καταράστηκε· και τον έφεραν στον Μωυσή· (και το όνομα της μητέρας του ήταν Σελωμείθ, θυγατέρα τού Διβρεί, από τη φυλή τού Δαν)· 12 και τον έβαλαν σε φυλακή, μέχρις ότου φανερωθεί σ' αυτούς το θέλημα του Κυρίου. 13 Και ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 14 Φέρε έξω από το στρατόπεδο εκείνον που καταράστηκε· και όλοι εκείνοι που τον άκουσαν ας βάλουν τα χέρια τους επάνω στο κεφάλι του, και ας τον λιθοβολήσει ολόκληρη η συναγωγή. 15 Και μίλησε στους γιους Ισραήλ, λέγοντας: Όποιος καταραστεί τον Θεό του, θα βαστάξει την ανομία του· 16 και όποιος βλασφημήσει το όνομα του Κυρίου, θα θανατωθεί οπωσδήποτε· ολόκληρη η συναγωγή θα τον λιθοβολήσει με πέτρες· είτε ξένος είτε αυτόχθονας, όταν βλασφημήσει το όνομα του Κυρίου, θα θανατωθεί. 17 Και όποιος φονεύσει άνθρωπο, θα θανατωθεί οπωσδήποτε. 18 Και όποιος φονεύσει κτήνος, θα ανταποδώσει ζώο αντί για ζώο. 19 Και αν κάποιος προξενήσει βλάβη στον πλησίον του, όπως έπραξε, έτσι θα γίνει σ' αυτόν· 20 σύντριμμα αντί για σύντριμμα, μάτι αντί για μάτι, δόντι αντί για δόντι, όπως έκανε βλάβη στον άνθρωπο, έτσι θα γίνει σ' αυτόν. 21 Και όποιος θανατώσει κτήνος, θα το ανταποδώσει· και όποιος φονεύσει άνθρωπο, θα θανατωθεί. 22 Ενιαία κρίση θα υπάρχει σε σας· όπως στον ξένο, έτσι θα γίνεται και στον αυτόχθονα· επειδή, εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας. 23 ΚΑΙ ο Μωυσής είπε στους γιους Ισραήλ, και έφεραν έξω από το στρατόπεδο εκείνον που καταράστηκε, και τον λιθοβόλησαν με πέτρες· και οι γιοι Ισραήλ έκαναν όπως ο Κύριος πρόσταξε στον Μωυσή.

Λευιτικό 25

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή στο όρος Σινά, λέγοντας: 2 Μίλησε στους γιους Ισραήλ, και πες τους: Όταν μπείτε μέσα στη γη, που εγώ σας δίνω, τότε η γη θα φυλάξει σάββατο στον Κύριο. 3 Έξι χρόνια θα σπείρεις το χωράφι σου, και έξι χρόνια θα κλαδεύεις την άμπελό σου, και θα μαζεύεις τον καρπό της· 4 και ο έβδομος χρόνος θα είναι σάββατο ανάπαυσης στη γη, σάββατο για τον Κύριο· δεν θα σπείρεις το χωράφι σου, και δεν θα κλαδέψεις την άμπελό σου. 5 Δεν θα θερίσεις τον θερισμό σου, που βλαστάνει από μόνος του, και τα σταφύλια της ακλάδευτης αμπέλου σου δεν θα τα τρυγήσεις· θα είναι χρόνος ανάπαυσης στη γη. 6 Και το σάββατο της γης θα είναι τροφή σε σας· σε σένα, και στον δούλο σου, και στη δούλη σου, και στον μισθωτό σου, και στον ξένο, που παροικεί μαζί σου. 7 Και στα κτήνη σου, και στα ζώα που είναι στη γη σου, θα είναι ολόκληρο το προϊόν του για τροφή. 8 Και θα αριθμήσεις στον εαυτό σου επτά εβδομάδες χρόνων, επτά φορές επτά χρόνια· και οι ημέρες των επτά εβδομάδων των χρόνων θα είναι σε σένα 49 χρόνια. 9 Τότε, θα κάνεις να ηχήσει ο αλαλαγμός τής σάλπιγγας τη δέκατη ημέρα τού έβδομου μήνα· την ημέρα τού εξιλασμού θα κάνετε να ηχήσει η σάλπιγγα σε ολόκληρη τη γη σας. 10 Και θα αγιάσετε τον 50ό χρόνο, και θα διακηρύξετε άφεση στη γη προς όλους τους κατοίκους της· αυτός θα είναι χρόνος άφεσης σε σας· και θα επιστρέψει κάθε ένας στο κτήμα του, και θα επιστρέψει κάθε ένας στην οικογένειά του. 11 Χρόνος άφεσης θα είναι σε σας ο 50ός χρόνος· δεν θα σπείρετε ούτε θα θερίσετε εκείνο που από μόνο του βλαστάνει σ' αυτό, και δεν θα τρυγήσετε την ακλάδευτη άμπελό του· 12 επειδή, είναι χρόνος άφεσης· θα είναι σε σας άγιος· από την πεδιάδα θα τρώτε το προϊόν της. 13 Σε τούτο τον χρόνο τής άφεσης, θα επιστρέψετε κάθε ένας στο κτήμα του. 14 Και αν πουλήσεις κάτι στον πλησίον σου ή αγοράσεις από τον πλησίον σου, κανένας από σας δεν θα δυναστεύσει τον αδελφό του. 15 Σύμφωνα με τον αριθμό των χρόνων μετά από την άφεση θα αγοράσεις από τον πλησίον σου, και σύμφωνα με τον αριθμό των χρόνων των γεννημάτων θα σου πουλήσει. 16 Σύμφωνα με το πλήθος των χρόνων θα αυξήσεις την τιμή του, και σύμφωνα με τον μικρό αριθμό των χρόνων θα ελαττώσεις την τιμή του· επειδή, σύμφωνα με τον αριθμό των χρόνων των γεννημάτων θα σου πουλήσει. 17 Και δεν θα δυναστεύσετε κάθε ένας τον πλησίον του, αλλά θα φοβηθείς τον Θεό σου· επειδή, εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας. 18 Και θα κάνετε τα προστάγματά μου, και τις κρίσεις μου θα τηρείτε, και θα τα εκτελείτε· και θα κατοικείτε επάνω στη γη με ασφάλεια. 19 Και η γη θα δίνει τους καρπούς της, και θα τρώτε σε χορτασμό, και θα κατοικείτε επάνω σ' αυτή με ασφάλεια. 20 Και αν πείτε, τι θα φάμε τον έβδομο χρόνο, αν εμείς δεν σπείρουμε μήτε συγκεντρώσουμε τα γεννήματά μας; 21 Τότε, θα προστάξω την ευλογία μου νάρθει επάνω σας τον έκτο χρόνο, και θα κάνει τα γεννήματά της για τρία χρόνια. 22 Και θα σπείρετε τον όγδοο χρόνο, και θα τρώτε από τα παλιά σας γεννήματα, μέχρι τον 9ο χρόνο· μέχρις ότου έρθουν τα γεννήματά της, θα τρώτε τα παλιά. 23 ΚΑΙ η γη δεν θα πουλιέται σε απαλλοτρίωση· επειδή, δική μου είναι η γη· για τον λόγο ότι, εσείς είστε ξένοι και πάροικοι μπροστά μου. 24 Γι' αυτό, σε ολόκληρη τη γη τής ιδιοκτησίας σας, θα επιτρέπετε την εξαγορά τής γης. 25 Αν φτωχύνει ο αδελφός σου, και πουλήσει κάποια από τα κτήματά του, και έρθει ο πλησιέστερος συγγενής του, για να τα εξαγοράσει, τότε θα εξαγοράσει ό,τι πούλησε ο αδελφός του. 26 Και αν ο άνθρωπος δεν έχει συγγενή για να τα εξαγοράσει, και ευπόρησε και βρήκε αρκετά χρήματα για να τα εξαγοράσει, 27 τότε ας μετρήσει τα χρόνια τής πώλησής του, και ας αποδώσει το επιπλέον στον άνθρωπο, στον οποίο τα πούλησε, και ας επιστρέψει στα κτήματά του. 28 Αλλά, αν δεν είναι ικανός, ώστε να δώσει σ' αυτόν την αξία, τότε το πουλημένο θα μένει στο χέρι εκείνου που το αγόρασε, μέχρι τον χρόνο τής άφεσης· και θα απελευθερωθεί στην άφεση, και θα επιστρέψει στα κτήματά του. 29 Και αν κάποιος πουλήσει ένα κατοικήσιμο σπίτι σε περιτειχισμένη πόλη, τότε μπορεί να το εξαγοράσει μέσα σε έναν χρόνο από την πώλησή του· μέσα σε έναν ολόκληρο χρόνο μπορεί να το εξαγοράσει. 30 Αλλά αν δεν εξαγοραστεί μέχρις ότου συμπληρωθεί σ' αυτό ολόκληρος ο χρόνος, τότε το σπίτι, που είναι σε περιτειχισμένη πόλη, θα επικυρωθεί για πάντα σ' εκείνον που το αγόρασε, στις γενεές του· δεν θα απελευθερωθεί στην άφεση. 31 Τα σπίτια, όμως, των χωριών, που δεν είναι περιτειχισμένα, θα λογαριάζονται όπως τα χωράφια τής γης· μπορούν να εξαγοράζονται, και θα απελευθερώνονται στην άφεση. 32 Και για τις πόλεις των Λευιτών, τα σπίτια των πόλεων της ιδιοκτησίας τους μπορούν να εξαγοραστούν από τους Λευίτες σε κάθε εποχή. 33 Και αν ένας αγοράσει από κάποιον από τους Λευίτες, τότε το σπίτι, που πουλήθηκε στην πόλη τής ιδιοκτησίας του, θα απελευθερωθεί στην άφεση· επειδή, τα σπίτια των πόλεων των Λευιτών είναι η ιδιοκτησία τους ανάμεσα στους γιους Ισραήλ. 34 Αλλά, το χωράφι των προαστίων των πόλεών τους δεν θα πουλιέται· επειδή, είναι παντοτινή τους ιδιοκτησία. 35 ΚΑΙ αν φτωχύνει ο αδελφός σου, και δυστυχήσει, τότε θα τον βοηθήσεις, ως ξένον ή πάροικον, για να ζήσει μαζί σου. 36 Μη πάρεις απ' αυτόν τόκο ή πλεονασμό· αλλά να φοβάσαι τον Θεό σου· για να ζει ο αδελφός σου μαζί σου. 37 Το ασήμι σου δεν θα το δώσεις σ' αυτόν με τόκο, και με πλεονασμό δεν θα δώσεις τις τροφές σου. 38 Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας, που σας έβγαλα από τη γη τής Αιγύπτου, για να σας δώσω τη γη Χαναάν, ώστε να είμαι ο Θεός σας. 39 Και αν φτωχύνει ο αδελφός σου κοντά σου, και πουληθεί σε σένα, δεν θα επιβάλεις σ' αυτόν δουλεία δούλου. 40 Ως μισθωτός ή ως πάροικος θα είναι κοντά σου· μέχρι τον χρόνο τής άφεσης θα σε δουλεύει. 41 Τότε, θα αποχωρήσει από σένα, αυτός και τα παιδιά του μαζί του, και θα επιστρέψει στη συγγένειά του, και θα επιστρέψει στην πατρική του ιδιοκτησία. 42 Επειδή, δούλοι μου είναι αυτοί, που έβγαλα από τη γη τής Αιγύπτου· δεν θα πουλιούνται, καθώς πουλιέται ο δούλος. 43 Δεν θα δεσπόζεις επάνω του με αυστηρότητα· αλλά θα φοβηθείς τον Θεό σου. 44 Και ο δούλος σου και η δούλη σου, όσους κι αν έχεις, από τα έθνη που είναι γύρω σας, απ' αυτά θα αγοράζεις δούλον και δούλη. 45 Κι ακόμα, από τους γιους των ξένων, που παροικούν μεταξύ σας, απ' αυτούς θα αγοράζετε, και από τις συγγένειές τους, που βρίσκονται μεταξύ σας, όσοι γεννήθηκαν στη γη σας· και θα είναι σε σας για ιδιοκτησία. 46 Και θα τους έχετε κληρονομιά για τα παιδιά σας, ύστερα από σας, για να τους κληρονομήσουν ως ιδιοκτησία· δούλοι σας θα είναι παντοτινά· όμως, επάνω στους αδελφούς σας, τους γιους Ισραήλ, δεν θα εξουσιάζετε, ο ένας επάνω στον άλλον, με αυστηρότητα. 47 Και όταν ο ξένος, κι εκείνος που παροικεί μαζί σου, πλουτήσει, και ο αδελφός σου, που είναι μαζί του, φτωχύνει, και πουληθεί σε ξένον, που παροικεί μαζί σου ή στη γενεά τής συγγένειας του ξένου· 48 αφού πουληθεί, θα εξαγοραστεί ξανά· ένας από τα αδέλφια του θα τον εξαγοράσει· 49 ή ο θείος του ή ο γιος τού θείου του, θα τον εξαγοράσει ή ένας εξ αίματος συγγενής του από τη συγγένειά του θα τον εξαγοράσει· ή, αν ο ίδιος ευπόρησε, θα εξαγοράσει ο ίδιος τον εαυτό του. 50 Και θα λογαριάσει με τον αγοραστή του, από τον χρόνο που πουλήθηκε σ' αυτόν, μέχρι τον χρόνο τής άφεσης· και η τιμή τής πώλησής του θα είναι σύμφωνα με τον αριθμό των χρόνων· ανάλογα με τον χρόνο ενός μισθωτού θα του λογαριαστεί. 51 Αν μένουν πολλά χρόνια, ανάλογα μ' αυτά θα αποδώσει την τιμή τής εξαγοράς του από το ασήμι με το οποίο αγοράστηκε. 52 Και αν υπολείπονται λίγα χρόνια, μέχρι το χρόνο τής άφεσης, θα κάνει λογαριασμό μαζί του, και σύμφωνα με τα χρόνια του θα αποδώσει την τιμή τής εξαγοράς του. 53 Ως ετήσιος μισθωτός θα είναι μαζί του· δεν θα δεσπόζει επάνω του με αυστηρότητα μπροστά σου. 54 Και αν δεν εξαγοραστεί κατά τα χρόνια αυτά, τότε θα απελευθερωθεί στον χρόνο τής άφεσης, αυτός και τα παιδιά του μαζί του. 55 Επειδή, οι γιοι τού Ισραήλ είναι δούλοι σε μένα· δούλοι μου είναι, τους οποίους έβγαλα από τη γη τής Αιγύπτου. Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας.

Λευιτικό 26

1 ΔΕΝ θα κάνετε είδωλα για τον εαυτό σας ούτε γλυπτά ούτε θα ανεγείρετε άγαλμα για τον εαυτό σας ούτε θα στήσετε πέτρα με γλυπτές εικόνες στη γη σας, για να την προσκυνάτε· επειδή, εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας. 2 ΘΑ τηρείτε τα σάββατά μου, και θα σέβεστε το θυσιαστήριό μου. Εγώ είμαι ο Κύριος. 3 ΑΝ περπατάτε στα προστάγματά μου, και τηρείτε τις εντολές μου, και τις εκτελείτε, 4 τότε, θα σας δώσω τις βροχές σας στις εποχές τους, και η γη θα δώσει τα γεννήματά της, και τα δέντρα τού χωραφιού θα δώσουν τον καρπό τους. 5 Και το αλώνισμά σας θα σας φτάσει μέχρι τον τρυγητό, και ο τρυγητός θα φτάσει μέχρι την εποχή τής σποράς· και θα τρώτε το ψωμί σας σε χορτασμό· και θα κατοικείτε με ασφάλεια στη γη σας. 6 Και θα δώσω στη γη σας ειρήνη, και θα πλαγιάζετε, και κανένας δεν θα σας εκφοβίζει· και θα εξολοθρεύσω τα επικίνδυνα θηρία από τη γη, και μάχαιρα δεν θα περάσει από μέσα από τη γη σας. 7 Και θα διώξετε τους εχθρούς σας, και θα πέσουν μπροστά σας με μάχαιρα· 8 και πέντε από σας θα διώξουν 100, και 100 από σας θα διώξουν 10.000· και οι εχθροί σας θα πέσουν μπροστά σας με μάχαιρα. 9 Και θα επιβλέψω σε σας, και θα σας αυξήσω, και θα σας πληθύνω, και θα στερεώσω τη διαθήκη μου μαζί σας. 10 Και θα φάτε από παλιά αποθηκεύματα, και θα αποκαθαρίσετε τα παλιά μπροστά από τα καινούργια. 11 Και θα στήσω τη σκηνή μου ανάμεσά σας· και η ψυχή μου δεν θα σας βδελυχθεί· 12 και θα περπατώ μεταξύ σας, και θα είμαι Θεός σας κι εσείς θα είστε λαός μου. 13 Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας, που σας έβγαλα από τη γη των Αιγυπτίων, από τη δουλεία τους· και σύντριψα τα δεσμά τού ζυγού σας, και σας έκανα να περπατάτε όρθιοι. 14 Αλλά, αν δεν με υπακούσετε και δεν εκτελείτε όλες αυτές τις εντολές μου, 15 και αν καταφρονήσετε τα προστάγματά μου ή αν η ψυχή σας αποστραφεί τις κρίσεις μου, ώστε να μη εκτελείτε όλες τις εντολές μου, ώστε να εξουθενώσετε τη διαθήκη μου· 16 κι εγώ θα κάνω σε σας τούτο: Θα βάλω επάνω σας τρόμο, μαρασμό, και καύσωνα, που θα φθείρουν τα μάτια σας, και θα λιώνουν ολοκληρωτικά την ψυχή· και μάταια θα σπείρετε τον σπόρο σας, επειδή θα τον τρώνε οι εχθροί σας. 17 Και θα στήσω το πρόσωπό μου εναντίον σας, και θα φονευθείτε μπροστά στους εχθρούς σας· κι εκείνοι, που σας μισούν, θα σας εξουσιάζουν· και θα φεύγετε, ενώ κανένας δεν θα σας καταδιώκει. 18 Και αν μέχρις εδώ δεν με υπακούσετε, θα βάλω επάνω σας επταπλάσια τιμωρία για τις αμαρτίες σας. 19 Και θα συντρίψω την υπερηφάνεια της δύναμής σας· και θα κάνω τον ουρανό σας σαν σίδερο, και τη γη σας σαν χαλκό· 20 και η δύναμή σας θα αναλωθεί μάταια· επειδή, η γη σας δεν θα δίνει τα γεννήματά της, και τα δέντρα τής γης δεν θα δίνουν τον καρπό τους. 21 Και αν πορεύεστε ενάντια σε μένα, και δεν θέλετε να με υπακούσετε, θα προσθέσω σε σας επταπλάσιες πληγές, σύμφωνα με τις αμαρτίες σας. 22 Και θα στείλω εναντίον σας τα άγρια θηρία, που θα καταφάνε τα παιδιά σας, και θα εξολοθρεύσουν τα κτήνη σας, και θα σας κάνουν λιγοστούς· και οι δρόμοι σας θα ερημωθούν. 23 Και αν απ' αυτά δεν διορθωθείτε, επιστρέφοντας σε μένα, αλλά πορεύεστε ενάντιοι σε μένα, 24 τότε θα πορευτώ κι εγώ ενάντιος σε σας, και θα σας παιδεύσω κι εγώ επταπλάσια για τις αμαρτίες σας. 25 Και θα φέρω επάνω σας μάχαιρα, που θα κάνει την εκδίκηση της διαθήκης μου· και όταν καταφύγετε στις πόλεις σας, θα στείλω θανατικό ανάμεσά σας· και θα παραδοθείτε στα χέρια τού εχθρού. 26 Και όταν κατασυντρίψω το στήριγμα του άρτου σας, δέκα γυναίκες θα ψήνουν τα ψωμιά σας σε έναν φούρνο, και τα ψωμιά σας θα σας αποδοθούν με ζύγι· και θα τρώτε, και δεν θα χορταίνετε. 27 Και αν και με τούτα δεν με υπακούσετε, αλλά πορεύεστε ενάντιοι σε μένα, 28 τότε, εγώ θα πορευτώ ενάντιος σε σας με θυμό, και θα σας παιδεύσω κι εγώ επταπλάσια για τις αμαρτίες σας. 29 Και θα φάτε τις σάρκες των γιων σας, και τις σάρκες των θυγατέρων σας θα φάτε. 30 Και θα κατεδαφίσω τους ψηλούς σας τόπους, και θα καταστρέψω τα είδωλά σας, και θα ρίξω τα πτώματά σας επάνω στα πτώματα των βδελυρών ειδώλων σας· και θα σας βδελυχθεί η ψυχή μου. 31 Και θα καταστήσω τις πόλεις σας έρημες, και θα ερημώσω τα αγιαστήριά σας, και δεν θα οσφρανθώ την οσμή των ευωδιών σας· 32 και εγώ θα ερημώσω ολοκληρωτικά τη γη σας· και θα θαυμάσουν σ' αυτό οι εχθροί σας, που κατοικούν σ' αυτή. 33 Και θα σας διασπείρω ανάμεσα στα έθνη· και θα σύρω από πίσω σας τη μάχαιρα· και η γη σας θα μένει έρημη, και οι πόλεις σας θα είναι έρημες. 34 Τότε, η γη θα απολαύσει τα σάββατά της, όλο τον καιρό, όσο αυτή θα μείνει έρημη, κι εσείς θα είστε στη γη των εχθρών σας· τότε, η γη θα αναπαυθεί, και θα απολαύσει τα σάββατά της. 35 Όλο τον καιρό τής ερήμωσής της θα αναπαύεται· επειδή, δεν αναπαυόταν στα σάββατά σας, όταν κατοικούσατε επάνω σ' αυτή. 36 Και σ' εκείνους που από σας εναπέμειναν, θα επιφέρω δειλία στην καρδιά τους, στους τόπους των εχθρών τους· και ο ήχος ενός φύλλου που σείεται θα τους διώκει· και θα φεύγουν, σαν να φεύγουν από μάχαιρα, και θα πέφτουν, χωρίς να τους καταδιώκει κανένας. 37 Και θα πέφτουν ο ένας επάνω στον άλλον, σαν να βρίσκονται μπροστά σε μάχαιρα, χωρίς κανένας να τους καταδιώκει· και δεν θα μπορέσετε να σταθείτε μπροστά στους εχθρούς σας. 38 Και θα απολεστείτε ανάμεσα στα έθνη, και η γη των εχθρών σας θα σας καταφάει. 39 Και όσοι από σας εναπέμειναν θα φθείρονται εξαιτίας των ανομιών τους, στους τόπους των εχθρών σας· κι ακόμα, εξαιτίας των ανομιών των πατέρων τους, θα φθείρονται μαζί τους. 40 Και αν ομολογήσουν την ανομία τους, και την ανομία των πατέρων τους, για την παράβασή τους, που παρέβηκαν εναντίον μου, και επειδή ακόμα πορεύτηκαν ενάντιοι σε μένα. 41 Κι εγώ πορεύτηκα ενάντιος σ' αυτούς, και τους έφερα στη γη των εχθρών τους· αν τότε ταπεινωθεί η απερίτμητη καρδιά τους, και δεχθούν τότε την τιμωρία τής ανομίας τους, 42 τότε, θα θυμηθώ τη διαθήκη μου που έκανα στον Ιακώβ, και τη διαθήκη μου που έκανα στον Ισαάκ, και τη διαθήκη μου που έκανα στον Αβραάμ θα θυμηθώ· θα θυμηθώ και τη γη. 43 Και η γη θα μείνει παρατημένη απ' αυτούς, και θα απολαύσει τα σάββατά της, μένοντας έρημη απ' αυτούς· κι αυτοί θα δεχθούν την τιμωρία τής ανομίας τους· επειδή, καταφρόνησαν τις κρίσεις μου, και για τον λόγο ότι η ψυχή τους αποστράφηκε τα προστάγματά μου. 44 Αλλά, κι έτσι, ενώ βρίσκονται στη γη των εχθρών τους, δεν θα τους απορρίψω ούτε θα τους βδελυχθώ, ώστε να τους εξολοθρεύσω, και να ματαιώσω τη διαθήκη μου, που έκανα σ' αυτούς· επειδή, εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός τους· 45 αλλά, προς το συμφέρον τους θα θυμηθώ τη διαθήκη των πατέρων τους, που τους έβγαλα από τη γη τής Αιγύπτου, μπροστά στα έθνη, για να είμαι ο Θεός τους. Εγώ είμαι ο Κύριος. 46 Αυτά είναι τα προστάγματα, και οι κρίσεις, και οι νόμοι, που έκανε ο Κύριος ανάμεσα στον εαυτό του και στους γιους Ισραήλ, επάνω στο βουνό Σινά, διαμέσου του Μωυσή.

Λευιτικό 27

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 2 Μίλησε στους γιους Ισραήλ, και πες τους: Όταν κάποιος κάνει επίσημη ευχή, εσύ θα κάνεις την εκτίμηση των ψυχών προς τον Κύριο. 3 Και η εκτίμησή σου θα είναι, του μεν αρσενικού, από 20 χρόνων μέχρι 60 χρόνων, η εκτίμησή σου βέβαια θα είναι 50 σίκλοι ασήμι, σύμφωνα με τον σίκλο του αγιαστηρίου· 4 και αν είναι θηλυκό, η εκτίμησή σου θα είναι 30 σίκλοι. 5 Και αν είναι από πέντε χρόνων μέχρι 20, η εκτίμησή σου θα είναι του μεν αρσενικού 20 σίκλοι, του δε θηλυκού δέκα σίκλοι. 6 Και αν είναι από έναν μήνα μέχρι πέντε χρόνων, η εκτίμησή σου θα είναι, του μεν αρσενικού πέντε σίκλοι ασήμι· του δε θηλυκού, η εκτίμησή σου, τρεις σίκλοι ασήμι. 7 Και αν είναι από 60 χρόνων κι επάνω, αν μεν είναι αρσενικό, η εκτίμησή σου θα είναι 15 σίκλοι· αν, βέβαια, είναι θηλυκό, δέκα σίκλοι. 8 Και αν είναι φτωχότερος της εκτίμησής σου, θα παρασταθεί μπροστά στον ιερέα, και ο ιερέας θα τον εκτιμήσει· σύμφωνα με τη δύναμη εκείνου που έκανε την ευχή, ο ιερέας θα τον εκτιμήσει. 9 Και αν η ευχή είναι ένα κτήνος, από όσα προσφέρονται ως δώρο στον Κύριο, κάθε τι που δίνει κάποιος απ' αυτά στον Κύριο, θα είναι άγιο. 10 Δεν θα το αλλάξει ούτε θα αντικαταστήσει καλό αντί για κακό ή κακό αντί για καλό· και αν ποτέ ανταλλάξει ένα κτήνος αντί για ένα άλλο κτήνος, τότε κι αυτό, και το αντάλλαγμά του, θα είναι άγια. 11 Και αν είναι κάποιο ακάθαρτο κτήνος, από όσα δεν προσφέρονται ως δώρο στον Κύριο, τότε θα παρστήσει το κτήνος μπροστά στον ιερέα· 12 και ο ιερέας θα το εκτιμήσει, είτε καλό είναι είτε κακό· κατά την εκτίμησή σου, ω ιερέα, έτσι θα είναι. 13 Και αν κάποιος θελήσει να το εξαγοράσει, τότε θα προσθέσει το ένα του πέμπτο στην εκτίμησή σου. 14 Και όταν κάποιος αφιερώσει το σπίτι του ως αφιέρωμα στον Κύριο, τότε ο ιερέας θα το εκτιμήσει, είτε καλό είναι είτε κακό· όπως θα το εκτιμήσει ο ιερέας, έτσι θα είναι. 15 Και αν αυτός που το αφιέρωσε, θελήσει να εξαγοράσει το σπίτι του, θα προσθέσει το ένα πέμπτο από το ασήμι τής εκτίμησής σου σ' αυτό, και θα είναι δικό του. 16 Και αν κάποιος αφιερώσει στον Κύριο ένα μέρος τού χωραφιού τής ιδιοκτησίας του, η εκτίμησή σου θα είναι σύμφωνα με τον σπόρο του· ένα χομόρ σπόρος κριθαριού θα εκτιμηθεί αντί για 50 σίκλους από ασήμι. 17 Αν από τον χρόνο τής άφεσης αφιερώσει το χωράφι του, θα είναι σύμφωνα με την εκτίμησή σου. 18 Αλλά, αν αφιερώσει το χωράφι του μετά την άφεση, ο ιερέας θα λογιαριάσει σ' αυτό το ασήμι σύμφωνα με τα υπόλοιπα χρόνια, μέχρι τον χρόνο τής άφεσης, και θα αφαιρεθεί από την εκτίμησή σου. 19 Και αν ποτέ αυτός που αφιέρωσε το χωράφι, θελήσει να το εξαγοράσει, θα προσθέσει σ' αυτό το ένα πέμπτο από το ασήμι της εκτίμησής σου, και θα είναι δικό του. 20 Και αν δεν εξαγοράσει το χωράφι ή αν πούλησε το χωράφι σε κάποιον άλλον, δεν θα εξαγοράζεται πλέον. 21 Αλλά, όταν το χωράφι περάσει ελεύθερο την άφεση, θα είναι άγιο στον Κύριο, ως καθιερωμένο χωράφι· η κυριότητά του θα είναι του ιερέα. 22 Και αν κάποιος αφιερώσει στον Κύριο ένα χωράφι, που αγόρασε, το οποίο δεν είναι από τα χωράφια τής ιδιοκτησίας του· 23 ο ιερέας θα λογαριάσει σ' αυτό την αξία τής εκτίμησής σου, μέχρι τον χρόνο τής άφεσης· και θα δώσει την εκτίμησή σου εκείνη την ημέρα· είναι άγιο στον Κύριο. 24 Στον χρόνο τής άφεσης το χωράφι θα αποδοθεί σ' εκείνον από τον οποίο αγοράστηκε, σ' αυτόν που έχει την κυριότητα της γης. 25 Και όλες οι εκτιμήσεις σου θα είναι σύμφωνα με τον σίκλο τού αγιαστηρίου· ο σίκλος θα είναι 20 γερά. 26 Εντούτοις, το πρωτότοκο ανάμεσα στα κτήνη, που ανήκει ως πρωτότοκο στον Κύριο, κανένας δεν θα το αφιερώσει· είτε μοσχάρι είτε αρνί, είναι του Κυρίου. 27 Και αν είναι από ακάθαρτα κτήνη, θα το εξαγοράσει σύμφωνα με την εκτίμησή σου, και θα προσθέσει το ένα του πέμπτο επάνω σ' αυτό· ή, αν δεν εξαγοράζεται, θα πουληθεί σύμφωνα με την εκτίμησή σου. 28 Κανένα καθιέρωμα, όμως, που κάποιος θα καθιερώσει στον Κύριο από όσα έχει, από άνθρωπο μέχρι κτήνος, και μέχρι χωράφι τής ιδιοκτησίας του, δεν θα πουληθεί ούτε θα εξαγοραστεί· κάθε καθιέρωμα είναι αγιότατο στον Κύριο. 29 Κανένα καθιέρωμα, που καθιερώθηκε από άνθρωπο δεν θα εξαγοραστεί· θα θανατωθεί οπωσδήποτε. 30 Και κάθε δέκατο της γης, είτε από τον σπόρο τής γης είτε από τον καρπό των δέντρων, είναι του Κυρίου· είναι άγιο στον Κύριο. 31 Και αν κάποτε θελήσει κάποιος να εξαγοράσει το δέκατό του, θα προσθέσει σ' αυτό το ένα του πέμπτο. 32 Και κάθε δέκατο από βόδια, και από πρόβατα, και από κάθε ζώο, που διαβαίνει κάτω από τη ράβδο, το δέκατο θα είναι άγιο στον Κύριο. 33 Δεν θα κάνει διάκριση, είτε καλό είναι είτε κακό, ούτε θα το αλλάξει· και αν ποτέ το αλλάξει, κι αυτό και το αντάλλαγμά του θα είναι άγια· δεν θα εξαγοραστεί. 34 ΑΥΤΕΣ είναι οι εντολές, που ο Κύριος πρόσταξε στον Μωυσή για τους γιους Ισραήλ στο βουνό Σινά.

Αριθμοί 1

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή στην έρημο Σινά, στη σκηνή τού μαρτυρίου, την πρώτη ημέρα τού δεύτερου μήνα στον δεύτερο χρόνο, αφότου βγήκαν από τη γη τής Αιγύπτου, ως εξής: 2 Να πάρετε το σύνολο ολόκληρης της συναγωγής των γιων Ισραήλ, σύμφωνα με τις συγγένειές τους, σύμφωνα με τις οικογένειες των πατέρων τους, απαριθμώντας ονομαστικά κάθε αρσενικό, ανά κεφαλή τους. 3 Από 20 χρόνων κι επάνω, όλους αυτούς που στον Ισραήλ μπορούν να βγουν σε πόλεμο, εσύ και ο Ααρών να τους απαριθμήσετε, σύμφωνα με τα στρατεύματά τους. 4 Και μαζί σας θα είναι ένας άνθρωπος από κάθε φυλή· κάθε ένας θα είναι άρχοντας της οικογένειας των πατέρων του. 5 Κι αυτά είναι τα ονόματα των ανδρών, που θα παρασταθούν μαζί σας: Από τον Ρουβήν, ο Ελισούρ, γιος τού Σεδιούρ· 6 από τον Συμεών, ο Σελουμιήλ, γιος τού Σουρισαδαϊ· 7 από τον Ιούδα, ο Ναασσών, γιος τού Αμμιναδάβ· 8 από τον Ισσάχαρ, ο Ναθαναήλ, γιος τού Σουάρ· 9 από τον Ζαβουλών, ο Ελιάβ, γιος τού Χαιλών· 10 από τους γιους τού Ιωσήφ, από μεν τον Εφραϊμ, ο Ελισαμά, γιος τού Αμμιούδ· από δε τον Μανασσή, ο Γαμαλιήλ, γιος τού Φεδασσούρ· 11 από τον Βενιαμίν, ο Αβειδάν, γιος τού Γιδεωνί· 12 από τον Δαν, ο Αχιέζερ, γιος τού Αμμισαδαϊ· 13 από τον Ασήρ, ο Φαγαιήλ, γιος τού Οχράν· 14 από τον Γαδ, ο Ελιασάφ, γιος τού Δεουήλ· 15 από τον Νεφθαλί, ο Αχιρά, γιος τού Αινάν. 16 Αυτοί ήσαν οι εκλεκτοί τής συναγωγής, άρχοντες των φυλών των πατέρων τους, αρχηγοί των χιλιάδων τού Ισραήλ. 17 Ο Μωυσής, λοιπόν, και ο Ααρών πήραν αυτούς τους άνδρες, που αναφέρθηκαν ονομαστικά· 18 και συγκάλεσαν ολόκληρη τη συναγωγή, την πρώτη ημέρα τού δεύτερου μήνα, και καταγράφτηκαν σύμφωνα με τις συγγένειές τους, σύμφωνα με τις οικογένειες των πατέρων τους, σύμφωνα με τον αριθμό των ονομάτων, από 20 χρόνων κι επάνω, ανά κεφαλή τους. 19 Καθώς ο Κύριος πρόσταξε στον Μωυσή, έτσι τους αρίθμησε στην έρημο Σινά. 20 Και οι γιοι τού Ρουβήν, του πρωτότοκου του Ισραήλ, σύμφωνα με τις γενεές τους, σύμφωνα με τις συγγένειές τους, σύμφωνα με τις οικογένειες των πατέρων τους, σύμφωνα με τον αριθμό των ονομάτων, ανά κεφαλή τους, κάθε αρσενικό από 20 χρόνων κι επάνω, όλοι αυτοί που μπορούσαν να βγουν σε πόλεμο, 21 εκείνοι που απαριθμήθηκαν από τη φυλή τού Ρουβήν, ήσαν 46.500. 22 Από τους γιους τού Συμεών, σύμφωνα με τις γενεές τους, σύμφωνα με τις συγγένειές τους, σύμφωνα με τις οικογένειες των πατέρων τους, εκείνοι που απαριθμήθηκαν σύμφωνα με τον αριθμό των ονομάτων, απ' αυτούς, ανά κεφαλή τους, κάθε αρσενικό από 20 χρόνων κι επάνω, όλοι αυτοί που μπορούσαν να βγουν σε πόλεμο, 23 εκείνοι που απαριθμήθηκαν από τη φυλή τού Συμεών, ήσαν 59.300. 24 Από τους γιους τού Γαδ, σύμφωνα με τις γενεές τους, σύμφωνα με τις συγγένειές τους, σύμφωνα με τις οικογένειες των πατέρων τους, σύμφωνα με τον αριθμό των ονομάτων, από 20 χρόνων κι επάνω, όλοι αυτοί που μπορούσαν να βγουν σε πόλεμο, 25 εκεί νοι που απαριθμήθηκαν από τη φυλή τού Γαδ, ήσαν 45.650~50 26 Από τους γιους τού Ιούδα, σύμφωνα με τις γενεές τους, σύμφωνα με τις συγγένειές τους, σύμφωνα με τις οικογένειες των πατέρων τους, σύμφωνα με τον αριθμό των ονομάτων, από 20 χρόνων κι επάνω, όλοι αυτοί που μπορούσαν να βγουν σε πόλεμο, 27 εκείνοι που απαριθμήθηκαν από τη φυλή τού Ιούδα, ήσαν 74.600. 28 Από τους γιους τού Ισσάχαρ, σύμφωνα με τις γενεές τους, σύμφωνα με τις συγγένειές τους, σύμφωνα με τις οικογένειες των πατέρων τους, σύμφωνα με τον αριθμό των ονομάτων, από 20 χρόνων κι επάνω, όλοι αυτοί που μπορούσαν να βγουν σε πόλεμο, 29 εκείνοι που απαριθμήθηκαν από τη φυλή τού Ισσάχαρ, ήσαν 54.400. 30 Από τους γιους τού Ζαβουλών, σύμφωνα με τις γενεές τους, σύμφωνα με τις συγγένειές τους, σύμφωνα με τις οικογένειες των πατέρων τους, σύμφωνα με τον αριθμό των ονομάτων, από 20 χρόνων κι επάνω, όλοι αυτοί που μπορούσαν να βγουν σε πόλεμο, 31 εκείνοι που απαριθμήθηκαν από τη φυλή τού Ζαβουλών, ήσαν 57.400. 32 Από τους γιους τού Ιωσήφ, από μεν τους γιους τού Εφραϊμ, σύμφωνα με τις γενεές τους, σύμφωνα με τις συγγένειές τους, σύμφωνα με τις οκογένειες των πατέρων τους, σύμφωνα με τον αριθμό των ονομάτων, από 20 χρόνων κι επάνω, όλοι αυτοί που μπορούσαν να βγουν σε πόλεμο, 33 εκείνοι που απαριθμήθηκαν από τη φυλή τού Εφραϊμ, ήσαν 40.500. 34 Από τους γιους τού Μανασσή, σύμφωνα με τις γενεές τους, σύμφωνα με τις συγγένειές τους, σύμφωνα με τις οικογένειες των πατέρων τους, σύμφωνα με τον αριθμό των ονομάτων, από 20 χρόνων κι επάνω, όλοι αυτοί που μπορούσαν να βγουν σε πόλεμο, 35 εκείνοι που απαριθμήθηκαν από τη φυλή τού Μανασσή, ήσαν 32.200. 36 Από τους γιους τού Βενιαμίν, σύμφωνα με τις γενεές τους, σύμφωνα με τις συγγένειές τους, σύμφωνα με τις οικογένειες των πατέρων τους, σύμφωνα με τον αριθμό των ονομάτων, από 20 χρόνων κι επάνω, όλοι αυτοί που μπορούσαν να βγουν σε πόλεμο, 37 εκείνοι που απαριθμήθηκαν από τη φυλή τού Βενιαμίν, ήσαν 35.400. 38 Από τους γιους τού Δαν, σύμφωνα με τις γενεές τους, σύμφωνα με τις συγγένειές τους, σύμφωνα με τις οικογένειες των πατέρων τους, σύμφωνα με τον αριθμό των ονομάτων, από 20 χρόνων κι επάνω, όλοι αυτοί που μπορούσαν να βγουν σε πόλεμο, 39 εκείνοι που απαριθμήθηκαν από τη φυλή τού Δαν, ήσαν 62.700. 40 Από τους γιους τού Ασήρ, σύμφωνα με τις γενεές τους, σύμφωνα με τις συγγένειές τους, σύμφωνα με τις οικογένειές τους, σύμφωνα με τον αριθμό των ονομάτων, από 20 χρόνων κι επάνω, όλοι αυτοί που μπορούσαν να βγουν σε πόλεμο, 41 εκείνοι που απαριθμήθηκαν από τη φυλή τού Ασήρ, ήσαν 41.500. 42 Από τους γιους τού Νεφθαλί, σύμφωνα με τις γενεές τους, σύμφωνα με τις συγγένειές τους, σύμφωνα με τις οικογένειες των πατέρων τους, σύμφωνα με τον αριθμό των ονομάτων, από 20 χρόνων κι επάνω, όλοι αυτοί που μπορούσαν να βγουν σε πόλεμο, 43 εκείνοι που απαριθμήθηκαν από τη φυλή τού Νεφθαλί, ήσαν 53.400. 44 Αυτοί είναι εκείνοι που απαριθμήθηκαν, τους οποίους απαρίθμησε ο Μωυσής, και ο Ααρών, και οι άρχοντες του Ισραήλ, οι 12 άνδρες· κάθε ένας ήταν σύμφωνα με την οικογένεια των πατέρων του. 45 Και ήσαν όλοι εκείνοι που απαριθμήθηκαν από τους γιους τού Ισραήλ, σύμφωνα με τις οικογένειες των πατέρων τους, από 20 χρόνων κι επάνω, όλοι αυτοί που μπορούσαν, ανάμεσα στον Ισραήλ, να βγουν σε πόλεμο, 46 όλοι εκείνοι που απαριθμήθηκαν, ήσαν 603.550. 47 Οι Λευίτες, όμως, σύμφωνα με τη φυλή των πατέρων τους, δεν απαριθμήθηκαν ανάμεσα σ' αυτούς. 48 Επειδή, ο Κύριος είχε μιλήσει στον Μωυσή, λέγοντας. 49 Μόνον τη φυλή τού Λευί μη την απαριθμήσεις, και το σύνολό τους μη το πάρεις μαζί με τους γιους Ισραήλ· 50 αλλά, δώσε στους Λευίτες την επιστασία τής σκηνής τού μαρτυρίου, και όλων των σκευών της, και όλων εκείνων που ανήκουν σ' αυτή· αυτοί θα σηκώνουν τη σκηνή και όλα τα σκεύη της, κι αυτοί θα υπηρετούν σ' αυτή, και θα στρατοπεδεύουν ολόγυρα στη σκηνή. 51 Και όταν η σκηνή πρόκειται να σηκωθεί, οι Λευίτες θα την κατεβάζουν· και όταν η σκηνή πρέπει να σταθεί, οι Λευίτες θα τη στήνουν· και όποιος ξένος πλησιάσει, ας θανατώνεται. 52 Και οι μεν γιοι Ισραήλ θα στρατοπευδεύουν, κάθε ένας στο στρατόπεδό του, και κάθε ένας κοντά στη σημαία του, σύμφωνα με τα στρατεύματά τους. 53 Οι Λευίτες, όμως, θα στρατοπεδεύουν ολόγυρα στη σκηνή τού μαρτυρίου, για να μη είναι οργή επάνω στη συναγωγή των γιων Ισραήλ· και οι Λευίτες θα εκτελούν τις υπηρεσίες τής σκηνής τού μαρτυρίου. 54 Και οι γιοι Ισραήλ έπραξαν σύμφωνα με όλα όσα ο Κύριος πρόσταξε στον Μωυσή· έτσι έκαναν.

Αριθμοί 2

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή και στον Ααρών, λέγοντας: 2 Ας στρατοπεδεύουν οι γιοι Ισραήλ, κάθε ένας κοντά στη σημαία του, μαζί με το σημείο τής οικογένειας των πατέρων του· θα στρατοπεδεύουν απέναντι από τη σκηνή τού μαρτυρίου, ολόγυρα. 3 Κι εκείνοι μεν που στρατοπεδεύουν προς τα ανατολικά θα είναι εκείνοι από τη σημαία τού στρατοπέδου τού Ιούδα, σύμφωνα με τα τάγματά τους· και ο άρχοντας των γιων τού Ιούδα θα είναι ο Ναασσών, ο γιος τού Αμμιναδάβ· 4 και το στράτευμά του, κι εκείνοι που απαριθμήθηκαν απ' αυτούς, ήσαν 74.600. 5 Κι αυτοί που στρατοπεδεύουν κοντά του θα είναι η φυλή τού Ισσάχαρ· και ο άρχοντας των γιων τού Ισσάχαρ θα είναι ο Ναθαναήλ, ο γιος τού Σουάρ· 6 και το στράτευμά του, κι εκείνοι που απαριθμήθηκαν απ' αυτούς, ήσαν 54.400. 7 Έπειτα, η φυλή τού Ζαβουλών· και ο άρχοντας των γιων τού Ζαβουλών θα είναι ο Ελιάβ, ο γιος τού Χαιλών· 8 και το στράτευμά του, κι εκείνοι που απαριθμήθηκαν απ' αυτούς, ήσαν 57.400. 9 Όλοι αυτοί που απαριθμήθηκαν στο στρατόπεδο του Ιούδα ήσαν 186.400, σύμφωνα με τα τάγματά τους· αυτοί θα σηκώνονται πρώτοι. 10 Και μεσημβρινά θα είναι η σημαία τού στρατοπέδου τού Ρουβήν, σύμφωνα με τα τάγματά τους· και ο άρχοντας των γιων τού Ρουβήν θα είναι ο Ελισούρ, ο γιος τού Σεδιούρ· 11 και το στράτευμά του, κι εκείνοι που απαριθμήθηκαν απ' αυτούς, ήσαν 46.500. 12 Κι αυτοί που στρατοπεδεύουν κοντά του θα είναι η φυλή τού Συμεών· και ο άρχοντας των γιων τού Συμεών θα είναι ο Σελουμιήλ, ο γιος τού Σουρισαδαϊ· 13 και το στράτευμά του, κι εκείνοι που απαριθμήθηκαν απ' αυτούς, ήσαν 59.300. 14 Έπειτα, η φυλή τού Γαδ· και ο άρχοντας των γιων τού Γαδ θα είναι ο Ελιασάφ, ο γιος του Δεουήλ· 15 και το στράτευμά του, κι εκείνοι που απαριθμήθηκαν απ' αυτούς, ήσαν 45.650. 16 Όλοι αυτοί που απαριθμήθηκαν στο στρατόπεδο του Ρουβήν ήσαν 151.450, σύμφωνα με τα τάγματά τους· αυτοί θα σηκώνονται δεύτεροι. 17 Έπειτα θα σηκώνεται η σκηνή τού μαρτυρίου, το στρατόπεδο των Λευιτών στ μέσον των στρατοπέδων· όπως στρατοπέδευσαν, έτσι και θα σηκώνονται· κάθε ένας στην τάξη του, κοντά στη σημαία τους. 18 Και δυτικά θα είναιη σημαία τού στρατοπέδου τού Εφραϊμ, σύμφωνα με τα τάγματά τους· και ο άρχοντας των γιων τού Εφραϊμ, θα είναι ο Ελισαμά, ο γιος τού Αμμιούδ· 19 και το στράτευμά του, κι εκείνοι που απαριθμήθηκαν απ' αυτούς, ήσαν 40.500. 20 Και κοντά του η φυλή τού Μανασσή· και ο άρχοντας των γιων τού Μανασσή θα είναι ο Γαμαλιήλ, ο γιος τού Φεδασσούρ· 21 και το στράτευμά του, κι εκείνοι που απαριθμήθηκαν απ' αυτούς, ήσαν 32.200. 22 Έπειτα, η φυλή τού Βενιαμίν· και ο άρχοντας των γιων τού Βενιαμίν θα είναι ο Αβειδάν, ο γιος τού Γιδεωνί· 23 και το στράτευμά του, κι εκείνοι που απαριθμήθηκαν απ' αυτούς, ήσαν 35.400. 24 Όλοι αυτοί που απαριθμήθηκαν από το στρατόπεδο του Εφραϊμ ήσαν 108.100, σύμφωνα με τα τάγματά τους· αυτοί θα σηκώνονται τρίτοι. 25 Και προς τον βορρά θα είναιη σημαία τού στρατοπέδου τού Δαν, σύμφωνα με τα τάγματά τους· και ο αρχηγός των γιων τού Δαν θα είναι ο Αχιέζερ, ο γιος τού Αμμισαδαϊ· 26 και το στράτευμά του, κι εκείνοι που απαριθμήθηκαν απ' αυτούς, ήσαν 62.700. 27 Κι αυτοί που στρατοπεδεύουν κοντά του θα είναι η φυλή τού Ασήρ· και ο άρχοντας των γιων τού Ασήρ θα είναι ο Φαγαιήλ, ο γιος τού Οχράν· 28 και το στράτευμά του, κι εκείνοι που απαριθμήθηκαν απ' αυτούς, ήσαν 41.500. 29 Έπειτα, η φυλή τού Νεφθαλί· και ο άρχοντας των γιων τού Νεφθαλί θα είναι ο Αχιρά, ο γιος τού Αινάν· 30 και το στράτευμά του, κι εκείνοι που απαριθμήθηκαν απ' αυτούς, ήσαν 53.400. 31 Όλοι αυτοί που απαριθμήθηκαν από το στρατόπεδο του Δαν ήσαν 157.600· αυτοί θα σηκώνονται τελευταίοι, σύμφωνα με τις σημαίες τους. 32 ΑΥΤΟΙ είναι εκείνοι που απαριθμήθηκαν από τους γιους Ισραήλ, σύμφωνα με τις οικογένειες των πατέρων τους· όλοι αυτοί που απαριθμήθηκαν στα στρατόπεδα ήσαν 603.550, σύμφωνα με τα τάγματά τους. 33 Οι Λευίτες, όμως, δεν απαριθμήθηκαν μαζί, ανάμεσα στους γιους Ισραήλ, όπως ο Κύριος είχε προστάξει στον Μωυσή. 34 Και οι γιοι Ισραήλ έπραξαν σύμφωνα με όσα ο Κύριος πρόσταξε στον Μωυσή· έτσι στρατοπέδευσαν, σύμφωνα με τις σημαίες τους, και έτσι σηκώθηκαν, κάθε ένας σύμφωνα με τη συγγένειά του, σύμφωνα με τις οικογένειες των πατέρων του.

Αριθμοί 3

1 Κι αυτές είναι οι γενεές τού Ααρών και του Μωυσή, την ημέρα που ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή επάνω στο βουνό Σινά. 2 Κι αυτά είναι τα ονόματα των γιων τού Ααρών: Ο Ναδάβ, ο πρωτότοκος, και ο Αβιούδ, ο Ελεάζαρ, και ο Ιθάμαρ. 3 Αυτά είναι τα ονόματα των γιων τού Ααρών, των χρισμένων ιερέων, που καθιερώθηκαν για να ιερατεύουν. 4 Πέθανε, όμως, ο Ναδάβ και ο Αβιούδ μπροστά στον Κύριο, ενώ πρόσφερναν ξένη φωτιά μπροστά στον Κύριο, στην έρημο Σινά, και δεν είχαν παιδιά· και ιεράτευσε ο Ελεάζαρ και ο Ιθάμαρ, μπροστά στον Ααρών τον πατέρα τους. 5 Και ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 6 Φέρε τη φυλή τού Λευί, και παράστησέ τους μπροστά στον Ααρών, τον ιερέα, για να υπηρετούν σ' αυτόν. 7 Και θα φυλάττουν τις φυλάξεις του, και τις φυλάξεις ολόκληρης της συναγωγής, μπροστά στη σκηνή τού μαρτυρίου, εκτελώντας τις υπηρεσίες τής σκηνής. 8 Και θα φυλάττουν όλα τα σκεύη τής σκηνής τού μαρτυρίου, και τις φυλάξεις των γιων Ισραήλ, εκτελώντας τις υπηρεσίες τής σκηνής. 9 Και θα δώσεις τους Λευίτες στον Ααρών και στους γιους του· αυτοί είναι δοσμένοι ως δώρο σ' αυτόν από τους γιους Ισραήλ. 10 Και τον Ααρών και τους γιους του θα τους τοποθετήσεις για να εκτελούν τα καθήκοντα της ιερατείας τους· και όποιος ξένος πλησιάσει θα θανατώνεται. 11 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 12 Δες, εγώ πήρα τους Λευίτες από μέσα από τους γιους Ισραήλ, στη θέση κάθε πρωτότοκου, που διανοίγει μήτρα, από τους γιους Ισραήλ· και οι Λευίτες θα είναι δικοί μου· 13 Επειδή, κάθε πρωτότοκο είναι δικό μου· για τον λόγο ότι, κατά την ημέρα που πάταξα κάθε πρωτότοκο στη γη τής Αιγύπτου, αγίασα για τον εαυτό μου κάθε πρωτότοκο στον Ισραήλ, από άνθρωπο μέχρι κτήνος· δικοί μου θα είναι. Εγώ είμαι ο Κύριος. 14 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή στην έρημο Σινά, λέγοντας: 15 Απαρίθμησε τους γιους τού Λευί, σύμφωνα με τις οικογένειες των πατέρων τους, σύμφωνα με τις συγγένειές τους· κάθε αρσενικό, από ενός μήνα κι επάνω, θα τους απαριθμήσεις. 16 Και ο Μωυσής τούς απαρίθμησε, σύμφωνα με τον λόγο τού Κυρίου, όπως προστάχθηκε. 17 Κι αυτοί ήσαν οι γιοι τού Λευί, σύμφωνα με τα ονόματά τους: Ο Γηρσών, και ο Καάθ, και ο Μεραρί. 18 Κι αυτά ήσαν τα ονόματα των γιων τού Γηρσών, σύμφωνα με τις συγγένειές τους· ο Λιβνί, και ο Σεμεϊ. 19 Και οι γιοι τού Καάθ, σύμφωνα με τις συγγένειές τους, ο Αμράμ, και ο Ισαάρ, και ο Χεβρών, και ο Οζιήλ. 20 Και οι γιοι τού Μεραρί, σύμφωνα με τις συγγένειές τους, ο Μααλί και ο Μουσί. Αυτές είναι οι συγγένειες των Λευιτών, σύμφωνα με τις οικογένειες των πατέρων τους. 21 Από τον Γηρσών ήταν η συγγένεια του Λιβνί, και η συγγένεια του Σεμεϊ· αυτές είναι οι συγγένειες των Γηρσωνιτών. 22 Αυτοί που απαριθμήθηκαν απ' αυτούς, σύμφωνα με τον αριθμό όλων των αρσενικών, από ενός μήνα κι επάνω, εκείνοι που απαριθμήθηκαν απ' αυτούς ήσαν 7.500. 23 Οι συγγένειες των Γηρσωνιτών θα στρατοπεδεύουν πίσω από τη σκηνή, δυτικά. 24 Και ο άρχοντας της πατρικής οικογένειας των Γηρσωνιτών θα είναι ο Ελιασάφ, ο γιος τού Λαήλ. 25 Και η φύλαξη των γιων τού Γηρσών στη σκηνή τού μαρτυρίου θα είναι η σκηνή, η σκεπή, το κάλυμμά της, και το καταπέτασμα της θύρας τής σκηνής τού μαρτυρίου, 26 και τα παραπετάσματα της αυλής, και το καταπέτασμα της θύρας της αυλής, που είναι για τη σκηνή, και για το θυσιαστήριο ολόγυρα, και τα σχοινιά της για όλες τις υπηρεσίες τους. 27 Και από τον Καάθ ήταν η συγγένεια των Αμραμιτών, και η συγγένεια των Ισααριτών, και η συγγένεια των Χεβρωνιτών, και η συγγένεια των Οζιηλιτών· αυτές είναι οι συγγένειες των Κααθιτών. 28 Όλα τα αρσενικά, από ενός μήνα κι επάνω, ήσαν σε αριθμό 8.600, που φύλαγαν τις φυλάξεις τού αγιαστηρίου. 29 Οι συγγένειες των γιων Καάθ θα στρατοπεδεύουν στα πλάγια της σκηνής, μεσημβρινά. 30 Και ο άρχοντας της πατρικής οικογένειας των συγγενειών των Κααθιτών θα είναι ο Ελισαφάν, ο γιος τού Οζιήλ. 31 Και η φύλαξή τους θα είναι η κιβωτός, και το τραπέζι, και η λυχνία, και τα θυσιαστήρια, και τα σκεύη τού αγιαστηρίου, με τα οποία υπηρετούν, και το καταπέτασμα, και όλα αυτά που υπάρχουν για την υπηρεσία τους. 32 Και ο Ελεάζαρ, ο γιος τού Ααρών, του ιερέα, θα είναι αρχηγός επάνω στους αρχηγούς των Λευιτών, έχοντας την επιστασία εκείνων που φυλάττουν τις φυλάξεις τού αγιαστηρίου. 33 Από τον Μεραρί ήταν η συγγένεια των Μααλιτών, και η συγγένεια των Μουσιτών· αυτές είναι οι συγγένειες του Μεραρί. 34 Κι αυτοί που απαριθμήθηκαν απ' αυτούς, σύμφωνα με τον αριθμό όλων των αρσενικών από ενός μήνα κι επάνω, ήσαν 6.200. 35 Και ο άρχοντας της πατρικής οικογένειας των συγγενειών τού Μεραρί ήταν ο Σουριήλ, ο γιος τού Αβιχαίλ· αυτοί θα στρατοπεδεύουν στα πλάγια της σκηνής, προς βορράν. 36 Και κάτω από την επιστασία τής φύλαξης των γιων τού Μεραρί θα είναι οι σανίδες τής σκηνής, και οι μοχλοί της, και οι στύλοι της, και τα υποστηρίγματά της, και όλα τα σκεύη της, και όλα αυτά που υπάρχουν για την υπηρεσία της· 37 και οι στύλοι τής αυλής ολόγυρα, και τα υποστηρίγματά τους, και οι πάσσαλοί τους, και τα σχοινιά τους. 38 Κι εκείνοι που στρατοπεδεύουν κατά πρόσωπο της σκηνής, ανατολικά, αντικρυνά στη σκηνή τού μαρτυρίου, ανατολικά, θα είναι ο Μωυσής και ο Ααρών, και οι γιοι του, που φυλάττουν τις φυλάξεις τού αγιαστηρίου, στη θέση των φυλάξεων των γιων Ισραήλ· και όποιος ξένος πλησιάσει, θα θανατώνεται. 39 Όλοι εκείνοι που απαριθμήθηκαν από τους Λευίτες, που ο Μωυσής απαρίθμησε, και ο Ααρών, με προσταγή τού Κυρίου, σύμφωνα με τις συγγένειές τους, όλα τα αρσενικά από ενός μήνα κι επάνω, ήσαν 22.000. 40 Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Απαρίθμησε όλα τα αρσενικά πρωτότοκα των γιων Ισραήλ, από ενός μήνα κι επάνω, και πάρε τον αριθμό των ονομάτων τους. 41 Και θα πάρεις τους Λευίτες για μένα, εγώ είμαι ο Κύριος, στη θέση όλων των πρωτότοκων των γιων Ισραήλ· και τα κτήνη των Λευιτών, στη θέση όλων των πρωτότοκων των κτηνών των γιων Ισραήλ. 42 Και όπως ο Κύριος τον πρόσταξε, ο Μωυσής απαρίθμησε όλα τα πρωτότοκα των γιων Ισραήλ. 43 Και όλα τα αρσενικά πρωτότοκα, που απαριθμήθηκαν ονομαστικά, από ενός μήνα κι επάνω, στην απαρίθμησή τους, ήσαν 22.273. 44 Και ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 45 Πάρε τους Λευίτες, στη θέση όλων των πρωτοτόκων των γιων Ισραήλ, και τα κτήνη των Λευιτών στη θέση των κτηνών τους· και οι Λευίτες θα είναι δικοί μου. Εγώ είμαι ο Κύριος. 46 Και για την εξαγορά των 273 από τα πρωτότοκα των γιων Ισραήλ, που υπερβαίνουν τον αριθμό των Λευιτών, 47 θα πάρεις από πέντε σίκλους ανά κεφαλή, σύμφωνα με τον άγιο σίκλο θα τους πάρεις (ο σίκλος είναι 20 γερά)· 48 και θα δώσεις το ασήμι τής εξαγοράς τού αριθμού τους που περισσεύει, στον Ααρών και στους γιους του. 49 Και ο Μωυσής πήρε το ασήμι τής εξαγοράς εκείνων που υπερέβαιναν τον αριθμό αυτών που εξαγοράστηκαν σε ανταλλαγή των Λευιτών· 50 από τα πρωτότοκα των γιων Ισραήλ πήρε το ασήμι, 1.365 σίκλους, σύμφωνα με τον άγιο σίκλο· 51 και ο Μωυσής έδωσε το ασήμι τής εξαγοράς εκείνων που υπερέβαιναν, στον Ααρών και στους γιους του, σύμφωνα με τον λόγο τού Κυρίου, όπως ο Κύριος πρόσταξε τον Μωυσή.

Αριθμοί 4

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή και στον Ααρών, λέγοντας: 2 Πάρε το σύνολο των γιων Καάθ, ανάμεσα από τους γιους του Λευί, σύμφωνα με τις συγγένειές τους, σύμφωνα με τις οικογένειες των πατέρων τους, 3 από 30 χρόνων κι επάνω, μέχρι 50 χρόνων, όλων εκείνων που μπαίνουν μέσα στο τάγμα για να κάνουν εργασίες στη σκηνή του μαρτυρίου. 4 Αυτή θα είναι η υπηρεσία των γιων του Καάθ στη σκηνή του μαρτυρίου· τα άγια των αγίων. 5 Και όταν το στρατόπεδο σηκώνεται, θα έρχονται ο Ααρών και οι γιοι του, και θα κατεβάσουν το καλυπτήριο καταπέτασμα, και θα σκεπάζουν μ' αυτό την κιβωτό του μαρτυρίου· 6 και θα βάλουν επάνω της σκέπασμα από δέρματα τσακαλιών, και από πάνω θα απλώσουν ύφασμα ολογάλαζο, και θα περάσουν τους μοχλούς της. 7 Κι επάνω στο τραπέζι τής πρόθεσης θα απλώσουν ολογάλαζο ύφασμα, και θα βάλουν επάνω του τους δίσκους, και τα θυμιατοδόχα, και τις λεκανίτσες, και τα σπονδεία, για να κάνουν σπονδές· και οι παντοτινοί άρτοι θα είναι επάνω του· 8 και θα απλώσουν επάνω τους κόκκινο ύφασμα, κι αυτό θα το σκεπάσουν με σκέπασμα από δέρματα τσακαλιών, και θα περάσουν τους μοχλούς του. 9 Και θα πάρουν ολογάλαζο ύφασμα, και θα σκεπάσουν ολόγυρα τη λυχνία του φωτός, και τα λυχνάρια της, και τα λυχνοψάλιδά της, και τα υποθέματά της, και όλα τα ελαιοδόχα σκεύη της, με τα οποία εκτελούν τις υπηρεσίες της· 10 και θα τη βάλουν, μαζί με όλα τα σκεύη της, μέσα σε σκέπασμα από δέρματα τσακαλιών, και θα τη βάλουν επάνω στους μοχλούς. 11 Κι επάνω στο χρυσό θυσιαστήριο θα απλώσουν ολογάλαζο ύφασμα, κι αυτό θα το σκεπάσουν με σκέπασμα από δέρματα τσακαλιών, και θα περάσουν τους μοχλούς του. 12 Και θα πάρουν όλα τα σκεύη της υπηρεσίας, με τα οποία υπηρετούν στα άγια, και θα τα βάλουν σε ολογάλαζο ύφασμα, και θα τα σκεπάσουν με σκέπασμα από δέρματα τσακαλιών, και θα βάλουν τούς μοχλούς. 13 Και θα καθαρίσουν το θυσιαστήριο από τη στάχτη, και θα το σκεπάσουν ολόγυρα με ύφασμα πορφυρούν· 14 και θα βάλουν επάνω σ' αυτό όλα τα σκεύη του, με τα οποία εκτελούν τις υπηρεσίες του, τα θυμιατήρια, τις κρεάγρες, και τα φτυάρια, και τις λεκάνες, και όλα τα σκεύη τού θυσιαστηρίου, και θα απλώσουν επάνω του σκέπασμα από δέρματα τσακαλιών, και θα περάσουν τους μοχλούς του. 15 Και αφού ο Ααρών και οι γιοι του τελειώσουν να σκεπάζουν ολόγυρα τα άγια, και όλα τα άγια σκεύη, όταν το στρατόπεδο πρόκειται να σηκωθεί, τότε θα πλησιάσουν οι γιοι τού Καάθ για να τα βαστάξουν· και δεν θα αγγίξουν τα άγια, για να μη πεθάνουν. Αυτά είναι όσα θα βαστάζουν οι γιοι τού Καάθ, στη σκηνή τού μαρτυρίου. 16 Και η επιστασία του Ελεάζαρ, γιου του Ααρών, του ιερέα, θα είναι το λάδι του φωτός, και το ευώδες θυμίαμα, και η καθημερινή προσφορά από άλφιτα, και το λάδι του χρίσματος, η επιστασία ολόκληρης της σκηνής, και όλων όσα είναι σ' αυτή, του αγιαστηρίου, και όλων των σκευών του. 17 Και ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή και στον Ααρών, λέγοντας: 18 Μη εξολοθρεύσετε τη φυλή των συγγενειών των Κααθιτών μέσα από τους Λευίτες· 19 αλλά, τούτο θα τους κάνετε, για να ζήσουν, και να μη πεθάνουν, όταν πλησιάζουν στα άγια των αγίων· ο Ααρών και οι γιοι του ας μπαίνουν μέσα, και ας τους διορίζουν κάθε έναν στο έργο του και στο φορτίο του· 20 ας μη μπαίνουν, όμως, μέσα για να δουν, όταν τα άγια σκεπάζονται ολόγυρα, για να μη πεθάνουν. 21 Και ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 22 Πάρε το σύνολο και των γιων του Γηρσών, σύμφωνα με τις οικογένειες των πατέρων τους, σύμφωνα με τις συγγένειές τους· 23 από 30 χρόνων κι επάνω, μέχρι 50 χρόνων, θα τους απαριθμήσεις, όλους αυτούς που μπαίνουν στο τάγμα, για να κάνουν εργασίες στη σκηνή τού μαρτυρίου. 24 Αυτή είναι η υπηρεσία των συγγενειών των Γηρσωνιτών, να υπηρετούν και να βαστάζουν· 25 θα βαστάζουν, λοιπόν, τα παραπετάσματα της σκηνής, και τη σκηνή του μαρτυρίου, το σκέπασμά της, και το σκέπασμα που είναι από δέρματα τσακαλιών, που βρίσκεται από πάνω της, και το καταπέτασμα της θύρας της σκηνής τού μαρτυρίου, 26 και τα παραπετάσματα της αυλής, και το καταπέτασμα της θύρας τής πύλης τής αυλής, που είναι για τη σκηνή, και για το θυσιαστήριο ολόγυρα, και τα σχοινιά τους, και όλα τα σκεύη τής υπηρεσίας τους, και όλα όσα χρησιμεύουν σ' αυτά· έτσι θα υπηρετούν. 27 Με προσταγή τού Ααρών και των γιων του θα γίνονται όλες οι υπηρεσίες των γιων των Γηρσωνιτών, σε όλα τα φορτία τους, και σε όλες τις υπηρεσίες τους· κι εσείς θα τους καθορίζετε όλα όσα πρέπει να βαστάζουν. 28 Αυτή είναι η υπηρεσία των συγγενειών των γιων των Γηρσωνιτών στη σκηνή του μαρτυρίου· και η υπηρεσία τους θα είναι κάτω από την επιστασία τού Ιθάμαρ, γιου του Ααρών, του ιερέα. 29 Θα απαριθμήσεις και τους γιους του Μεραρί, σύμφωνα με τις συγγένειές τους, σύμφωνα με τις οικογένειες των πατέρων τους· 30 από 30 χρόνων κι επάνω, μέχρι 50 χρόνων, θα τους απαριθμήσεις όλους, όσους μπαίνουν στο τάγμα, για να κάνουν εργασίες στη σκηνή του μαρτυρίου. 31 Κι αυτά είναι που οφείλουν να βαστάζουν σε όλη την υπηρεσία τους στη σκηνή τού μαρτυρίου· τις σανίδες τής σκηνής και τους μοχλούς της, και τους στύλους της, και τα υποστηρίγματά της, 32 και τους στύλους τής αυλής, ολόγυρα, και τα υποστηρίγματά τους, και τους πασσάλους τους, και τα σχοινιά τους, με όλα τα σκεύη τους, και όλα όσα είναι για την υπηρεσία τους· και θα καθορίσετε ονομαστικά τα σκεύη, που οφείλουν να βαστάζουν. 33 Αυτή είναι η υπηρεσία των συγγενειών των γιων τού Μεραρί, σε όλη την υπηρεσία τους στη σκηνή τού μαρτυρίου, κάτω από την επιστασία τού Ιθάμαρ, γιου τού Ααρών, του ιερέα. 34 Ο ΜΩΥΣΗΣ, λοιπόν, και ο Ααρών και οι άρχοντες της συναγωγής απαρίθμησαν τους γιους των Κααθιτών, σύμφωνα με τις συγγένειές τους, και σύμφωνα με τις οικογένειες των πατέρων τους, 35 από 30 χρόνων κι επάνω, μέχρι 50 χρόνων, όλους όσους μπαίνουν στο τάγμα, για να κάνουν εργασίες στη σκηνή του μαρτυρίου· 36 κι εκείνοι που απαριθμήθηκαν απ' αυτούς, σύμφωνα με τις συγγένειές τους, ήσαν 2.750. 37 Αυτοί είναι που απαριθμήθηκαν από τις συγγένειες των Κααθιτών, όλοι όσοι υπηρετούν στη σκηνή του μαρτυρίου, που απαρίθμησαν ο Μωυσής και ο Ααρών, καθώς ο Κύριος πρόσταξε διαμέσου του Μωυσή. 38 Κι εκείνοι που απαριθμήθηκαν από τους γιους τού Γηρσών, σύμφωνα με τις συγγένειές τους, και σύμφωνα με τις οικογένειες των πατέρων τους, 39 από 30 χρόνων κι επάνω, μέχρι 50 χρόνων, όλοι όσοι μπαίνουν στο τάγμα, για να κάνουν εργασίες στη σκηνή τού μαρτυρίου, 40 εκείνοι που απαριθμήθηκαν απ' αυτούς, σύμφωνα με τις συγγένειές τους, σύμφωνα με τις οικογένειες των πατέρων τους, ήσαν 2.630. 41 Αυτοί είναι εκείνοι που απαριθμήθηκαν από τις συγγένειες των γιων τού Γηρσών, όλοι όσοι υπηρετούν στη σκηνή του μαρτυρίου, που απαρίθμησαν ο Μωυσής και ο Ααρών, σύμφωνα με την προσταγή τού Κυρίου. 42 Κι εκείνοι που απαριθμήθηκαν από τις συγγένειες των γιων του Μεραρί, σύμφωνα με τις συγγένειές τους, σύμφωνα με τις οικογένειές τους, 43 από 30 χρόνων κι επάνω, μέχρι 50 χρόνων, όλοι όσοι μπαίνουν στο τάγμα για να κάνουν εργασίες στη σκηνή του μαρτυρίου, 44 εκείνοι που απαριθμήθηκαν απ' αυτούς, σύμφωνα με τις συγγένειές τους, ήσαν 3.200. 45 Αυτοί είναι που απαριθμήθηκαν από τις συγγένειες των γιων του Μεραρί, που απαρίθμησαν ο Μωυσής και ο Ααρών, καθώς ο Κύριος πρόσταξε διαμέσου του Μωυσή. 46 Όλοι εκείνοι που απαριθμήθηκαν από τους Λευίτες, που απαρίθμησαν ο Μωυσής και ο Ααρών και οι άρχοντες του Ισραήλ, σύμφωνα με τις συγγένειές τους, και σύμφωνα με τις οικογένειες των πατέρων τους, 47 από 30 χρόνων κι επάνω, μέχρι 50 χρόνων, όλοι όσοι μπαίνουν μέσα για να υπηρετούν υπηρεσία και να βαστάζουν το φορτίο στη σκηνή τού μαρτυρίου, 48 εκείνοι που απαριθμήθηκαν απ' αυτούς, ήσαν 8.580. 49 Απαριθμήθηκαν καθώς ο Κύριος πρόσταξε διαμέσου του Μωυσή, κάθε ένας σύμφωνα με την υπηρεσία του, και σύμφωνα με το φορτίο του. Έτσι απαριθμήθηκαν απ' αυτόν, καθώς ο Κύριος πρόσταξε στον Μωυσή.

Αριθμοί 5

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 2 Πρόσταξε τους γιους Ισραήλ να διώξουν από το στρατόπεδο κάθε λεπρόν, και κάθε γονόρροιον, και κάθε μολυσμένον εξαιτίας νεκρού· 3 διώξτε τους, και αρσενικόν και θηλυκόν· διώξτε τους έξω από το στρατόπεδο, για να μη μολύνουν τα στρατόπεδά τους, ανάμεσα στα οποία εγώ κατοικώ. 4 Έτσι και έκαναν οι γιοι Ισραήλ, και τους έδιωξαν έξω από το στρατόπεδο· όπως ο Κύριος είπε στον Μωυσή, έτσι έκαναν οι γιοι Ισραήλ. 5 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 6 Πες στους γιους Ισραήλ, όταν ένας άνδρας ή μία γυναίκα πράξει κάτι από τα ανθρώπινα αμαρτήματα, διαπράττοντας παράβαση στον Κύριο, κι εκείνη η ψυχή αμαρτήσει, 7 τότε θα εξομολογηθεί την αμαρτία του που έπραξε, και θα αποδώσει το αδίκημά του, μαζί με το κεφάλαιό του, και σ' αυτό θα προσθέσει το ένα πέμπτον απ' αυτό, και θα το δώσει σε όποιον αδίκησε. 8 Και αν ο άνθρωπος δεν έχει συγγενή για να του αποδοθεί το αδίκημα, ας αποδίδεται το αδίκημα στον Κύριο, προς τον ιερέα, εκτός από το κριάρι τής εξιλέωσης, διαμέσου τού οποίου θα γίνει γι' αυτόν εξιλέωση. 9 Και κάθε προσφορά που υψώνεται, από όλα τα αγιασμένα πράγματα των γιων Ισραήλ, την οποία προσφέρουν στον ιερέα, θα είναι δική του. 10 Δικά του, λοιπόν, θα είναι όσα αγιάζονται από κάθε άνθρωπο· ό,τι κάθε ένας δίνει στον ιερέα, θα είναι δικό του. 11 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 12 Μίλησε στους γιους Ισραήλ, και πες τους: Αν η γυναίκα κάποιου ανθρώπου παραδρομήσει και αμαρτήσει εναντίον του, 13 και κάποιος συγκοιμηθεί μαζί της, και διαφύγει από τα μάτια τού άνδρα της, και κρυφτεί, κι αυτή μολυνθεί, και δεν υπάρχει μάρτυρας εναντίον της, και δεν πιαστεί, 14 και πέσει σ' αυτόν πνεύμα ζηλοτυπίας, και ζηλοτυπήσει τη γυναίκα του, κι αυτή είναι μολυσμένη· ή, αν πέσει σ' αυτόν το πνεύμα της ζηλοτυπίας, και ζηλοτυπήσει τη γυναίκα του, κι αυτή δεν είναι μολυσμένη· 15 τότε, ο άνθρωπος θα φέρει τη γυναίκα του στον ιερέα, και θα προσφέρει το δώρο της γι' αυτή, το ένα δέκατο του εφά, κρίθινο αλεύρι· λάδι, όμως, δεν θα χύσει επάνω σ' αυτό· ούτε λιβάνι θα βάλει επάνω σ' αυτό, επειδή είναι προσφορά ζηλοτυπίας, προσφορά ενθύμησης, που φέρνει σε ενθύμηση ανομία. 16 Και ο ιερέας θα την πλησιάσει, και θα τη στήσει μπροστά στον Κύριο. 17 Έπειτα, ο ιερέας θα πάρει άγιο νερό σε πήλινο αγγείο· και ο ιερέας θα πάρει από το χώμα, που είναι στο δάπεδο της σκηνής, και θα το βάλει στο νερό. 18 Και ο ιερέας θα στήσει τη γυναίκα μπροστά στον Κύριο, και θα ξεσκεπάσει το κεφάλι τής γυναίκας, και θα βάλει στα χέρια της την προσφορά τής ενθύμησης, την προσφορά τής ζηλοτυπίας· και στο χέρι τού ιερέα θα είναι το νερό, το πικρό, που φέρνει κατάρα. 19 Και ο ιερέας θα την ορκίσει, και θα πει στη γυναίκα: Αν δεν κοιμήθηκε κάποιος μαζί σου, και αν δεν παραδρόμησες για να μολυνθείς, και δεν δέχθηκες άλλον, αντί του άνδρα σου, ας είσαι χωρίς βλάβη απ' αυτό το νερό, το πικρό, που φέρνει την κατάρα· 20 αν, όμως, παραδρόμησες, και δέχθηκες άλλον, στη θέση του άνδρα σου, και μολύνθηκες, και κάποιος κοιμήθηκε μαζί σου, εκτός από τον άνδρα σου, 21 (τότε ο ιερέας θα ορκίσει τη γυναίκα με όρκο κατάρας, και ο ιερέας θα πει στη γυναίκα): Ο Κύριος να σε κάνει κατάρα και όρκο ανάμεσα στον λαό σου, κάνοντας ο Κύριος να σαπίσει ο μηρός σου, και να πρηστεί η κοιλιά σου· 22 κι αυτό το νερό, που φέρνει την κατάρα, θα μπει στα εντόσθιά σου, για να κάνει να πρηστεί η κοιλιά σου και να σαπίσει ο μηρός σου. Και η γυναίκα θα πει: Αμήν, αμήν. 23 Έπειτα, ο ιερέας θα γράψει αυτές τις κατάρες σε βιβλίο, και θα τις σβήσει με το νερό το πικρό· 24 και θα δώσει στη γυναίκα να πιει από το νερό, το πικρό, που φέρνει την κατάρα· και το νερό, που φέρνει την κατάρα, θα μπει σ' αυτή για πικρία. 25 Και ο ιερέας θα πάρει από το χέρι τής γυναίκας την προσφορά τς ζηλοτυπίας, και θα κινήσει την προσφορά μπροστά στον Κύριο, και θα την προσφέρει στο θυσιαστήριο· 26 και ο ιερέας θα πάρει μια χούφτα από την προσφορά, την ενθύμησή της, και θα την κάψει επάνω στο θυσιαστήριο, κι ύστερα απ' αυτά, θα δώσει στη γυναίκα να πιει το νερό. 27 Και αφού της δώσει να πιει το νερό, τότε θα συμβεί, ώστε αν είναι μολυσμένη, και αδίκησε τον άνδρα της, θα μπει σ' αυτή το νερό, που φέρνει την κατάρα, για πικρία, και η κοιλιά της θα πρηστεί, και ο μηρός της θα σαπίσει, και η γυναίκα θα είναι κατάρα ανάμεσα στον λαό της. 28 Αν, όμως, δεν είναι μολυσμένη η γυναίκα, αλλά είναι καθαρή, τότε θα μείνει χωρίς βλάβ, και θα συλλάβει σπέρμα. 29 Αυτός είναι ο νόμος τής ζηλοτυπίας, όταν κάποια παραδρομήσει και δεχθεί άλλον, αντί του άνδρα της, και μολυνθεί· 30 ή, όταν έρθει το πνεύμα τής ζηλοτυπίας σε κάποιον άνδρα, και ζηλοτυπήσει τη γυναίκα του, και στήσει τη γυναίκα του μπροστά στον Κύριο, και ο ιερέας εφαρμόσει σ' αυτήν ολοκληρωτικά αυτόν τον νόμο. 31 Τότε, ο μεν άνδρας θα είναι αθώος από την ανομία, η δε γυναίκα εκείνη θα βαστάξει την ανομία της.

Αριθμοί 6

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 2 Μίλησε προς τους γιους Ισραήλ, και πες τους: Όταν ένας άνδρας ή μία γυναίκα ευχηθεί ευχή Ναζηραίου, για να αφιερωθεί στον Κύριο, 3 θα εγκρατεύεται από κρασί και από σίκερα, ούτε θα πιει ξίδι από κρασί ή ξίδι από σίκερα ούτε θα πίνει οτιδήποτε είναι κατασκευασμένο από σταφύλι ούτε θα φάει φρέσκο σταφύλι ή σταφίδες. 4 Όλες τις ημέρες τής αφιέρωσής του δεν θα φάει τίποτε από όσα γίνονται από άμπελο, από φλοιό σταφυλιού, μέχρι το κουκούτσι του. 5 Όλες τις ημέρες τής ευχής τής αφιέρωσής του, ξυράφι δεν θα περάσει στο κεφάλι του, μέχρις ότου εκπληρωθούν οι ημέρες, που ευχήθηκε στον Κύριο· άγιος θα είναι, αφήνοντας τις τρίχες τής κόμης τού κεφαλιού του να αυξάνουν. 6 Όλες τις ημέρες τής αφιέρωσής του στον Κύριο, δεν θα μπει σε πεθαμένο. 7 Δεν θα μολυνθεί για τον πατέρα του ή για τη μητέρα του, για τον αδελφό του ή για την αδελφή του, όταν πεθάνουν· επειδή, η αφιέρωσή του στον Θεό βρίσκεται επάνω στο κεφάλι του. 8 Όλες τις ημέρες τής αφιέρωσής του είναι άγιος στον Κύριο. 9 Και αν κάποιος πεθάνει κοντά του, ξαφνικά, και μολυνθεί το κεφάλι τής αφιέρωσής του, τότε, θα ξυρίσει το κεφάλι του την ημέρα τού καθαρισμού του· την έβδομη ημέρα θα το ξυρίσει. 10 Και την όγδοη ημέρα θα φέρει στον ιερέα δύο τρυγόνια ή δύο νεοσσούς θηλυκών περιστεριών, στη θύρα της σκηνής τού μαρτυρίου· 11 και ο ιερέας θα προσφέρει το ένα για προσφορά περί αμαρτίας, και το άλλο για ολοκαύτωμα· και θα κάνει γι' αυτόν εξιλέωση, εξαιτίας τής αμαρτίας του, σε σχέση με τον νεκρό, και θα αγιάσει το κεφάλι του εκείνη την ημέρα. 12 Και θα αφιερώσει τις ημέρες τής αφιέρωσής του στον Κύριο, και θα φέρει ένα χρονιάρικο αρνί για προσφορά περί ανομίας· και οι ημέρες που πέρασαν δεν θα λογαριαστούν, επειδή μολύνθηκε η αφιέρωσή του. 13 Και ο νόμος τού Ναζηραίου, αφού συμπληρωθούν οι ημέρες της αφιέρωσής του, είναι τούτος: Θα φερθεί στη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου, 14 και θα προσφέρει το δώρο του στον Κύριο, ένα χρονιάρικο αρνί, χωρίς ψεγάδι, για ολοκαύτωμα, και ένα αρνί θηλυκό, χρονιάρικο, χωρίς ψεγάδι, για προσφορά περί αμαρτίας, και ένα κριάρι χωρίς ψεγάδι για ειρηνική προσφορά, 15 και ένα κανίστρι με άζυμα ψωμιά, από σιμιγδάλι ζυμωμένο με λάδι, και λάγανα άζυμα χρισμένα με λάδι, και την προσφορά τους από άλφιτα, και τη σπονδή τους. 16 Και ο ιερέας θα τα προσφέρει μπροστά στον Κύριο, και θα κάνει την προσφορά του περί αμαρτίας, και το ολοκαύτωμά του. 17 Και θα προσφέρει το κριάρι για ειρηνική θυσία στον Κύριο, μαζί με το κανίστρι των αζύμων· ο ιερέας θα προσφέρει ακόμα την προσφορά του από άλφιτα, και τη σπονδή του. 18 Και ο Ναζηραίος θα ξυρίσει το κεφάλι τής αφιέρωσής του στη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου, και θα πάρει τις τρίχες τού κεφαλιού τής αφιέρωσής του, και θα τις βάλει επάνω στη φωτιά, που βρίσκεται κάτω από την ειρηνική θυσία. 19 Και ο ιερέας θα πάρει τον ψημένο ώμο τού κριαριού, και ένα άζυμο ψωμί από το κανίστρι, και ένα άζυμο λάγανο, και θα τα βάλει στα χέρια τού Ναζηραίου, αφού ξυρίσει πρώτα τις τρίχες τής αφιέρωσής του. 20 Και ο ιερέας θα τα κινήσει σε κινητή προσφορά μπροστά στον Κύριο· αυτό είναι άγιο στον ιερέα, μαζί με το στήθος τής κινητής προσφοράς, και μαζί με τον ώμο τής προσφοράς που υψώνεται· και ύστερα απ' αυτά, ο Ναζηραίος μπορεί να πιει κρασί. 21 Για τον Ναζηραίο, που έκανε ευχή, ο νόμος τού δώρου του στον Κύριο για την αφιέρωσή του, είναι αυτός, εκτός εκείνου που θα προσέφερε εκούσια· σύμφωνα με την ευχή, που ευχήθηκε, έτσι θα κάνει, σύμφωνα με τον νόμο τής αφιέρωσής του. 22 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 23 Μίλησε στον Ααρών, και στους γιους του, ως εξής: Έτσι θα ευλογείτε τους γιους Ισραήλ, λέγοντάς τους, 24 Ο Κύριος να σε ευλογήσει και να σε φυλάξει! 25 Ο Κύριος να επιλάμψει το πρόσωπό του επάνω σου, και να σε ελεήσει! 26 Ο Κύριος να υψώσει το πρόσωπό του επάνω σου, και να σου δώσει ειρήνη! 27 Και θα βάλουν το όνομά μου επάνω στους γιους Ισραήλ· κι εγώ θα τους ευλογήσω.

Αριθμοί 7

1 ΚΑΙ την ημέρα που ο Μωυσής τελείωσε να στήνει τη σκηνή, και την έχρισε, και την αγίασε, και όλα τα σκεύη της, και το θυσιαστήριο, και όλα τα σκεύη του, και τα έχρισε, και τα αγίασε· 2 τότε, οι άρχοντες του Ισραήλ, οι αρχηγοί των οικογενειών των πατέρων τους, που ήσαν οι άρχοντες των φυλών, που επιστάτησαν στην απαρίθμηση, έκαναν προσφορά· 3 και έφεραν τα δώρα τους μπροστά στον Κύριο, έξι άμαξες σκεπαστές, και 12 βόδια, μια άμαξα ανά δύο άρχοντες, και ένα βόδι ο καθένας, και τα έφεραν μπροστά στη σκηνή. 4 Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή, λέγοντας: 5 Πάρ' τα απ' αυτούς, και θα είναι για τα έργα τής υπηρεσίας τής σκηνής τού μαρτυρίου· και θα τα δώσεις στους Λευίτες, σε κάθε έναν σύμφωνα με την υπηρεσία του. 6 Και ο Μωυσής πήρε τις άμαξες και τα βόδια, και τα έδωσε στους Λευίτες. 7 Τις δύο άμαξες και τα τέσσερα βόδια τα έδωσε στους γιους τού Γηρσών, σύμφωνα με την υπηρεσία τους. 8 Και τις τέσσερις άμαξες και τα οκτώ βόδια τα έδωσε στους γιους τού Μεραρί, σύμφωνα με την υπηρεσία τους, κάτω από την επιστασία τού Ιθάμαρ, γιου τού Ααρών, του ιερέα. 9 Όμως, στους γιους τού Καάθ δεν έδωσε· επειδή, η υπηρεσία τους στο αγιαστήριο ήταν να βαστάζουν τα σκεύη επάνω στους ώμους. 10 Και οι άρχοντες πρόσφεραν για τον εγκαινιασμό τού θυσιαστηρίου, την ημέρα που χρίστηκε, και πρόσφεραν οι άρχοντες τα δώρα τους μπροστά στο θυσιαστήριο. 11 Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Θα προσφέρουν τα δώρα τους, ένας άρχοντας κάθε ημέρα για τον εγκαινιασμό τού αγιαστηρίου. 12 Κι εκείνος που πρόσφερε το δώρο του την πρώτη ημέρα ήταν ο Ναασσών, ο γιος τού Αμμιναδάβ, από τη φυλή τού Ιούδα· 13 και το δώρο του ήταν ένας ασημένιος δίσκος, βάρους 130 σίκλων· μια λεκανίτσα ασημένια 70 σίκλων, σύμφωνα με τον άγιο σίκλο· και τα δύο γεμάτα με σιμιγδάλι, ζυμωμένο με λάδι, για προσφορά από άλφιτα· 14 ένα χρυσό θυμιατοδόχο 10 σίκλων γεμάτο με θυμίαμα· 15 ένα μοσχάρι από βόδια, ένα κριάρι, ένα αρνί χρονιάρικο, για ολοκαύτωμα· 16 έναν τράγο από κατσίκες για προσφορά περί αμαρτίας· 17 και για ειρηνική θυσία, δύο βόδια, πέντε κριάρια, πέντε τράγους, πέντε χρονιάρικα αρνιά. Αυτό ήταν το δώρο τού Ναασσών, του γιου τού Αμμιναδάβ. 18 Τη δεύτερη ημέρα πρόσφερε ο Ναθαναήλ, ο γιος τού Σουάρ, ο άρχοντας της φυλής τού Ισσάχαρ· 19 και πρόσφερε το δώρο του έναν ασημένιο δίσκο, βάρους 130 σίκλων, μια ασημένια λεκανίτσα 70 σίκλων, σύμφωνα με τον άγιο σίκλο· και τα δύο γεμάτα με σιμιγδάλι, ζυμωμένο με λάδι, για προσφορά από άλφιτα· 20 ένα χρυσό θυμιατοδόχο 10 σίκλων, γεμάτο με θυμίαμα· 21 ένα μοσχάρι από βόδια, ένα κριάρι, ένα χρονιάρικο αρνί, για ολοκαύτωμα· 22 έναν τράγο από κατσίκες για προσφορά περί αμαρτίας· 23 και για ειρηνική θυσία, δύο βόδια, πέντε κριάρια, πέντε τράγους, πέντε χρονιάρικα αρνιά. Αυτό ήταν το δώρο τού Ναθαναήλ, του γιου τού Σουάρ. 24 Την τρίτη ημέρα πρόσφερε ο άρχοντας των γιων τού Ζαβουλών, ο Ελιάβ, ο γιος τού Χαιλών· 25 το δώρο του ήταν ένας ασημένιος δίσκος, βάρους 130 σίκλων· μια ασημένια λεκανίτσα 70 σίκλων, σύμφωνα με τον άγιο σίκλο· και τα δύο γεμάτα με σιμιγδάλι, ζυμωμένο με λάδι, για προσφορά από άλφιτα· 26 ένα χρυσό θυμιατοδόχο 10 σίκλων, γεμάτο με θυμίαμα· 27 ένα μοσχάρι από βόδια, ένα κριάρι, ένα χρονιάρικο αρνί, για ολοκαύτωμα· 28 έναν τράγο από κατσίκες, για προσφορά περί αμαρτίας· 29 και για ειρηνική θυσία, δύο βόδια, πέντε κριάρια, πέντε τράγους, πέντε χρονιάρικα αρνιά. Αυτό ήταν το δώρο τού Ελιάβ, του γιου τού Χαιλών. 30 Την τέταρτη ημέρα πρόσφερε ο Ελισούρ, ο γιος τού Σεδιούρ, ο άρχοντας των γιων τού Ρουβήν· 31 το δώρο του ήταν ένας ασημένιος δίσκος, βάρους 130 σίκλων· μια ασημένια λεκανίτσα 70 σίκλων, σύμφωνα με τον άγιο σίκλο· και τα δύο γεμάτα με σιμιγδάλι, ζυμωμένο με λάδι, για προσφορά από άλφιτα· 32 ένα χρυσό θυμιατοδόχο 10 σίκλων, γεμάτο με θυμίαμα· 33 ένα μοσχάρι από βόδια, ένα κριάρι, ένα χρονιάρικο αρνί, για ολοκαύτωμα· 34 έναν τράγο από κατσίκες, για προσφορά περί αμαρτίας· 35 και για ειρηνική θυσία, δύο βόδια, πέντε κριάρια, πέντε τράγους, πέντε χρονιάρικα αρνιά. Αυτό ήταν το δώρο τού Ελισούρ, του γιου τού Σεδιούρ. 36 Την πέμπτη ημέρα πρόσφερε ο άρχοντας των γιων τού Συμεών, ο Σελουμιήλ, ο γιος τού Σουρισαδαϊ· 37 το δώρο του ήταν ένας ασημένιος δίσκος, βάρους 130 σίκλων· μια ασημένια λεκανίτσα 70 σίκλων, σύμφωνα με τον άγιο σίκλο· και τα δύο γεμάτα με σιμιγδάλι, ζυμωμένο με λάδι, για προσφορά από άλφιτα· 38 ένα χρυσό θυμιατοδόχο 10 σίκλων, γεμάτο με θυμίαμα· 39 ένα μοσχάρι από βόδια, ένα κριάρι, ένα χρονιάρικο αρνί, για ολοκαύτωμα· 40 ένας τράγο από κατσίκες, για προσφορά περί αμαρτίας· 41 και για ειρηνική θυσία, δύο βόδια, πέντε κριάρια, πέντε τράγους, πέντε χρονιάρικα αρνιά. Αυτό ήταν το δώρο τού Σελουμιήλ, του γιου τού Σουρισαδαϊ. 42 Την έκτη ημέρα πρόσφερε ο άρχοντας των γιων τού Γαδ, ο Ελιασάφ, ο γιος τού Δεουήλ· 43 το δώρο του ήταν ένας ασημένιος δίσκος, βάρους 130 σίκλων· μια ασημένια λεκανίτσα 70 σίκλων, σύμφωνα με τον άγιο σίκλο· και τα δύο γεμάτα με σιμιγδάλι, ζυμωμένο με λάδι, για προσφορά από άλφιτα· 44 ένα χρυσό θυμιατοδόχο 10 σίκλων, γεμάτο με θυμίαμα· 45 ένα μοσχάρι από βόδια, ένα κριάρι, ένα χρονιάρικο αρνί, για ολοκαύτωμα· 46 έναν τράγο από κατσίκες, για προσφορά περί αμαρτίας· 47 και για ειρηνική θυσία, δύο βόδια, πέντε κριάρια, πέντε τράγους, πέντε χρονιάρικα αρνιά. Αυτό ήταν το δώρο τού Ελιασάφ, του γιου τού Δεουήλ. 48 Την έβδομη ημέρα πρόσφερε ο άρχοντας των γιων τού Εφραϊμ, ο Ελισαμά, ο γιος τού Αμμιούδ· 49 το δώρο του ήταν ένας ασημένιος δίσκος, βάρους 130 σίκλων· μια ασημένια λεκανίτσα 70 σίκλων, σύμφωνα με τον άγιο σίκλο· και τα δύο γεμάτα με σιμιγδάλι, ζυμωμένο με λάδι, για προσφορά από άλφιτα· 50 ένα χρυσό θυμιατοδόχο 10 σίκλων, γεμάτο με θυμίαμα· 51 ένα μοσχάρι από βόδια, ένα κριάρι, ένα χρονιάρικο αρνί για ολοκαύτωμα· 52 έναν τράγο από κατσίκες, για προσφορά περί αμαρτίας· 53 και για ειρηνική θυσία, δύο βόδια, πέντε κριάρια, πέντε τράγους, πέντε χρονιάρικα αρνιά. Αυτό ήταν το δώρο τού Ελισαμά, του γιου τού Αμμιούδ. 54 Την όγδοη ημέρα πρόσφερε ο άρχοντας των γιων τού Μανασσή, ο Γαμαλιήλ, ο γιος τού Φεδασσούρ· 55 το δώρο του ήταν ένας ασημένιος δίσκος, βάρους 130 σίκλων· μια ασημένια λεκανίτσα 70 σίκλων, σύμφωνα με τον άγιο σίκλο· και τα δύο γεμάτα με σιμιγδάλι, ζυμωμένο με λάδι, για προσφορά από άλφιτα· 56 ένα χρυσό θυμιατοδόχο 10 σίκλων, γεμάτο με θυμίαμα· 57 ένα μοσχάρι από βόδια, ένα κριάρι, ένα χρονιάρικο αρνί, για ολοκαύτωμα· 58 ένας τράγο από κατσίκες, για προσφορά περί αμαρτίας· 59 και για ειρηνική θυσία, δύο βόδια, πέντε κριάρια, πέντε τράγους, πέντε χρονιάρικα αρνιά. Αυτό ήταν το δώρο τού Γαμαλιήλ, του γιου τού Φεδασσούρ. 60 Την ένατη ημέρα πρόσφερε ο άρχοντας των γιων τού Βενιαμίν, ο Αβειδάν, ο γιος τού Γιδεωνί· 61 το δώρο του ήταν ένας ασημένιος δίσκος, βάρους 130 σίκλων· μια ασημένια λεκανίτσα 70 σίκλων, σύμφωνα με τον άγιο σίκλο· και τα δύο γεμάτα με σιμιγδάλι, ζυμωμένο με λάδι, για προσφορά από άλφιτα· 62 ένα χρυσό θυμιατοδόχο 10 σίκλων, γεμάτο με θυμίαμα· 63 ένα μοσχάρι από βόδια, ένα κριάρι, ένα αρνί χρονιάρικο, για ολοκαύτωμα· 64 έναν τράγο από κατσίκες, για προσφορά περί αμαρτίας· 65 και για ειρηνική θυσία, δύο βόδια, πέντε κριάρια, πέντε τράγους, πέντε χρονιάρικα αρνιά. Αυτό ήταν το δώρο τού Αβειδάν, του γιου τού Γιδεωνί. 66 Τη δέκατη ημέρα πρόσφερε ο άρχοντας των γιων τού Δαν, ο Αχιέζερ, ο γιος τού Αμμισαδαϊ, 67 το δώρο του ήταν ένας ασημένιος δίσκος, βάρους 130 σίκλων· μια ασημένια λεκανίτσα 70 σίκλων, σύμφωνα με τον άγιο σίκλο· και τα δύο γεμάτα με σιμιγδάλι, ζυμωμένο με λάδι, για προσφορά από άλφιτα· 68 ένα χρυσό θυμιατοδόχο δέκα σίκλων, γεμάτο με θυμίαμα· 69 ένα μοσχάρι από βόδια, ένα κριάρι, ένα χρονιάρικο αρνί, για ολοκαύτωμα· 70 έναν τράγο από κατσίκες, για προσφορά περί αμαρτίας· 71 και για ειρηνική θυσία, δύο βόδια, πέντε κριάρια, πέντε τράγους, πέντε χρονιάρικα αρνιά. Αυτό ήταν το δώρο τού Αχιέζερ, του γιου τού Αμμισαδαϊ. 72 Την ενδέκατη ημέρα πρόσφερε ο άρχοντας των γιων τού Ασήρ, ο Φαγαιήλ, ο γιος τού Οχράν· 73 το δώρο του ήταν ένας ασημένιος δίσκος, βάρους 130 σίκλων· μια ασημένια λεκανίτσα 70 σίκλων, σύμφωνα με τον άγιο σίκλο· και τα δύο γεμάτα με σιμιγδάλι, ζυμωμένο με λάδι, για προσφορά από άλφιτα· 74 ένα χρυσό θυμιατοδόχο 10 σίκλων, γεμάτο με θυμίαμα· 75 ένα μοσχάρι από βόδια, ένα κριάρι, ένα χρονιάρικο αρνί, για ολοκαύτωμα· 76 έναν τράγο από κατσίκες, για προσφορά περί αμαρτίας· 77 και για ειρηνική θυσία, δύο βόδια, πέντε κριάρια, πέντε τράγους, πέντε χρονιάρικα αρνιά. Αυτό ήταν το δώρο τού Φαγαιήλ, του γιου τού Οχράν. 78 Τη δωδέκατη ημέρα πρόσφερε ο άρχοντας των γιων τού Νεφθαλί, ο Αχιρά, ο γιος τού Αινάν· 79 το δώρο του ήταν ένας ασημένιος δίσκος, βάρους 130 σίκλων· μια ασημένια λεκανίτσα 70 σίκλων, σύμφωνα με τον άγιο σίκλο· και τα δύο γεμάτα με σιμιγδάλι, ζυμωμένο με λάδι, για προσφορά από άλφιτα· 80 ένα χρυσό θυμιατοδόχο 10 σίκλων· γεμάτο με θυμίαμα· 81 ένα μοσχάρι από βόδια, ένα κριάρι, ένα χρονιάρικο αρνί, για ολοκαύτωμα· 82 έναν τράγο από κατσίκες, για προσφορά περί αμαρτίας· 83 και για ειρηνική θυσία, δύο βόδια, πέντε κριάρια, πέντε τράγους, πέντε χρονιάρικα αρνιά. Αυτό ήταν το δώρο τού Αχιρά, του γιου τού Αινάν. 84 Αυτός ήταν ο εγκαινιασμός του θυσιαστηρίου, την ημέρα που χρίστηκε από τους άρχοντες του Ισραήλ· 12 ασημένιοι δίσκοι, 12 ασημένιες λεκανίτσες, 12 χρυσά θυμιατοδόχα· 85 ο κάθε ασημένιος δίσκος ήταν 130 σίκλους, και η κάθε ασημένια λεκανίτσα ήταν 70 σίκλους· ολόκληρο το ασήμι των σκευών ήταν 2.400 σίκλοι, σύμφωνα με τον άγιο σίκλο· 86 12 χρυσά θυμιατοδόχα, γεμάτα με θυμίαμα, από 10 σίκλους το κάθε θυμιατοδόχο, σύμφωνα με τον άγιο σίκλο· ολόκληρο το χρυσάφι των θυμιατοδόχων ήταν 120 σίκλοι. 87 Όλα τα βόδια για το ολοκαύτωμα ήσαν 12 μοσχάρια, τα κριάρια 12, τα χρονιάρικα αρνιά 12, μαζί με τις προσφορές τους από άλφιτα, και 12 οι τράγοι από κατσίκες για προσφορά περί αμαρτίας. 88 Και όλα τα βόδια για ειρηνική θυσία ήσαν 24 μοσχάρια, 60 τα κριάρια, οι τράγοι 60, τα χρονιάρικα αρνιά 60~60 Αυτός ήταν ο εγκαινιασμός τού θυσιαστηρίου, αφού χρίστηκε. 89 ΚΑΙ όταν ο Μωυσής μπήκε στη σκηνή τού μαρτυρίου για να μιλήσει με τον Κύριο, τότε άκουσε τη φωνή εκείνου που του μιλούσε από πάνω από το ιλαστήριο, που ήταν επάνω στην κιβωτό τού μαρτυρίου, ανάμεσα στα δύο χερουβείμ· και του μιλούσε.

Αριθμοί 8

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 2 Μίλησε στον Ααρών, και πες του: Όταν ανάψεις τα λυχνάρια, τα επτά λυχνάρια θα φωτίζουν κατά πρόσωπο της λυχνίας. 3 Και ο Ααρών έκανε έτσι· άναψε τα λυχνάρια της, κατά πρόσωπο της λυχνίας, όπως ο Κύριος πρόσταξε στον Μωυσή. 4 Κι αυτή ήταν η κατασκευή τής λυχνίας· από σφυρηλατημένο χρυσάφι, και ο κορμός της, και τα άνθη της, ήταν ολόκληρη σφυρηλατημένη· σύμφωνα με το σχέδιο, που ο Κύριος είχε δείξει στον Μωυσή, έτσι έκανε τη λυχνία. 5 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 6 Πάρε τους Λευίτες ανάμεσα από τους γιους Ισραήλ, και καθάρισέ τους. 7 Και θα κάνεις σ' αυτούς για τον καθαρισμό τους, ως εξής: Ράντισε επάνω τους νερό καθαρισμού, και ας περάσουν ξυράφι σε ολόκληρο το σώμα τους, και ας πλύνουν τα ενδύματά τους, και ας καθαριστούν. 8 Έπειτα, ας πάρουν ένα μοσχάρι από βόδια, μαζί με την προσφορά του από άλφιτα, από σιμιγδάλι ζυμωμένο με λάδι, και θα πάρεις ένα άλλο μοσχάρι από βόδια για προσφορά περί αμαρτίας. 9 Και θα φέρεις τους Λευίτες μπροστά στη σκηνή τού μαρτυρίου, και θα συγκεντρώσεις ολόκληρη τη συναγωγή των γιων Ισραήλ· 10 και θα φέρεις τους Λευίτες μπροστά στον Κύριο, και θα επιθέσουν οι γιοι Ισραήλ τα χέρια τους επάνω στους Λευίτες· 11 και ο Ααρών θα προσφέρει τούς Λευίτες μπροστά στον Κύριο προσφορά από τους γιους Ισραήλ, για να υπηρετούν την υπηρεσία τού Κυρίου. 12 Και οι Λευίτες θα επιθέσουν τα χέρια τους επάνω στα κεφάλια των μοσχαριών, και θα προσφέρεις το ένα περί αμαρτίας, και το άλλο για ολοκαύτωμα, στον Κύριο· για να κάνεις εξιλέωση για τους Λευίτες. 13 Και θα στήσεις τούς Λευίτες μπροστά στον Ααρών, και μπροστά στους γιους του· και θα τους προσφέρεις προσφορά στον Κύριο. 14 Έτσι θα αποχωρίσεις τους Λευίτες ανάμεσα από τους γιους Ισραήλ, και οι Λευίτες θα είναι δικοί μου. 15 Και ύστερα απ' αυτά, θα μπουν οι Λευίτες για να υπηρετούν τη σκηνή τού μαρτυρίου· και θα τους καθαρίσεις, και θα τους προσφέρεις προσφορά. 16 Επειδή, αυτοί είναι δοσμένοι ως δώρο σε μένα από ανάμεσα από τους γιους Ισραήλ· στη θέση εκείνων που διανοίγουν κάθε μήτρα, όλων των πρωτότοκων των γιων Ισραήλ, τους πήρα για τον εαυτό μου. 17 Επειδή, όλα τα πρωτότοκα των γιων Ισραήλ είναι δικά μου, από άνθρωπο μέχρι κτήνος· την ημέρα που πάταξα όλα τα πρωτότοκα στη γη τής Αιγύπτου, τους αγίασα για τον εαυτό μου· 18 και πήρα τούς Λευίτες στη θέση όλων των πρωτότοκων των γιων Ισραήλ. 19 Και έδωσα τους Λευίτες δώρο στον Ααρών, και στους γιους του, από ανάμεσα τους γιους Ισραήλ, για να υπηρετούν την υπηρεσία των γιων Ισραήλ στη σκηνή τού μαρτυρίου, και για να κάνουν εξιλέωση για τους γιους Ισραήλ· για να μη είναι πληγή επάνω στους γιους Ισραήλ, αν πλησιάσουν οι γιοι Ισραήλ στα άγια. 20 ΚΑΙ ο Μωυσής και ο Ααρών και ολόκληρη η συναγωγή των γιων Ισραήλ έκαναν στους Λευίτες, σύμφωνα με όλα όσα ο Κύριος πρόσταξε στον Μωυσή, για τους Λευίτες· έτσι έκαναν σ' αυτούς οι γιοι Ισραήλ· 21 Και καθαρίστηκαν οι Λευίτες, και έπλυναν τα ιμάτιά τους· και τους πρόσφερε ο Ααρών προσφορά μπροστά στον Κύριο, και ο Ααρών έκανε γι' αυτούς εξιλέωση, για να τους καθαρίσει. 22 Και ύστερα απ' αυτά μπήκαν οι Λευίτες για να υπηρετούν την υπηρεσία τους στη σκηνή τού μαρτυρίου, μπροστά στον Ααρών, και μπροστά στους γιους του· όπως ο Κύριος πρόσταξε στον Μωυσή για τους Λευίτες, έτσι έκαναν σ' αυτούς. 23 Και ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 24 Αυτό είναι που έχει σχέση με τους Λευίτες· από 25 χρόνων κι επάνω θα μπαίνουν να εκτελούν την υπηρεσία τής σκηνής τού μαρτυρίου· 25 και από 50 χρόνων θα σταματούν από το να εκτελούν την υπηρεσία, και δεν θα υπηρετούν πλέον· 26 αλλά, θα υποβοηθούν τους αδελφούς τους στη σκηνή τού μαρτυρίου, για να τηρούν τις υπηρεσίες· υπηρεσία, όμως, δεν θα κάνουν. Έτσι θα κάνεις στους Λευίτες, ως προς τις υπηρεσίες τους.

Αριθμοί 9

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, στην έρημο Σινά, τον πρώτο μήνα του δεύτερου χρόνου, αφού βγήκαν από τη γη τής Αιγύπτου, λέγοντας: 2 Ας κάνουν οι γιοι Ισραήλ το Πάσχα στον καιρό του· 3 τη 14η ημέρα αυτού του μήνα, προς την εσπέρα, θα το κάνετε, στον καιρό του· σύμφωνα με όλα τα νόμιμά του, και σύμφωνα με όλες τις τελετές του, θα το κάνετε. 4 Και ο Μωυσής μίλησε στους γιους Ισραήλ για να κάνουν το Πάσχα. 5 Και έκαναν το Πάσχα τη 14η ημέρα τού πρώτου μήνα, προς την εσπέρα, στην έρημο Σινά· σύμφωνα με όσα ο Κύριος πρόσταξε στον Μωυσή, έτσι έκαναν οι γιοι Ισραήλ. 6 Και βρίσκονταν μερικοί, που ήσαν ακάθαρτοι από νεκρό σώμα ανθρώπου, και δεν μπορούσαν να κάνουν το Πάσχα εκείνη την ημέρα· και ήρθαν μπροστά στον Μωυσή και μπροστά στον Ααρών εκείνη την ημέρα. 7 Και οι άνδρες εκείνοι του είπαν: Εμείς είμαστε ακάθαρτοι από νεκρό σώμα ανθρώπου· γιατί εμποδιζόμαστε να προσφέρουμε το δώρο τού Κυρίου στον καιρό του, ανάμεσα στους γιους Ισραήλ; 8 Και ο Μωυσής είπε σ' αυτούς: Σταθείτε αυτού, και θα ακούσω τι ο Κύριος θα με προστάξει για σας. 9 Και ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 10 Πες στους γιους Ισραήλ, λέγοντας: Αν κάποιος άνθρωπος από σας ή από τις γενεές σας γίνει ακάθαρτος από νεκρό σώμα ή είναι σε οδοιπορία θα κάνει το Πάσχα στον Κύριο· 11 τη 14η ημέρα τού δεύτερου μήνα, προς την εσπέρα, θα το κάνουν, και θα το φάνε με άζυμα και πικρά χόρτα. 12 Δεν θα αφήσουν απ' αυτό υπόλοιπο μέχρι το πρωί, ούτε θα συντρίψουν απ' αυτό κάποιο κόκαλό του· θα το κάνουν σύμφωνα με όλα τα νόμιμα του Πάσχα. 13 Και ο άνθρωπος, που, ενώ είναι καθαρός, και δεν βρίσκεται σε οδοιπορία, λείψει από το να κάνει το Πάσχα, η ψυχή εκείνη θα εξολοθρευτεί από τον λαό της· επειδή, δεν πρόσφερε το δώρο τού Κυρίου στον καιρό του, ο άνθρωπος εκείνος θα βαστάξει την αμαρτία του. 14 Και αν ένας ξένος παροικεί μεταξύ σας, και κάνει το Πάσχα στον Κύριο, σύμφωνα με τα νόμιμα του Πάσχα, και σύμφωνα με τις τελετές του, έτσι θα το κάνει· τον ίδιο νόμο θα έχετε, και για τον ξένο και για τον αυτόχθονα. 15 ΚΑΙ την ημέρα που στήθηκε η σκηνή, η νεφέλη σκέπασε τη σκηνή, τον οίκο τού μαρτυρίου· και από την εσπέρα μέχρι το πρωί ήταν επάνω στη σκηνή, σαν ένα είδος φωτιάς. 16 Έτσι γινόταν πάντοτε· η νεφέλη τη σκέπαζε την ημέρα, καις φωτιάς τη νύχτα. 17 Και όταν ανέβαινε η νεφέλη από τη σκηνή, τότε σηκώνονταν οι γιοι Ισραήλ· και στον τόπο όπου στεκόταν η νεφέλη, εκεί στρατοπέδευαν οι γιοι Ισραήλ. 18 Σύμφωνα με την προσταγή τού Κυρίου σηκώνονταν οι γιοι Ισραήλ, και σύμφωνα με την προσταγή τού Κυρίου στρατοπέδευαν· όλες τις ημέρες που η νεφέλη παρέμενε επάνω στη σκηνή, έμεναν στρατοπεδευμένοι. 19 Και όταν η νεφέλη παρέμενε επάνω στη σκηνή πολλές ημέρες, τότε οι γιοι Ισραήλ τηρούσαν τις υπηρεσίες τού Κυρίου, και δεν σηκώνονταν 20 Και όταν η νεφέλη στεκόταν επάνω στη σκηνή, οσεσδήποτε ημέρες, σύμφωνα με την προσταγή τού Κυρίου, έμεναν στρατοπεδευμένοι, και σύμφωνα με την προσταγή τού Κυρίου σηκώνονταν. 21 Και όταν η νεφέλη στεκόταν από την εσπέρα μέχρι το πρωί, και ανέβαινε η νεφέλη το πρωί, τότε κι αυτοί σηκώνονταν· είτε την ημέρα είτε τη νύχτα ανέβαινε η νεφέλη, τότε αυτοί σηκώνονταν. 22 Δύο ημέρες ή έναν μήνα ή έναν χρόνο, αν παρέμενε η νεφέλη επάνω στη σκηνή, καθώς στεκόταν επάνω της, οι γιοι Ισραήλ έμεναν στρατοπεδευμένοι, και δεν σηκώνονταν· όταν, όμως, αυτή ανέβαινε, σηκώνονταν. 23 Σύμφωνα με την προσταγή τού Κυρίου στρατοπέδευαν, και σύμφωνα με την προσταγή τού Κυρίου σηκώνονταν· τηρούσαν τις υπηρεσίες τού Κυρίου, καθώς ο Κύριος πρόσταξε διαμέσου τού Μωυσή.

Αριθμοί 10

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 2 Κάνε για τον εαυτό σου δύο ασημένιες σάλπιγγες· σφυρηλατημένες θα τις κάνεις, και θα είναι σε σέναγια να συγκαλείς τη συναγωγή, και να βάζεις σε κίνηση τα στρατόπεδα. 3 Και όταν σαλπίζουν μ' αυτές, ολόκληρη η συναγωγή θα συναθροίζεται προς εσένα στη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου. 4 Και αν σαλπίσουν μεμόνον μία, τότε θα συναθροίζονται προς εσένα οι άρχοντες, οι αρχηγοί των χιλιάδων τού Ισραήλ. 5 Και όταν σαλπίζετε αλαλαγμό, τότε θα σηκώνονται τα στρατόπεδα, που είναι στρατοπεδευμένα προς την ανατολή. 6 Και όταν σαλπίζετε δεύτερον αλαλαγμό, τότε θα σηκώνονται τα στρατόπεδα, που είναι στρατοπεδευμένα προς νότον· θα σαλπίζουν αλαλαγμό για να σηκωθούν. 7 Και όταν συγκαλείται η συναγωγή, θα σαλπίζετε, όχι όμως αλαλαγμό. 8 Και οι γιοι τού Ααρών, οι ιερείς, θα σαλπίζουν με τις σάλπιγγες· κι αυτά θα είναι σε σας αιώνιος θεσμός στις γενεές σας. 9 Και αν στη γη σας βγείτε σε μάχη, ενάντια στον εχθρό, που πολεμάει εναντίον σας, τότε θα σαλπίζετε αλαλαγμό με τις σάλπιγγες, και θα έρθετε σε ενθύμηση μπροστά στον Κύριο τον Θεό σας, και θα διασωθείτε από τους εχθρούς σας. 10 Και στις ημέρες τής ευφροσύνης σας, και στις γιορτές σας, και στις νεομηνίες σας, θα σαλπίζετε με τις σάλπιγγες επάνω στα ολοκαυτώματά σας, κι επάνω στις θυσίες των ειρηνικών προσφορών σας, και θα είναι για σας προς ενθύμηση μπροστά στον Θεό σας. Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας. 11 ΚΑΙ την 20ή ημέρα τού δεύτερου μήνα, του δεύτερου χρόνου, ανέβηκε η νεφέλη από τη σκηνή τού μαρτυρίου. 12 Και σηκώθηκαν οι γιοι Ισραήλ σύμφωνα με την τάξη της οδοιπορίας τους, από την έρημο Σινά, και η νεφέλη στάθηκε στην έρημο Φαράν. 13 Και πρώτα σηκώθηκαν, καθώς ο Κύριος πρόσταξε διαμέσου του Μωυσή. 14 Και πρώτη σηκώθηκε η σημαία τού στρατοπέδου των γιων τού Ιούδα, σύμφωνα με τα τάγματά τους, και επικεφαλής τού στρατεύματός του ήταν ο Ναασσών, ο γιος τού Αμμιναδάβ. 15 Και επικεφαλής τού στρατεύματος της φυλής των γιων τού Ισσάχαρ ήταν ο Ναθαναήλ, ο γιος τού Σουάρ. 16 Και επικεφαλής του στρατεύματος της φυλής των γιων τού Ζαβουλών, ο Ελιάβ, ο γιος τού Χαιλών. 17 Και κατέβασαν τη σκηνή· και οι γιοι τού Γηρσών, και οι γιοι τού Μεραρί, σηκώθηκαν, βαστάζοντας τη σκηνή. 18 Έπειτα, σηκώθηκε η σημαία του στρατοπέδου τού Ρουβήν, σύμφωνα με τα τάγματά τους, και επικεφαλής τού στρατεύματός του ήταν ο Ελισούρ, ο γιος τού Σεδιούρ. 19 Και επικεφαλής τού στρατεύματος της φυλής των γιων τού Συμεών ήταν ο Σελουμιήλ, ο γιος τού Σουρισαδαϊ. 20 Και επικεφαλής τής φυλής των γιων τού Γαδ ήταν ο Ελιασάφ, ο γιος τού Δεουήλ. 21 Και οι Κααθίτες σηκώθηκαν, βαστάζοντας τα άγια, και οι άλλοι έστηναν τη σκηνή, μέχρις ότου φτάσουν αυτοί. 22 Έπειτα, σηκώθηκε η σημαία τού στρατοπέδου των γιων τού Εφραϊμ, σύμφωνα με τα τάγματά τους, και επικεφαλής τού στρατεύματός του ήταν ο Ελισαμά, ο γιος τού Αμμιούδ. 23 Και επικεφαλής τού στρατεύματος της φυλής των γιων τού Μανασσή ήταν ο Γαμαλιήλ, ο γιος τού Φεδασσούρ. 24 Και επικεφαλής τού στρατεύματος της φυλής των γιων Βενιαμίν ήταν ο Αβειδάν, ο γιος τού Γιδεωνί. 25 Έπειτα, σηκώθηκε η σημαία τού στρατοπέδου των γιων τού Δαν, πίσω από όλα τα στρατόπεδα, σύμφωνα με τα τάγματά τους, και επικεφαλής τού στρατεύματός του ήταν ο Αχιέζερ, ο γιος τού Αμμισαδαϊ. 26 Και επικεφαλής τού στρατεύματος της φυλής των γιων τού Ασήρ ήταν ο Φαγαιήλ, ο γιος τού Οχράν. 27 Και επικεφαλής του στρατεύματος της φυλής των γιων τού Νεφθαλί ήταν ο Αχιρά, ο γιος τού Αινάν. 28 Έτσι γινόταν η οδοιπορία των γιων Ισραήλ, σύμφωνα με τα τάγματά τους, όταν σηκώνονταν. 29 Και ο Μωυσής είπε στον Οβάβ, τον γιο τού Ραγουήλ, του Μαδιανίτη, του πεθερού τού Μωυσή: Εμείς πηγαίνουμε στον τόπο, για τον οποίο ο Κύριος είπε: Αυτόν θα σας δώσω· έλα μαζί μας, και θα σε αγαθοποιήσουμε· επειδή, ο Κύριος μίλησε αγαθά για τον Ισραήλ. 30 Και του είπε: Δεν θάρθω, αλλά θα επιστρέψω στη γη μου, και στη γενεά μου. 31 Και είπε: Μη μας αφήσεις, παρακαλώ, επειδή εσύ γνωρίζεις πού πρέπει να στρατοπεδεύουμε στην έρημο, και θα είσαι για μας όπως είναι τα μάτια στο σώμα· 32 και αν έρθεις μαζί μας, εκείνα τα αγαθά, που θα κάνει σε μας ο Κύριος, τα ίδια θα κάνουμε κι εμείς σε σένα. 33 ΚΑΙ οδοιπόρησαν από το βουνό τού Κυρίου δρόμο τριών ημερών· και η κιβωτός τής διαθήκης τού Κυρίου προπορευόταν μπροστά τους δρόμο τριών ημερών, για να ζητήσει τόπο ανάπαυσης γι' αυτούς. 34 Και η νεφέλη τού Κυρίου ήταν από πάνω τους την ημέρα, όταν σηκώνονταν από το στρατόπεδο. 35 Και όταν η κιβωτός σηκωνόταν, ο Μωυσής έλεγε: Σήκω, Κύριε, και ας διασκορπιστούν οι εχθροί σου, και ας φύγουν από μπροστά σου εκείνοι που σε μισούν. 36 Και όταν αναπαυόταν, έλεγε: Γύρνα, Κύριε, στις χιλιάδες των μυριάδων τού Ισραήλ.

Αριθμοί 11

1 ΚΑΙ ο λαός γόγγυζε πονηρά στα αυτιά τού Κυρίου· και ο Κύριος άκουσε, και εξάφθηκε η οργή του· και ανάμεσά τους άναψε μια φωτιά τού Κυρίου, και κατέφαγε την άκρη τού στρατοπέδου. 2 Και ο λαός βόησε στον Μωυσή· και ο Μωυσής προσευχήθηκε στον Κύριο, και σταμάτησε η φωτιά. 3 Και αποκλήθηκε το όνομα εκείνου τού τόπου Ταβερά, επειδή άναψε ανάμεσά τους μια φωτιά τού Κυρίου. 4 Και το σύμμικτο πλήθος, που ήταν ανάμεσά τους, επιθύμησε μια επιθυμία· και έκλαιγαν πάλι και οι γιοι Ισραήλ, και είπαν: Ποιος θα μας δώσει κρέας να φάμε; 5 Θυμούμαστε τα ψάρια, που τρώγαμε στην Αίγυπτο δωρεάν, τα αγγούρια, και τα πεπόνια, και τα πράσα, και τα κρεμμύδια, και τα σκόρδα· 6 τώρα, όμως, η ψυχή μας είναι κατάξερη· δεν είναι στα μάτια μας τίποτε άλλο εκτός από τούτο το μάννα. 7 Και το μάννα ήταν σαν τον σπόρο τού κοριάνδρου, και το χρώμα του σαν το χρώμα τού βδέλλιου. 8 Ο λαός περιφερόταν μαζεύοντάς το, και το άλεθαν σε μύλο ή το κοπάνιζαν σε γουδί, και το έψηναν σε χύτρα, και έκαναν απ' αυτό ψωμιά στη στάχτη· και η γεύση του ήταν σαν γεύση λαγάνας από λάδι. 9 Και όταν κατέβαινε η δροσιά στο στρατόπεδο τη νύχτα, έπεφτε και το μάννα επάνω σ' αυτή. 10 Και ο Μωυσής άκουσε τον λαό να κλαίει στις συγγένειές τους, τον κάθε έναν στη θύρα τής σκηνής του· και η οργή τού Κυρίου άναψε υπερβολικά· και τούτο φάνηκε κακό και στον Μωυσή. 11 Και ο Μωυσής είπε στον Κύριο: Γιατί ταλαιπώρησες τον δούλο σου; Και γιατί δεν βρήκα χάρη μπροστά σου, ώστε έβαλες επάνω μου το φορτίο ολόκληρου αυτού του λαού; 12 Μήπως εγώ συνέλαβα ολόκληρον αυτό τον λαό; Ή, εγώ τους γέννησα, για να μου λες: Πάρ' τον στον κόρφο σου, όπως η τροφός βαστάει το βρέφος που θηλάζει, στη γη που ορκίστηκες στους πατέρες τους; 13 Από πού να βρεθούν σε μένα κρέατα για να δώσω σε ολόκληρον αυτό τον λαό; Επειδή, κλαίνε σε μένα, λέγοντας: Δώσε μας κρέας να φάμε· 14 δεν μπορώ εγώ μόνος μου να βαστάξω ολόκληρον αυτό τον λαό, επειδή αυτό είναι πολύ βαρύ για μένα· 15 και αν έτσι κάνεις σε μένα, θανάτωσέ με αμέσως, παρακαλώ, αν βρήκα χάρη μπροστά σου, για να μη βλέπω τη δυστυχία μου. 16 Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Συγκέντρωσέ μου 70 άνδρες από τους πρεσβύτερους του Ισραήλ, που γνωρίζεις ότι είναι πρεσβύτεροι του λαού, και άρχοντές τους· και να τους φέρεις στη σκηνή του μαρτυρίου, όπου θα σταθούν μαζί σου. 17 Και θα κατέβω, και θα μιλήσω εκεί μαζί σου· και θα πάρω από το πνεύμα που είναι επάνω σου, και θα το βάλω επάνω σ' αυτούς· και θα βαστάζουν μαζί σου το φορτίο του λαού, για να μη το βαστάζεις εσύ μόνος. 18 Και πες στον λαό: Αγιάστε τον εαυτό σας για την αυριανή ημέρα, και θα φάτε κρέας· επειδή, κλάψατε στα αυτιά τού Κυρίου, λέγοντας: Ποιος θα μας δώσει κρέας να φάμε; Επειδή, καλά ήμασταν στην Αίγυπτο. Γι' αυτό, ο Κύριος θα σας δώσει κρέας, και θα φάτε· 19 δεν θα φάτε μία ημέρα ούτε δύο ημέρες ούτε πέντε ημέρες ούτε δέκα ημέρες ούτε 20 ημέρες· 20 ολόκληρο τον μήνα θα φάτε, μέχρις ότου βγει από τα ρουθούνια σας, και θα το αηδιάσετε, επειδή απειθήσατε στον Κύριο, που είναι ανάμεσά σας, και κλάψατε μπροστά του, λέγοντας: Γιατί να αναχωρήσουμε από την Αίγυπτο; 21 Και ο Μωυσής είπε: 600.000 πεζοί είναι ο λαός, ανάμεσα στους οποίους βρίσκομαι εγώ· κι εσύ είπες: Θα τους δώσω κρέας για να φάνε έναν ολόκληρο μήνα. 22 Θα σφαχτούν γι' αυτούς τα κοπάδια και οι αγέλες, ώστε να τους επαρκέσουν; Ή, θα μαζευτούν μαζί όλα τα ψάρια τής θάλασσας γι' αυτούς, ώστε να τους επαρκέσουν; 23 Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Μήπως μίκρυνε το χέρι τού Κυρίου; Τώρα θα δεις αν ο λόγος μου εκτελείται ή όχι. 24 Και ο Μωυσής βγήκε, και είπε στον λαό τα λόγια τού Κυρίου· και συγκέντρωσε τους 70 άνδρες από τους πρεσβύτερους του λαού, και τους έστησε ολόγυρα στη σκηνή. 25 Και ο Κύριος κατέβηκε μέσα σε νεφέλη, και μίλησε σ' αυτόν, και πήρε από το πνεύμα, που ήταν επάνω του, και έβαλε επάνω στους 70 άνδρες, τους πρεσβύτερους· και αφού κάθησε επάνω τους το πνεύμα, προφήτευσαν, αλλά δεν εξακολούθησαν. 26 Έμειναν, όμως, δύο άνδρες στο στρατόπεδο, το όνομα του ενός ήταν Ελδάδ, και το όνομα του δεύτερου Μηδάδ· και το πνεύμα κάθησε επάνω τους· κι αυτοί ήσαν από τους καταγραμμένους, δεν βγήκαν όμως στη σκηνή· και προφήτευαν μέσα στο στρατόπεδο. 27 Και έτρεξε ένας νέος, και το ανήγγειλε στον Μωυσή, λέγοντας: Ο Ελδάδ και ο Μηδάδ προφητεύουν στο στρατόπεδο. 28 Και ο Ιησούς, ο γιος τού Ναυή, ο υπηρέτης τού Μωυσή, ο εκλεκτός του, αποκρίθηκε και είπε: Κύριέ μου Μωυσή, εμπόδισέ τους. 29 Και ο Μωυσής τού είπε: Ζηλοτυπείς για μένα; Είθε ολόκληρος ο λαός τού Κυρίου να ήσαν προφήτες, και ο Κύριος να έβαζε επάνω τους το πνεύμα του! 30 Και ο Μωυσής αναχώρησε στο στρατόπεδο, αυτός και οι πρεσβύτεροι του Ισραήλ. 31 Και βγήκε ένας άνεμος από τον Κύριο, και έφερε ορτύκια από τη θάλασσα, και τα έρριξε κοντά στο στρατόπεδο, σε απόσταση μέχρι μιας ημέρας δρόμο από το ένα μέρος, και μέχρι μιας ημέρας δρόμο από το άλλο, ολόγυρα στο στρατόπεδο· και ήσαν στοιβαγμένα μέχρι δύο πήχες επάνω στην επιφάνεια της γης. 32 Κι αφού ο λαός σηκώθηκε, ολόκληρη εκείνη την ημέρα, και ολόκληρη τη νύχτα, και ολόκληρη την επόμενη ημέρα, μάζεψαν τα ορτύκια· εκείνος που μάζεψε το λιγότερο, μάζεψε δέκα χομόρ· και τα ξάπλωναν ολόγυρα στο στρατόπεδο για τον εαυτό τους. 33 Κι ενώ το κρέας ήταν ακόμα στα δόντια τους, πριν μασηθεί, εξάφθηκε η οργή τού Κυρίου εναντίον του λαού· και ο Κύριος πάταξε τον λαό με μια υπερβολικά μεγάλη πληγή. 34 Και αποκάλεσε το όνομα εκείνου του τόπου Κιβρώθ-αττααβά, επειδή, εκεί θάφτηκε ο λαός, ο επιθυμητής. 35 ΚΑΙ ο λαός αναχώρησε από την Κιβρώθ-αττααβά προς την Ασηρώθ, και έμεινε στην Ασηρώθ.

Αριθμοί 12

1 ΚΑΙ μίλησε η Μαριάμ, και ο Ααρών, ενάντια στον Μωυσή, εξαιτίας της γυναίκας της Αιθιόπισσας, που είχε πάρει· επειδή, γυναίκα Αιθιόπισσα είχε πάρει· 2 και είπαν: Μήπως μόνον στον Μωυσή μίλησε ο Κύριος; Δεν μίλησε και σε μας; Και το άκουσε ο Κύριος. 3 Και ο άνθρωπος ο Μωυσής ήταν υπερβολικά πράος, περισσότερο από όλους τους ανθρώπους, που ήσαν επάνω στη γη. 4 Και ο Κύριος είπε αμέσως στον Μωυσή, και στον Ααρών, και στη Μαριάμ: Βγείτε έξω εσείς οι τρεις προς τη σκηνή τού μαρτυρίου. Και οι τρεις βγήκαν έξω. 5 Και κατέβηκε ο Κύριος σε στύλο νεφέλης, και στάθηκε στη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου, και κάλεσε τον Ααρών και τη Μαριάμ· και βγήκαν έξω και οι δύο. 6 Και είπε: Ακούστε τώρα τα λόγια μου: Αν υπάρχει μεταξύ σας προφήτης, εγώ ο Κύριος θα γνωριστώ σ' αυτόν με οπτασίες· θα του μιλήσω στον ύπνο· 7 δεν είναι έτσι με τον υπηρέτη μου τον Μωυσή· σε ολόκληρο τον οίκο μου αυτός είναι πιστός· 8 στόμα προς στόμα θα μιλάω σ' αυτόν, και φανερά, και όχι με αινίγματα, και θα βλέπει το πρόσωπο του Κυρίου· γιατί, λοιπόν, δεν φοβηθήκατε να μιλήσετε εναντίον του δούλου μου, του Μωυσή; 9 Και άναψε η οργή τού Κυρίου εναντίον τους, και αναχώρησε. 10 Και η νεφέλη απομακρύνθηκε από τη σκηνή, και να, η Μαριάμ έγινε λεπρή, όπως το χιόνι· και ο Ααρών είδε τη Μαριάμ, και να, ήταν λεπρή. 11 Και ο Ααρών είπε στον Μωυσή: Παρακαλώ, κύριέ μου, μη βάλεις την αμαρτία επάνω μας, επειδή πράξαμε ανόητα, και επειδή αμαρτήσαμε· 12 ας μη είναι αυτή σαν έκτρωμα, που το μισό της σάρκας είναι φαγωμένο, όταν βγαίνει από τη μήτρα τής μητέρας του. 13 Και ο Μωυσής βόησε στον Κύριο, λέγοντας: Παρακαλώ, Θεέ, γιάτρεψέ την. 14 Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Αν ο πατέρας της έφτυνε μόνον το πρόσωπό της, δεν θα ήταν ντροπιασμένη επτά ημέρες; Ας αποχωριστεί επτά ημέρες από το στρατόπεδο, και ύστερα ας επιστρέψει. 15 Και αποχωρίστηκε η Μαριάμ από το στρατόπεδο επτά ημέρες· και ο λαός δεν σηκώθηκε, μέχρις ότου επέστρεψε η Μαριάμ. 16 Και ύστερα, σηκώθηκε ο λαός από την Ασηρώθ, και στρατοπέδευσαν στην έρημο Φαράν.

Αριθμοί 13

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 2 Στείλε άνδρες, για να κατασκοπεύσουν τη γη Χαναάν, που εγώ δίνω στους γιους Ισραήλ· θα στείλετε από έναν άνδρα από κάθε φυλή των πατέρων τους, κάθε έναν απ' αυτούς αρχηγόν. 3 Και ο Μωυσής τούς έστειλε με προσταγή τού Κυρίου, από την έρημο Φαράν. Όλοι αυτοί οι άνδρες ήσαν αρχηγοί των γιων Ισραήλ. 4 Και τούτα ήσαν τα ονόματά τους: Από τη φυλή Ρουβήν, ο Σαμμουά, ο γιος τού Σακχούρ· 5 από τη φυλή Συμεών, ο Σαφάτ, ο γιος τού Χορρί· 6 από τη φυλή Ιούδα, ο Χάλεβ, ο γιος τού Ιεφοννή· 7 από τη φυλή Ισσάχαρ, ο Ιγάλ, ο γιος τού Ιωσήφ· 8 από τη φυλή Εφραϊμ, ο Αυσή, ο γιος τού Ναυή· 9 από τη φυλή Βενιαμίν, ο Φαλτί, ο γιος τού Ραφού· 10 από τη φυλή Ζαβουλών, ο Γαδιήλ, ο γιος τού Σουδί· 11 από τη φυλή Ιωσήφ, από τη φυλή Μανασσή, ο Γαδδί, ο γιος τού Σουσί· 12 από τη φυλή Δαν, ο Αμμιήλ, ο γιος τού Γεμαλί· 13 από τη φυλή Ασήρ, ο Σεθούρ, ο γιος τού Μιχαήλ· 14 από τη φυλή Νεφθαλί, ο Νααβί, ο γιος τού Βαυσί· 15 από τη φυλή Γαδ, ο Γεουήλ, ο γιος τού Μαχί. 16 Αυτά είναι τα ονόματα των ανδρών, που ο Μωυσής έστειλε για να κατασκοπεύσουν τη γη· και ο Μωυσής επονόμασε τον Αυσή, τον γιο τού Ναυή, Ιησού. 17 Και ο Μωυσής τούς έστειλε για να κατασκοπεύσουν τη γη Χαναάν· και τους είπε: Ανεβείτε από τούτο το μέρος το μεσημβρινό, και θα ανεβείτε στο βουνό· 18 και θα θεωρήσετε τη γη, πώς είναι, και τον λαό που κατοικεί σ' αυτή, αν είναι δυνατός ή αδύνατος, λίγοι ή πολλοί· 19 και πώς είναι η γη στην οποία αυτοί κατοικούν, είναι καλή ή κακή· και πώς είναι οι πόλεις, που αυτοί κατοικούν, ατείχιστες ή περιτειχισμένες· 20 και πώς είναι η γη, είναι γόνιμη ή άγονη, αν υπάρχουν σ' αυτή δέντρα ή όχι· και γίνεστε ανδρείοι, και φέρτε από τους καρπούς τής γης. Και οι ημέρες ήσαν οι ημέρες των πρώτων σταφυλιών. 21 Και αφού ανέβηκαν, κατασκόπευσαν τη γη, από την έρημο Σιν, μέχρι τη Ρεώβ, προς την είσοδο Αιμάθ. 22 Και ανέβηκαν προς το μεσημβρινό, και ήρθαν μέχρι τη Χεβρών, όπου ήσαν ο Αχιμάν, ο Σεσαϊ, και ο Θαλμαϊ, οι γιοι τού Ανάκ. (Και η Χεβρών χτίστηκε επτά χρόνια πριν από την Τάνη τής Αιγύπτου). 23 Και ήρθαν μέχρι τη φάραγγα Εσχώλ, και έκοψαν από εκεί ένα κλήμα αμπέλου, μαζί με ένα τσαμπί σταφύλι, και το βάσταζαν δύο επάνω σε ξύλο· έφεραν ακόμα και ρόδια και σύκα. 24 Ο τόπος εκείνος ονομάστηκε φάραγγα Εσχώλ, εξαιτίας τού τσαμπιού, που έκοψαν από εκεί οι γιοι Ισραήλ. 25 Και επέστρεψαν, αφού κατασκόπευσαν τη γη, μετά από 40 ημέρες. 26 Και αφού πορεύτηκαν, ήρθαν στον Μωυσή, και στον Ααρών, και σε ολόκληρη τη συναγωγή των γιων Ισραήλ, στην έρημο Φαράν, στην Κάδης· και έφεραν απόκριση σ' αυτούς, και σε ολόκληρη τη συναγωγή, και τους έδειξαν τον καρπό τής γης. 27 Και ανήγγειλαν στον Μωυσή, και είπαν: Ήρθαμε στη γη, στην οποία μας έστειλες, και είναι πραγματικά γη που ρέει γάλα και μέλι· και, να, ο καρπός της· 28 ο λαός, όμως, που κατοικεί στη γη, είναι δυνατός, και οι πόλεις περιτειχισμένες, υπερβολικά μεγάλες· κι ακόμα, είδαμε εκεί και τους γιους τού Ανάκ· 29 οι Αμαληκίτες κατοικούν στη μεσημβρινή γη· και οι Χετταίοι, και οι Ιεβουσαίοι, και οι Αμορραίοι, κατοικούν επάνω στα βουνά· και οι Χαναναίοι κατοικούν κοντά στη θάλασσα, και στις όχθες τού Ιορδάνη. 30 Και ο Χάλεβ κατασίγασε τον λαό μπροστά στον Μωυσή, και είπε: Ας ανέβουμε αμέσως, και ας την εξουσιάσουμε· επειδή, μπορούμε να την κυριεύσουμε. 31 Οι άνθρωποι, όμως, που είχαν ανέβει μαζί του, είπαν: Δεν μπορούμε να ανέβουμε ενάντια σ' αυτόν τον λαό, επειδή, είναι δυνατότεροί μας. 32 Και δυσφήμησαν τη γη, που κατασκόπευσαν, προς τους γιους Ισραήλ, λέγοντας: Η γη, που διαπεράσαμε για να την κατασκοπεύσουμε, είναι γη που κατατρώει τους κατοίκους της· και ολόκληρος ο λαός, που είδαμε σ' αυτή, είναι άνδρες υπερμεγέθεις· 33 και είδαμε εκεί τους γίγαντες, τους γιους τού Ανάκ, που είναι από τους γίγαντες· και βλέπαμε τους εαυτούς μας σαν ακρίδες, και σαν τέτοιους έβλεπαν κι αυτοί εμάς.

Αριθμοί 14

1 ΚΑΙ ολόκληρη η συναγωγή, υψώνοντας τη φωνή της, ξέσπασε σε κραυγές, και ο λαός έκλαψε εκείνη τη νύχτα. 2 Και όλοι οι γιοι Ισραήλ γόγγυζαν ενάντια στον Μωυσή και στον Ααρών, και ολόκληρη η συναγωγή τούς είπε: Είθε να πεθαίναμε στη γη τής Αιγύπτου! Ή, ακόμα, είθε να πεθαίναμε σ' αυτή την έρημο· 3 και γιατί ο Κύριος μας έφερε σ' αυτή τη γη, ώστε να πέσουμε με μάχαιρα, να γίνουν διαρπαγή οι γυναίκες μας και τα παιδιά μας; Δεν ήταν καλύτερο σε μας να επιστρέψουμε στην Αίγυπτο; 4 Και ο ένας έλεγε στον άλλον: Ας κάνουμε κάποιον αρχηγό, και ας επιστρέψουμε στην Αίγυπτο. 5 Τότε, έπεσε ο Μωυσής, και ο Ααρών, με το πρόσωπό τους επάνω στη γη, μπροστά σε ολόκληρο το πλήθος τής συναγωγής των γιων Ισραήλ. 6 Και ο Ιησούς, ο γιος τού Ναυή, και ο Χάλεβ, ο γιος τού Ιεφοννή, από εκείνους που κατασκόπευσαν τη γη, διέσχισαν τα ιμάτιά τους· 7 και είπαν σε ολόκληρη τη συναγωγή των γιων Ισραήλ, τα εξής: Η γη, που διαπεράσαμε για να την κατασκοπεύσουμε, είναι γη αγαθή, σε υπερβολικό βαθμό· 8 αν ο Κύριος ευαρεστείται σε μας, τότε θα μας φέρει σ' αυτή τη γη, και θα τη δώσει σε μας, γη που ρέει γάλα και μέλι· 9 μόνον, μη αποστατείτε ενάντια στον Κύριο ούτε να φοβάστε τον λαό τής γης· επειδή, αυτοί είναι για μας ψωμάκι· η σκέπη τους αποσύρθηκε από πάνω τους, και ο Κύριος είναι μαζί μας· μη τους φοβάστε. 10 Και ολόκληρη η συναγωγή είπε να τους λιθοβολήσουν με πέτρες. Και η δόξα τού Κυρίου φάνηκε επάνω στη σκηνή τού μαρτυρίου, σε όλους τούς γιους Ισραήλ. 11 Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Μέχρι πότε αυτός ο λαός θα με παροργίζει; Και μέχρι πότε δεν θα πιστεύουν σε μένα, ύστερα από όλα τα σημεία, που έκανα ανάμεσά τους; 12 Θα τους χτυπήσω με θανατικό, και θα τους εξολοθρεύσω, και θα σε κάνω έθνος μεγαλύτερο και δυνατότερο απ' αυτούς. 13 Και ο Μωυσής είπε στον Κύριο: Τότε, η Αίγυπτος θα το ακούσει· επειδή, εσύ ανέβασες αυτό τον λαό με τη δύναμή σου από ανάμεσά τους· 14 και θα το πουν στους κατοίκους αυτής της γης· που άκουσαν ότι, εσύ, Κύριε, είσαι ανάμεσα σ' αυτό τον λαό, ότι εσύ, Κύριε, φαίνεσαι πρόσωπο με πρόσωπο, και η νεφέλη σου στέκεται επάνω τους, κι εσύ προπορεύεσαι απ' αυτούς την ημέρα μέσα σε στύλο νεφέλης, και τη νύχτα μέσα σε στύλο φωτιάς. 15 Αν, λοιπόν, θανατώσεις αυτό τον λαό σαν έναν άνθρωπο, τότε τα έθνη, που άκουσαν το όνομά σου, θα πουν, λέγοντας. 16 Επειδή, ο Κύριος δεν μπορούσε να φέρει αυτό τον λαό στη γη, που ορκίστηκε σ' αυτούς, γι' αυτό τους κατέστρεψε στην έρημο. 17 Και τώρα, σε παρακαλώ, ας μεγαλυνθεί η δύναμη του Κυρίου μου, με τον τρόπο που είπες, λέγοντας. 18 Ο Κύριος είναι μακρόθυμος και πολυέλεος, που συγχωρεί ανομία και παράβαση, και με κανέναν τρόπο δεν θα αθωώσει τον ένοχο, ανταποδίδοντας την ανομία των πατέρων επάνω στα παιδιά, μέχρι τρίτης και τέταρτης γενεάς. 19 Συγχώρεσε, παρακαλώ, την ανομία αυτού του λαού, σύμφωνα με το μεγάλο σου έλεος, και καθώς συγχώρεσες αυτόν τον λαό από την Αίγυπτο και μέχρι τώρα. 20 Και ο Κύριος είπε: Τους συγχώρεσα, σύμφωνα με τον λόγο σου· 21 αλλά, ζω εγώ, και ολόκληρη η γη θα γεμίσει από τη δόξα τού Κυρίου. 22 Επειδή, όλοι οι άνδρες, που είδαν τη δόξα μου, και τα σημεία μου, που έκανα στην Αίγυπτο και στην έρημο, με παρόργισαν ήδη δέκα φορές, και δεν υπάκουσαν στη φωνή μου, 23 βέβαια, δεν θα δουν τη γη, που ορκίστηκα στους πατέρες τους· κανένας από εκείνους που με παρόργισαν δεν θα τη δει. 24 Αλλά, τον δούλο μου τον Χάλεβ, επειδή έχει μέσα του άλλο πνεύμα, και με ακολούθησε εντελώς, αυτόν θα τον φέρω στη γη, μέσα στην οποία μπήκε, και το σπέρμα του θα την κληρονομήσει. 25 (Οι Αμαληκίτες, όμως, και οι Χαναναίοι κατοικούν στην κοιλάδα). Αύριο στραφείτε, και πηγαίνετε στην έρημο, προς τον δρόμο τής Ερυθράς Θάλασσας. 26 Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή και στον Ααρών, λέγοντας: 27 Μέχρι πότε θα υποφέρω αυτή την πονηρή συναγωγή, όσα αυτοί γογγύζουν εναντίον μου; Άκουσα τους γογγυσμούς των γιων Ισραήλ, που γογγύζουν εναντίον μου. 28 Πες τους: Ζω εγώ, λέει ο Κύριος, καθώς εσείς μιλήσατε στα αυτιά μου, έτσι βέβαια και θα κάνω σε σας· 29 τα πτώματά σας θα πέσουν σ' αυτή την έρημο· και όλοι όσοι απαριθμήθηκαν από σας, σε ολόκληρο το σύνολο του αριθμού σας, από 20 χρόνων κι επάνω, όσοι γόγγυσαν εναντίον μου, 30 εσείς, βέβαια, δεν θα μπείτε στη γη, για την οποία ορκίστηκα να σας κατοικίσω σ' αυτή, εκτός του Χάλεβ, του γιου τού Ιεφοννή και του Ιησού, του γιου τού Ναυή· 31 αλλά, τα παιδιά σας, που είπατε ότι θα γίνουν διαρπαγή, αυτά θα τα φέρω μέσα, και θα γνωρίσουν τη γη, που εσείς καταφρονήσατε· 32 και τα πτώματά σας θα πέσουν μέσα σ' αυτή την έρημο· 33 και τα παιδιά σας θα περιπλανιόνται στην έρημο 40 χρόνια, και θα φέρουν επάνω τους την ποινή της πορνείας σας, μέχρις ότου διαφθαρούν τα πτώματά σας στην έρημο· 34 σύμφωνα με τον αριθμό των ημερών, που κατασκοπεύσατε τη γη, 40 ημέρες, θεωρούμενης κάθε μιας ημέρας για έναν χρόνο, 40 χρόνια θα φέρετε επάνω σας τις ανομίες σας, και θα γνωρίσετε την εγκατάλειψή μου. 35 Εγώ ο Κύριος μίλησα· βέβαια, αυτό θα το κάνω σε ολόκληρη αυτή την πονηρή συναγωγή, που συγκεντρώθηκε εναντίον μου· σ' αυτή την έρημο θα εξολοθρευτούν, κι εκεί θα πεθάνουν. 36 ΚΑΙ οι άνθρωποι, που ο Μωυσής έστειλε για να κατασκοπεύσουν τη γη, που, όταν γύρισαν, έκαναν ολόκληρη τη συναγωγή να γογγύσει εναντίον του, δυσφημώντας τη γη, 37 και οι άνθρωποι εκείνοι που δυσφήμησαν τη γη, πέθαναν μέσα στην πληγή, μπροστά στον Κύριο. 38 Και ο Ιησούς, ο γιος τού Ναυή, και ο Χάλεβ, ο γιος τού Ιεφοννή, επέζησαν, από τους ανθρώπους εκείνους, που πήγαν να κατασκοπεύσουν τη γη. 39 ΚΑΙ ο Μωυσής μίλησε τα λόγια αυτά προς όλους τους γιους Ισραήλ· και ο λαός πένθησε υπερβολικά. 40 Και αφού σηκώθηκαν ενωρίς το πρωί, ανέβηκαν στην κορυφή τού βουνού, λέγοντας: Να, εμείς, θα ανέβουμε οπωσδήποτε στον τόπο, που ο Κύριος μας υποσχέθηκε, επειδή αμαρτήσαμε. 41 Και ο Μωυσής είπε: Γιατί εσείς παραβαίνετε την προσταγή τού Κυρίου; Τούτο, σίγουρα, δεν θα ευοδωθεί· 42 μη ανεβαίνετε· επειδή, ο Κύριος δεν είναι μαζί σας· για να μη χτυπηθείτε μπροστά στους εχθρούς σας· 43 επειδή, οι Αμαληκίτες και οι Χαναναίοι είναι εκεί μπροστά σας, και θα πέσετε με μάχαιρα· για τον λόγο ότι, ξεκλίνατε από τον Κύριο, γι' αυτό ο Κύριος δεν θα είναι μαζί σας. 44 Αλλ' αυτοί αποτόλμησαν να ανέβουν στην κορυφή τού βουνού· η κιβωτός, όμως, της διαθήκης τού Κυρίου, και ο Μωυσής, δεν κινήθηκαν μέσα από το στρατόπεδο. 45 Τότε, οι Αμαληκίτες και οι Χαναναίοι, που κατοικούσαν στο βουνό εκείνο, κατέβηκαν και τους χτύπησαν, και τους καταδίωξαν, μέχρι τηνΟρμά.

Αριθμοί 15

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 2 Μίλησε στους γιους Ισραήλ, και πες τους: Όταν μπείτε στη γη της κατοίκησής σας, που εγώ σας δίνω, 3 και κάνετε προσφορά με φωτιά στον Κύριο, ολοκαύτωμα ή θυσία σε εκπλήρωση ευχής ή αυτοπροαίρετα ή στις γιορτές σας, για να κάνετε οσμή ευωδίας στον Κύριο, είτε από τα βόδια είτε από τα πρόβατα, 4 τότε, εκείνος που προσφέρει το δώρο του στον Κύριο, θα φέρει προσφορά από άλφιτα, από ένα δέκατο σιμιγδάλι, ζυμωμένο με ένα τέταρτο ιν λαδιού· 5 και κρασί για σπονδή, το ένα τέταρτο ενός ιν, θα προσθέσεις στο ολοκαύτωμα ή τη θυσία για κάθε αρνί. 6 Ή, για κάθε κριάρι θα προσθέσεις προσφορά από άλφιτα, δύο δέκατα σιμιγδάλι, ζυμωμένο με ένα τρίτο ιν λαδιού· 7 και κρασί για σπονδή θα προσφέρεις, το ένα τρίτο του ιν, σε οσμή ευωδίας στον Κύριο. 8 Και αν προσφέρεις μοσχάρι από βόδια για ολοκαύτωμα ή για θυσία σε εκπλήρωση ευχής ή για ειρηνική προσφορά στον Κύριο, 9 τότε, θα φέρεις μαζί με το μοσχάρι από βόδια, προσφορά από άλφιτα, τρία δέκατα σιμιγδάλι, ζυμωμένο με μισό ιν λαδιού· 10 και θα φέρεις κρασί για σπονδή, το μισό τού ιν, σε προσφορά που γίνεται με φωτιά, σε οσμή ευωδίας στον Κύριο. 11 Έτσι θα γίνεται για ένα μοσχάρι ή για ένα κριάρι ή για ένα αρνί ή για έναν τράγο. 12 Σύμφωνα με τον αριθμό που θα προσφέρετε, έτσι θα κάνετε σε κάθε έναν, σύμφωνα με τον αριθμό τους. 13 Όλοι οι αυτόχθονες θα τα κάνουν αυτά, σύμφωνα μ' αυτό τον τρόπο, προσφέροντας προσφορά που γίνεται με φωτιά, σε οσμή ευωδίας στον Κύριο. 14 Και αν μεταξύ σας παροικεί ένας ξένος ή οποιοσδήποτε είναι μεταξύ σας στις γενεές σας, και θέλει να κάνει προσφορά, που γίνεται με φωτιά σε οσμή ευωδίας στον Κύριο, καθώς εσείς κάνετε, έτσι θα κάνει· 15 ένας νόμος θα είναι για σας, που είστε από τη συναγωγή, και για τον ξένο, που παροικεί μεταξύ σας, ένας αιώνιος θεσμός στις γενεές σας· όπως εσείς, έτσι θα είναι και ο ξένος μπροστά στον Κύριο· 16 ένας νόμος, και μια διάταξη, θα είναι για σας, και για τον ξένο, που παροικεί μεταξύ σας. 17 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας: 18 Μίλησε στους γιους Ισραήλ, και πες τους: Όταν έρθετε στη γη, στην οποία εγώ σας φέρνω, 19 τότε, όταν φάτε από τα ψωμιά τής γης, θα προσφέρετε στον Κύριο προσφορά που υψώνεται. 20 Θα προσφέρετε ψωμί από το πρώτο ζυμάρι σας, σε προσφορά που υψώνεται· όπως την προσφορά που υψώνεται από το αλώνι σας, έτσι θα την υψώσετε. 21 Από την πρώτη ζύμη σας, θα δώσετε στον Κύριο προσφορά που υψώνεται, στις γενεές σας. 22 Και αν σφάλετε, και δεν πράξετε όλα αυτά τα προστάγματα, που ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, 23 σύμφωνα με όλα όσα ο Κύριος πρόσταξε σε σας διαμέσου του Μωυσή, από την ημέρα που ο Κύριος πρόσταξε, και στο εξής στις γενεές σας· 24 τότε, αν γίνει κάτι από άγνοια, χωρίς να το ξέρει αυτό η συναγωγή, ολόκληρη η συναγωγή θα προσφέρει ένα μοσχάρι από βόδια για ολοκαύτωμα, σε οσμή ευωδίας στον Κύριο, μαζί με την προσφορά του από άλφιτα, και τη σπονδή του, σύμφωνα με το διαταγμένο, και έναν τράγο από κατσίκες για προσφορά περί αμαρτίας· 25 και θα κάνει εξιλέωση ο ιερέας για ολόκληρη τη συναγωγή των γιων Ισραήλ, και θα τους συγχωρηθεί· επειδή, έγινε από άγνοια· και θα φέρουν την προσφορά τους, θυσία που γίνεται με φωτιά στον Κύριο, και την προσφορά τους περί αμαρτίας, μπροστά στον Κύριο, για την άγνοιά τους· 26 και θα συγχωρεθεί σε ολόκληρη τη συναγωγή των γιων Ισραήλ, και στον ξένο που παροικεί μεταξύ τους· επειδή, ολόκληρος ο λαός αμάρτησε από άγνοια. 27 Και αν κάποια ψυχή αμαρτήσει από άγνοια, αυτός πρέπει να φέρει κατσίκα χρονιάρικη για προσφορά περί αμαρτίας· 28 και ο ιερέας θα κάνει εξιλέωση για την ψυχή, που αμάρτησε από άγνοια, όταν αμαρτήσει από άγνοια μπροστά στον Κύριο, για να κάνει εξιλέωση γι' αυτόν· και θα του συγχωρηθεί. 29 Ένας νόμος θα είναι σε σας για τον αυτόχθονα ανάμεσα στους γιους Ισραήλ, και στον ξένο, που παροικεί μεταξύ σας, όταν αμαρτήσει από άγνοια. 30 Και η ψυχή που θα πράξει αμάρτημα με υπερήφανο χέρι, είτε αυτόχθονας είτε ξένος, αυτός καταφρονεί τον Κύριο· και η ψυχή εκείνη θα εξολοθρευτεί από μέσα από τον λαό της. 31 Επειδή, καταφρόνησε τον λόγο τού Κυρίου, και παρέβηκε την προσταγή του, η ψυχή εκείνη, θα εξολοθρευτεί οπωσδήποτε· η αμαρτία της θα είναι επάνω της. 32 ΚΑΙ όταν οι γιοι Ισραήλ ήσαν στην έρημο, βρήκαν έναν άνθρωπο να μαζεύει ξύλα την ημέρα τού σαββάτου. 33 Κι εκείνοι που τον βρήκαν να μαζεύει ξύλα, τον έφεραν στον Μωυσή, και στον Ααρών, και σε ολόκληρη τη συναγωγή· 34 και τον έβαλαν υπό φύλαξη. Επειδή, δεν ήταν ακόμα φανερό τι έπρεπε να κάν